Η έξοδος της Συρίας: Πώς η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τη λίστα τρομοκρατίας ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής
Πηγή Φωτογραφίας: In this photo released by the Saudi Royal Palace, Syria’s interim government leader Ahmed al-Sharaa (left) shakes hands with US President Donald Trump in Riyadh, Saudi Arabia, May 14, 2025. At right is Saudi Crown Prince Mohammed bin Salman. (image source: SAUDI ROYAL PALACE)
Η Συρία βγαίνει από τη μαύρη λίστα της Ουάσιγκτον, το HTS αποχαρακτηρίζεται και ο αλ-Σαράα περνά από την απομόνωση στην «εταιρική σχέση» – Πώς οι κυρώσεις γίνονται όπλο για επενδύσεις, επιρροή και αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής
Έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα, η Συρία δεν βρίσκεται πλέον στον αμερικανικό κατάλογο των κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία.
Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να αφαιρέσει τη Δαμασκό από το State Sponsors of Terrorism – SSOT, όπου βρισκόταν από το 1979, δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή στο καθεστώς κυρώσεων.
Αποτελεί μία από τις καθαρότερες ενδείξεις ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να οικοδομήσουν μια εντελώς νέα σχέση με τη μετα-Άσαντ Συρία του Άχμεντ αλ-Σαράα.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε επισήμως στις 24 Αυγούστου την άρση του χαρακτηρισμού μετά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής 45ήμερης διαδικασίας ενημέρωσης του Κογκρέσου. Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον αφαίρεσε και το Hay’at Tahrir al-Sham από τον αμερικανικό κατάλογο Specially Designated Global Terrorist.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το γεωπολιτικό παράδοξο.
Ο άνθρωπος που ηγείται σήμερα της Συρίας προέρχεται από μια οργάνωση με ρίζες στην αλ Κάιντα.
Και όμως η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον τον αλ-Σαράα πρωτίστως μέσα από το παρελθόν του.
Τον αντιμετωπίζει μέσα από το ερώτημα:
τι Συρία μπορεί να οικοδομήσει από εδώ και πέρα — και με ποιον θα ευθυγραμμιστεί.
Από το 1979 στο 2026: Τέλος μιας εποχής
Η Συρία μπήκε στην αμερικανική λίστα τον Δεκέμβριο του 1979.
Παρέμεινε εκεί υπό τον Χαφέζ αλ Άσαντ, υπό τον Μπασάρ αλ Άσαντ, σε όλη τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου και ακόμη μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024.
Σήμερα, στον κατάλογο απομένουν μόλις τρία κράτη: το Ιράν, η Βόρεια Κορέα και η Κούβα.
Η αλλαγή στη Συρία όμως δεν ήρθε ξαφνικά.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε ήδη κινηθεί από το 2025 προς τη δραστική χαλάρωση του αμερικανικού καθεστώτος κυρώσεων, ενώ στις 8 Ιουλίου 2026 ο πρόεδρος ενημέρωσε επισήμως το Κογκρέσο για την πρόθεσή του να αφαιρέσει τη χώρα από τη λίστα.
Τώρα ολοκληρώθηκε και το τελευταίο μεγάλο βήμα.
Τι πήρε η Ουάσιγκτον από τον αλ-Σαράα
Η αμερικανική κυβέρνηση δεν παρουσιάζει την απόφαση ως άνευ όρων συγχώρεση.
Ο Ρούμπιο τη συνέδεσε επισήμως με τις δεσμεύσεις της νέας συριακής κυβέρνησης να απομακρυνθεί πλήρως από τη διεθνή τρομοκρατία.
Η Ουάσιγκτον επικαλείται συγκεκριμένα τη συμμετοχή της Συρίας στον διεθνή συνασπισμό κατά του ISIS από τον Νοέμβριο του 2025, καθώς και επιχειρήσεις της νέας κυβέρνησης εναντίον δικτύων του ISIS, της αλ Κάιντα, της Χεζμπολάχ και οργανώσεων που συνδέονται με το Ιράν.
Ο Ρούμπιο υποστήριξε ότι οι αποφάσεις ελήφθησαν:
«σε αναγνώριση των θετικών ενεργειών και των περαιτέρω δεσμεύσεων της συριακής κυβέρνησης υπό τον πρόεδρο Άχμεντ αλ-Σαράα να αποστασιοποιήσει πλήρως τη Συρία από πράξεις διεθνούς τρομοκρατίας».
Αυτή είναι η επίσημη αμερικανική αιτιολόγηση.
Αλλά υπάρχει και ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Το πραγματικό μήνυμα: Από την απομόνωση στην «εταιρική σχέση»
Η ίδια η αμερικανική πλευρά χρησιμοποίησε μια εξαιρετικά αποκαλυπτική διατύπωση για να περιγράψει τη μετάβαση:
from isolation to partnership — από την απομόνωση στην εταιρική σχέση.
Αυτό είναι πολύ περισσότερο από τεχνική άρση κυρώσεων.
Είναι αλλαγή στρατηγικής.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να θεωρεί ότι μια απομονωμένη και οικονομικά κατεστραμμένη Συρία μπορεί να αποτελέσει μεγαλύτερο κίνδυνο από μια Συρία που έχει οικονομικά και πολιτικά κίνητρα να συνεργάζεται με τη Δύση.
Και επομένως αλλάζει το εργαλείο.
Από την τιμωρία περνά στην ανταμοιβή.
Η «μαύρη λίστα» ως γεωπολιτικός μοχλός
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης.
Η λίστα State Sponsors of Terrorism είναι επισήμως εργαλείο αντιτρομοκρατικής πολιτικής.
Η ένταξη σε αυτή συνεπάγεται σοβαρούς περιορισμούς στην αμερικανική εξωτερική βοήθεια, στις αμυντικές εξαγωγές και σε συγκεκριμένες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.
Στην πράξη όμως έχει και τεράστια γεωοικονομική δύναμη.
Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα για τράπεζες, ασφαλιστικές, επενδυτικά κεφάλαια και πολυεθνικές.
Ακόμη και όταν υπάρχουν εξαιρέσεις από συγκεκριμένες κυρώσεις, ο φόβος νομικών και κανονιστικών συνεπειών μπορεί να οδηγήσει τις επιχειρήσεις στην πλήρη αποφυγή μιας χώρας.
Η αφαίρεση της Συρίας επομένως δεν αλλάζει απλώς μια ετικέτα.
Αλλάζει το risk profile της χώρας.
Visa και Mastercard επιστρέφουν
Και η αλλαγή έχει ήδη αρχίσει να γίνεται ορατή.
Visa και Mastercard επανεκκίνησαν διεθνείς συναλλαγές στη Συρία, σε μια εξέλιξη με ιδιαίτερα ισχυρό συμβολισμό για την επιστροφή της χώρας στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η εικόνα του ίδιου του αλ-Σαράα να πραγματοποιεί συναλλαγή με κάρτα στη Δαμασκό ήταν σχεδόν σχεδιασμένη για να στείλει το μήνυμα:
η Συρία προσπαθεί να επιστρέψει στην οικονομική κανονικότητα.
Και πίσω από την εικόνα βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο παιχνίδι.
Η ανοικοδόμηση των $216 δισ.
Σύμφωνα με την εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας που επικαλείται το The National, το κόστος ανοικοδόμησης της Συρίας ανέρχεται περίπου στα 216 δισ. δολάρια.
Πρόκειται για μια τεράστια οικονομική αγορά.
Ενέργεια.
Υποδομές.
Τηλεπικοινωνίες.
Κατασκευές.
Τράπεζες.
Μεταφορές.
Νερό.
Νοσοκομεία.
Κατοικίες.
Η κυβέρνηση Τραμπ δεν κρύβει ότι θέλει αμερικανικές επιχειρήσεις μέσα σε αυτή την ανοικοδόμηση.
Σε επιστολή του προς τον αλ-Σαράα τον Ιούλιο, ο Τραμπ έγραψε:
«Έχουμε αμερικανικές εταιρείες έτοιμες να επενδύσουν στη Συρία και να βοηθήσουν να γίνει η χώρα σας μεγαλύτερη και πιο ευημερούσα από ποτέ».
Επομένως, η άρση του χαρακτηρισμού είναι ταυτόχρονα:
διπλωματική ανταμοιβή, γεωπολιτικό κίνητρο και οικονομικό άνοιγμα.
Η μεγάλη μάχη για το ποιος θα «κερδίσει» τη νέα Συρία
Και εδώ το θέμα ξεπερνά κατά πολύ την τρομοκρατία.
Η μετα-Άσαντ Συρία βρίσκεται σε μια από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές διασταυρώσεις της Μέσης Ανατολής.
Η Τουρκία έχει τεράστια επιρροή.
Οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου διαθέτουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για την ανοικοδόμηση.
Το Ισραήλ θέλει μια Συρία που δεν θα εξελιχθεί σε στρατιωτική απειλή.
Η Ρωσία προσπαθεί να διατηρήσει ό,τι μπορεί από την επιρροή που οικοδόμησε επί Άσαντ.
Το Ιράν έχει χάσει ένα κρίσιμο κομμάτι του παλαιού περιφερειακού του διαδρόμου επιρροής.
Και τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να τοποθετηθούν στο κέντρο της νέας αρχιτεκτονικής.
Η οικονομική επανένταξη της Συρίας είναι ένας τρόπος να το πετύχουν.
Το στοίχημα Τραμπ με τον πρώην τζιχαντιστή
Υπάρχει βέβαια ένα εξαιρετικά μεγάλο ρίσκο.
Ο Άχμεντ αλ-Σαράα δεν προέρχεται από ένα συμβατικό πολιτικό κόμμα.
Η διαδρομή του περνά από το μέτωπο αλ-Νούσρα και το HTS, ενώ η αλ-Νούσρα είχε αποτελέσει παρακλάδι της αλ Κάιντα πριν αποκηρύξει επισήμως τη σχέση το 2016 και ενταχθεί αργότερα στο HTS.
Η κυβέρνηση Τραμπ ουσιαστικά στοιχηματίζει ότι ο σημερινός αλ-Σαράα πρέπει να αξιολογηθεί περισσότερο από τη συμπεριφορά της κυβέρνησής του παρά από την προηγούμενη ιδεολογική και οργανωτική του διαδρομή.
Και για να ενισχύσει αυτή τη μεταμόρφωση, του προσφέρει κάτι εξαιρετικά πολύτιμο:
πρόσβαση στην παγκόσμια οικονομία.
Γιατί η Συρία βγαίνει και Ιράν, Κούβα, Βόρεια Κορέα μένουν
Η αποχώρηση της Συρίας αφήνει τρία κράτη στη λίστα.
Ιράν. Κούβα. Βόρεια Κορέα.
Και εδώ αναδεικνύεται μια ευρύτερη πραγματικότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Οι συγκεκριμένοι χαρακτηρισμοί δεν λειτουργούν σε πολιτικό κενό.
Συνδέονται με τη συνολική σχέση της Ουάσιγκτον με κάθε κυβέρνηση, τις παραχωρήσεις που ζητούν οι ΗΠΑ και την εκάστοτε στρατηγική διαπραγμάτευση.
Η Συρία προσφέρει σήμερα στην Ουάσιγκτον μια πιθανότητα νέας στρατηγικής σχέσης.
Οι άλλες τρεις χώρες όχι — τουλάχιστον όχι ακόμη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η τρομοκρατική δραστηριότητα είναι άσχετη με τις αμερικανικές αποφάσεις. Η περίπτωση της Συρίας δείχνει μάλλον ότι τα κριτήρια ασφαλείας και η γεωπολιτική συναλλαγή λειτουργούν ταυτόχρονα.
Ιράν: Η λίστα ως μέρος της πίεσης
Στην περίπτωση του Ιράν, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική.
Η Τεχεράνη βρίσκεται στη λίστα από το 1984 και σήμερα βρίσκεται σε ανοικτή στρατηγική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αφαίρεση του Ιράν από τη λίστα είναι πολιτικά αδιανόητη χωρίς μια πολύ μεγαλύτερη συμφωνία ασφαλείας και εξωτερικής πολιτικής.
Αυτό όμως αναδεικνύει ακριβώς τη διαπραγματευτική αξία του εργαλείου.
Εάν κάποια στιγμή υπάρξει μεγάλη αμερικανοϊρανική συμφωνία, η αφαίρεση από τον κατάλογο θα μπορούσε να μετατραπεί σε σημαντικό διαπραγματευτικό αντάλλαγμα.
Βόρεια Κορέα: Το προηγούμενο Τραμπ–Κιμ
Η Βόρεια Κορέα παρουσιάζει διαφορετική περίπτωση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αποδείξει ότι είναι διατεθειμένος να συνομιλήσει απευθείας με τον Κιμ Γιονγκ Ουν.
Στην πρώτη προεδρική του θητεία πραγματοποιήθηκαν οι ιστορικές συναντήσεις των δύο ηγετών.
Ωστόσο η Βόρεια Κορέα, η οποία επανεντάχθηκε στη λίστα το 2017, παραμένει εκεί.
Και η βασική αιτία είναι ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια συμφωνία αρκετά μεγάλη ώστε να δικαιολογήσει μια τόσο σημαντική αμερικανική παραχώρηση.
Το παράδειγμα της Κούβας δείχνει πόσο πολιτικό είναι το εργαλείο
Η Κούβα αποτελεί ίσως το καθαρότερο παράδειγμα του πόσο στενά συνδέεται η λίστα με την πολιτική της εκάστοτε αμερικανικής κυβέρνησης.
Η Ουάσιγκτον έχει αλλάξει επανειλημμένα τη στάση της απέναντι στον χαρακτηρισμό της Αβάνας, καθώς διαφορετικές κυβερνήσεις ακολούθησαν διαφορετική στρατηγική απέναντι στην Κούβα.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι νομικές προϋποθέσεις είναι ανύπαρκτες.
Αποδεικνύει όμως ότι η πολιτική κρίση της εκτελεστικής εξουσίας παίζει καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή τους.
Η Συρία δεν έγινε ξαφνικά ασφαλής
Και εδώ χρειάζεται η σημαντικότερη διάκριση.
Η αφαίρεση από την αμερικανική λίστα δεν αποτελεί πιστοποιητικό ότι η Συρία έχει γίνει ξαφνικά σταθερή, ασφαλής ή θεσμικά εδραιωμένη.
Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις:
πολιτική ενοποίηση,
ασφάλεια,
ένοπλες οργανώσεις,
εθνοτικές και θρησκευτικές ισορροπίες,
ανοικοδόμηση,
θεσμική λειτουργία,
σχέσεις με Ισραήλ και Τουρκία.
Η απόφαση της Ουάσιγκτον δεν εξαφανίζει αυτούς τους κινδύνους.
Αλλάζει όμως τα κίνητρα.
Η λογική είναι ότι ο αλ-Σαράα θα έχει πλέον περισσότερα να χάσει εάν επιστρέψει σε πολιτικές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη Συρία ξανά στην απομόνωση.
Το πραγματικό αμερικανικό όπλο δεν είναι μόνο οι κυρώσεις
Η περίπτωση της Συρίας αποκαλύπτει τελικά κάτι βαθύτερο για την αμερικανική ισχύ.
Η δύναμη της Ουάσιγκτον δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητά της να επιβάλλει κυρώσεις.
Βρίσκεται και στην ικανότητά της να τις αφαιρεί.
Η πρόσβαση στο δολάριο.
Στις διεθνείς τράπεζες.
Στις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Στις πιστωτικές κάρτες.
Στις επενδύσεις.
Στους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Όλα αυτά μπορούν να μετατραπούν σε ανταλλάγματα μιας γεωπολιτικής συμφωνίας.
Και αυτό είναι ακριβώς που συμβαίνει σήμερα στη Συρία.
Η μεγάλη εικόνα: Η Ουάσιγκτον αγοράζει επιρροή χωρίς να στείλει στρατό
Ο Τραμπ επιχειρεί ουσιαστικά ένα μεγάλο πείραμα.
Αντί να χρησιμοποιήσει μόνο στρατιωτική ισχύ για να διαμορφώσει τη μετα-Άσαντ Συρία, χρησιμοποιεί οικονομική πρόσβαση ως μηχανισμό στρατηγικής ευθυγράμμισης.
Το μήνυμα προς τον αλ-Σαράα είναι απλό:
απομακρύνσου από τα διεθνή τρομοκρατικά δίκτυα,
περιόρισε την ιρανική επιρροή,
σταθεροποίησε τη χώρα,
άνοιξε την οικονομία,
και η απομόνωση μπορεί να τελειώσει.
Αυτό εξηγεί γιατί η αφαίρεση της Συρίας από τη λίστα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια γραφειοκρατική αλλαγή στην Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ δεν αφαιρούν απλώς μια κύρωση. Προσπαθούν να αγοράσουν γεωπολιτική επιρροή με το ισχυρότερο οικονομικό νόμισμα που διαθέτουν: την πρόσβαση στο ίδιο το δυτικό σύστημα.
Και αν το στοίχημα πετύχει, η μεγάλη αλλαγή δεν θα είναι ότι η Συρία βγήκε από μια αμερικανική λίστα έπειτα από 47 χρόνια.
Θα είναι ότι μια χώρα που επί δεκαετίες βρισκόταν στον αντίπαλο γεωπολιτικό άξονα της Μέσης Ανατολής θα έχει αρχίσει να μετακινείται προς μια εντελώς νέα θέση.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο