Μια αποκάλυψη με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία έκανε την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026 ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, υποστηρίζοντας ότι είχε επικοινωνήσει προσωπικά με τον πρόεδρο της Συρίας, Άχμεντ αλ Σάρα, τον Ιούλιο του 2025, αμέσως μετά τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς στη Δαμασκό.
Πρόκειται για την πρώτη δημόσια γνωστή απευθείας επικοινωνία μεταξύ των ηγετών δύο κρατών που δεν διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις και έχουν συγκρουστεί στρατιωτικά επανειλημμένα.
Η δήλωση του Ισραηλινού πρωθυπουργού αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή το τηλεφώνημα φέρεται να πραγματοποιήθηκε σε μία από τις πιο επικίνδυνες περιόδους για τη μεταπολεμική Συρία: όταν οι συγκρούσεις στην επαρχία Σουέιντα είχαν προκαλέσει μαζικές απώλειες αμάχων και το Ισραήλ είχε εξαπολύσει αεροπορικές επιθέσεις εναντίον συριακών κυβερνητικών στόχων.
Ο Νετανιάχου συνέδεσε ευθέως τη στρατιωτική επέμβαση του Ισραήλ και την προσωπική επικοινωνία με τον Αλ Σάρα με τον τερματισμό των σφαγών των Δρούζων. Πρόκειται, ωστόσο, για ισχυρισμό του ίδιου, ο οποίος δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα ως προς τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
«Τον πήρα τηλέφωνο και η σφαγή σταμάτησε» – Η αποκάλυψη που αλλάζει την εικόνα
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός προχώρησε στην αποκάλυψη κατά τη διάρκεια εκδήλωσης με εκπροσώπους της κοινότητας των Δρούζων στη Γιάρκα, στο βόρειο Ισραήλ.
Αναφερόμενος στα γεγονότα του Ιουλίου 2025, περιέγραψε την ισραηλινή στρατιωτική επέμβαση και στη συνέχεια αποκάλυψε ότι επικοινώνησε απευθείας με τον Σύρο πρόεδρο.
«Πλήξαμε το υπουργείο Άμυνας στη Δαμασκό. Πλήξαμε έναν στόχο μέσα στο συγκρότημα του προεδρικού μεγάρου», ανέφερε ο Νετανιάχου.
Στη συνέχεια πρόσθεσε:
«Πήρα τηλέφωνο τον Αλ Σάρα. Ήταν μια πολύ σύντομη και ξεκάθαρη συνομιλία. Και η σφαγή σταμάτησε».
Η δήλωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μέχρι σήμερα είχαν δημοσιοποιηθεί πληροφορίες για επαφές μεταξύ Ισραηλινών και Σύρων αξιωματούχων, όχι όμως για απευθείας επικοινωνία των δύο ηγετών.
Ο Νετανιάχου δεν αποκάλυψε το ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας ούτε διευκρίνισε εάν είχε προηγηθεί συνεννόηση μέσω των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλου διαμεσολαβητή.
Η συριακή πλευρά δεν είχε σχολιάσει την αποκάλυψη κατά τον χρόνο δημοσίευσης των πρώτων σχετικών πληροφοριών.
Οι βομβαρδισμοί στη Δαμασκό και το μήνυμα προς τον Αλ Σάρα
Η τηλεφωνική επικοινωνία τοποθετείται χρονικά μετά τις ισραηλινές επιδρομές του Ιουλίου 2025, όταν ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν το συριακό υπουργείο Άμυνας και στόχους κοντά στο προεδρικό συγκρότημα στη Δαμασκό.
Οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν εν μέσω της αιματηρής κρίσης στην επαρχία Σουέιντα, όπου η βία μεταξύ ένοπλων ομάδων Δρούζων και Βεδουίνων εξελίχθηκε σε ευρύτερη σύγκρουση με εμπλοκή κυβερνητικών δυνάμεων.
Το Ισραήλ υποστήριξε τότε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του αποσκοπούσαν στην προστασία των Δρούζων της νότιας Συρίας.
Η Δαμασκός, από την πλευρά της, κατηγόρησε το Ισραήλ ότι χρησιμοποιούσε τις εσωτερικές συγκρούσεις ως πρόσχημα για στρατιωτική παρέμβαση στη συριακή επικράτεια.
Η σημερινή αποκάλυψη προσθέτει ένα άγνωστο μέχρι τώρα στοιχείο στην αλληλουχία των γεγονότων.
Εάν η συνομιλία επιβεβαιωθεί και από τη συριακή πλευρά, θα καταγράφει μια ασυνήθιστη στιγμή απευθείας πολιτικής επικοινωνίας μεταξύ δύο ηγετών, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά συριακών στόχων.
Η τραγωδία της Σουέιντα: Περισσότεροι από 1.700 νεκροί
Η κρίση που προηγήθηκε της συνομιλίας αποτέλεσε μία από τις σοβαρότερες εκρήξεις βίας στη Συρία μετά την πτώση του καθεστώτος Μπασάρ αλ Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024.
Οι συγκρούσεις στη Σουέιντα ξεκίνησαν μεταξύ ένοπλων ομάδων Δρούζων και Βεδουίνων και επεκτάθηκαν σε πόλεις και χωριά της ευρύτερης περιοχής.
Στη συνέχεια ενεπλάκησαν κυβερνητικές δυνάμεις, με καταγγελίες για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο απολογισμός ξεπέρασε τους 1.700 νεκρούς, σύμφωνα με τις καταγραφές που επικαλούνται διεθνή δημοσιεύματα.
Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών τον Μάρτιο του 2026 κατέγραψε ότι άμαχοι της κοινότητας των Δρούζων αποτέλεσαν ιδιαίτερο στόχο της βίας, επισημαίνοντας παράλληλα παραβιάσεις και από άλλες εμπλεκόμενες πλευρές.
Η κρίση ανέδειξε τις δυσκολίες της νέας συριακής κυβέρνησης να ελέγξει τις ένοπλες ομάδες, να προστατεύσει τις μειονότητες και να επιβάλει την κρατική εξουσία σε ολόκληρη την επικράτεια.
Νετανιάχου: «Θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να προστατεύσω τους Δρούζους»
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επέμεινε ότι η προστασία της κοινότητας των Δρούζων αποτελεί σταθερή δέσμευση της κυβέρνησής του.
«Θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να προστατεύσω τους αδελφούς μας», δήλωσε, αναφερόμενος στους Δρούζους του Ισραήλ και της Συρίας.
Στη συνέχεια υπογράμμισε:
«Δεν θα επιτρέψουμε μια σφαγή. Πρέπει επίσης να επιστρέψουν στα σπίτια τους».
Ο Νετανιάχου άφησε να εννοηθεί ότι υπάρχουν επιπλέον ενέργειες ή διπλωματικές πρωτοβουλίες που δεν μπορούν ακόμη να δημοσιοποιηθούν.
«Υπάρχει ακόμη δουλειά να γίνει. Δεν μπορώ να αποκαλύψω τα πάντα», ανέφερε.
Οι δηλώσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το Ισραήλ εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτική παρουσία σε περιοχές της νότιας Συρίας και επιμένει ότι η ασφάλεια των Δρούζων συνδέεται με τη δική του εθνική ασφάλεια.
Από την πτώση του Άσαντ στις μυστικές διαπραγματεύσεις
Η αποκάλυψη του Νετανιάχου εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία επαφών μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, η οποία ξεκίνησε μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024.
Η νέα κυβέρνηση του Άχμεντ αλ Σάρα επιχείρησε να αποκαταστήσει τις διεθνείς σχέσεις της Συρίας, ενώ παράλληλα αντιμετώπισε τις συνέπειες της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στα νότια σύνορά της.
Λίγο μετά την πτώση του Άσαντ, ισραηλινές δυνάμεις εισήλθαν στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη που επιτηρούνταν από τον ΟΗΕ και κατέλαβαν στρατηγικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένης της συριακής πλευράς του όρους Ερμών.
Το Ισραήλ υποστήριξε ότι οι κινήσεις αυτές είχαν προληπτικό χαρακτήρα και αποσκοπούσαν στην αποτροπή απειλών κατά της επικράτειάς του.
Η Συρία κατήγγειλε τις επιχειρήσεις ως παραβίαση της κυριαρχίας της.
Παρά τις στρατιωτικές εντάσεις, οι δύο πλευρές ξεκίνησαν επαφές με αμερικανική διαμεσολάβηση για τη διαμόρφωση μιας νέας συμφωνίας ασφαλείας.
Ο ρόλος του Τραμπ και οι επαφές με αμερικανική διαμεσολάβηση
Η Ουάσιγκτον διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια προσέγγισης των δύο πλευρών.
Η αμερικανική κυβέρνηση επιδίωξε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια συμφωνία που θα περιόριζε τις στρατιωτικές εντάσεις και θα σταθεροποιούσε τα σύνορα.
Οι επαφές πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές διπλωματικές τοποθεσίες, με τις δύο πλευρές να εξετάζουν ένα πλαίσιο σταδιακής αποκλιμάκωσης.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκαν η παρουσία ισραηλινών δυνάμεων σε συριακό έδαφος, η ασφάλεια των παραμεθόριων περιοχών και οι όροι αποστρατιωτικοποίησης.
Η Δαμασκός επέμεινε ότι μια συμφωνία πρέπει να προβλέπει την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τις περιοχές που κατέλαβαν μετά τον Δεκέμβριο του 2024.
Το Ισραήλ, αντίθετα, ζήτησε ισχυρές εγγυήσεις ότι η νότια Συρία δεν θα χρησιμοποιηθεί για επιθέσεις εναντίον του.
Η διαφωνία αυτή παραμένει κεντρικό εμπόδιο για οποιαδήποτε συμφωνία.
Το όρος Ερμών και η ζώνη ασφαλείας: Τα μεγάλα αγκάθια
Το όρος Ερμών έχει αποκτήσει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για το Ισραήλ λόγω της γεωγραφικής του θέσης και των δυνατοτήτων επιτήρησης που προσφέρει.
Η ισραηλινή παρουσία στην περιοχή επιτρέπει την παρακολούθηση σημαντικού τμήματος της νότιας Συρίας.
Για τη Δαμασκό, όμως, η διατήρηση ισραηλινών δυνάμεων εντός της συριακής επικράτειας αποτελεί εμπόδιο στην αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας.
Στις διαπραγματεύσεις έχει τεθεί το ζήτημα της επαναφοράς των ρυθμίσεων ασφαλείας που ίσχυαν πριν από την πτώση του Άσαντ, με αναφορά στη συμφωνία αποδέσμευσης δυνάμεων του 1974.
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Το Ισραήλ επιδιώκει ένα καθεστώς που θα του παρέχει δυνατότητα αποτροπής στρατιωτικών απειλών από τη συριακή πλευρά.
Η Συρία επιδιώκει την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων και την αποκατάσταση της εδαφικής της κυριαρχίας.
Χωρίς συμβιβασμό σε αυτά τα ζητήματα, μια ευρύτερη πολιτική προσέγγιση παραμένει δύσκολη.
Ο πόλεμος με το Ιράν πάγωσε τις επαφές
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Συρίας επηρεάστηκαν από τη νέα πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Μετά την έναρξη της κοινής στρατιωτικής επιχείρησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026, οι συνομιλίες για τη συριακή ασφάλεια τέθηκαν σε αναστολή.
Η περιφερειακή κρίση άλλαξε τις προτεραιότητες των εμπλεκόμενων κυβερνήσεων και περιόρισε το περιθώριο διπλωματικών πρωτοβουλιών.
Παράλληλα, η Δαμασκός συνέχισε να καταγγέλλει ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο έδαφός της.
Την Πέμπτη, οι συριακές αρχές κατηγόρησαν ισραηλινές δυνάμεις ότι προκάλεσαν πυρκαγιά σε αποθήκη στην περιοχή της Νταράα.
Η καταγγελία αυτή δείχνει ότι, παρά τις επαφές και τις συζητήσεις για συμφωνία ασφαλείας, η ένταση επί του πεδίου παραμένει ενεργή.
Μπορεί ένα τηλεφώνημα να ανοίξει δρόμο για συμφωνία Ισραήλ–Συρίας;
Η σημερινή αποκάλυψη δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ και η Συρία βρίσκονται κοντά σε πλήρη εξομάλυνση των σχέσεών τους.
Αναδεικνύει, ωστόσο, ότι ακόμη και σε συνθήκες στρατιωτικής αντιπαράθεσης μπορεί να υπάρχουν απευθείας δίαυλοι επικοινωνίας στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο.
Η σημασία του τηλεφωνήματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αντίφαση.
Τον Ιούλιο του 2025, το Ισραήλ βομβάρδιζε στρατηγικούς στόχους στη Δαμασκό, ενώ, σύμφωνα με τον Νετανιάχου, ο ίδιος συνομιλούσε απευθείας με τον πρόεδρο της Συρίας.
Η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει μια λιγότερο ορατή διάσταση της περιφερειακής διπλωματίας, στην οποία η στρατιωτική πίεση και οι πολιτικές επαφές μπορούν να εξελίσσονται παράλληλα.
Για τον Αλ Σάρα, το ζητούμενο παραμένει η σταθεροποίηση της Συρίας, η προστασία της εδαφικής κυριαρχίας και η αποφυγή νέων συγκρούσεων.
Για τον Νετανιάχου, προτεραιότητα παραμένουν η ασφάλεια των ισραηλινών συνόρων και η αποτροπή απειλών από τη συριακή επικράτεια.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια λειτουργική συμφωνία ασφαλείας θα μπορούσε να περιορίσει μία ακόμη εστία αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
Η πρώτη δημόσια αποκάλυψη επικοινωνίας Νετανιάχου–Αλ Σάρα δεν αποτελεί από μόνη της διπλωματική συμφωνία. Αποτελεί όμως μια σημαντική ένδειξη ότι πίσω από τους βομβαρδισμούς, τις απειλές και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις υπήρξε τουλάχιστον ένας απευθείας δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο ηγεσίες.
Το εάν αυτός ο δίαυλος μπορεί να αξιοποιηθεί για μια νέα συμφωνία ασφαλείας θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στη νότια Συρία, τις ισραηλινές στρατιωτικές απαιτήσεις και την ικανότητα της Ουάσιγκτον να επαναφέρει τις δύο πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Πηγή: pagenews.gr
