Διεθνή

Η ευρωπαϊκή Δεξιά απομακρύνεται από το MAGA – Γιατί ο Τραμπ γίνεται πολιτικό βάρος

Η ευρωπαϊκή Δεξιά απομακρύνεται από το MAGA – Γιατί ο Τραμπ γίνεται πολιτικό βάρος
Εθνικιστικά κόμματα περιορίζουν τη δημόσια ταύτισή τους με τον Αμερικανό πρόεδρο, διατηρώντας μέρος της κοινής ατζέντας. Ο πόλεμος στο Ιράν, η ενέργεια και τα εθνικά συμφέροντα δοκιμάζουν τη διατλαντική πολιτική συγγένεια.

Η άνοδος εθνικιστικών και λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη συνοδεύεται από μια αξιοσημείωτη αλλαγή τακτικής: η δημόσια εγγύτητα με τον Ντόναλντ Τραμπ παύει να θεωρείται αυτονόητο πολιτικό πλεονέκτημα.

Το δημοσίευμα της Wall Street Journal περιγράφει αυτή τη μετατόπιση μέσα από τη στάση της γερμανικής AfD και του γαλλικού Εθνικού Συναγερμού. Κόμματα που προηγουμένως πρόβαλλαν τη συγγένειά τους με το MAGA δίνουν πλέον μεγαλύτερο βάρος στην εγχώρια ατζέντα και περιορίζουν τις δημόσιες αναφορές στους Αμερικανούς συμμάχους τους.

Η αποστασιοποίηση δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη των κοινών πολιτικών θέσεων. Αναδεικνύει, όμως, το όριο μιας συμμαχίας που στηρίχθηκε στην ιδεολογική συγγένεια, ενώ κάθε πλευρά επικαλείται την προτεραιότητα του δικού της έθνους.

Από το πολιτικό παράδειγμα στο εκλογικό κόστος

Η επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο προσέφερε αρχικά ώθηση σε ευρωπαϊκές δυνάμεις που αμφισβητούν το πολιτικό κατεστημένο.

Η επιτυχία του ενίσχυε το επιχείρημα ότι μια συγκρουσιακή, αντιμεταναστευτική και εθνικιστική πολιτική μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία. Η δημόσια υποστήριξη από ισχυρά πρόσωπα του αμερικανικού συντηρητικού χώρου προσέφερε επιπλέον προβολή.

Ωστόσο, η διακυβέρνηση δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις από την πολιτική ταύτιση. Οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον για το εμπόριο, την ασφάλεια και τη Μέση Ανατολή έχουν συνέπειες που φτάνουν στις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Η υποστήριξη στον Τραμπ γίνεται δυσκολότερη όταν απαιτεί εξηγήσεις για αποφάσεις που επιβαρύνουν το εγχώριο ακροατήριο.

Ο πόλεμος στο Ιράν διευρύνει την απόσταση

Ο πόλεμος με το Ιράν ανέδειξε τη διαφορά ανάμεσα στις αμερικανικές προτεραιότητες και στους υπολογισμούς ευρωπαϊκών εθνικιστικών κομμάτων.

Η άνοδος του ενεργειακού κόστους και η αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν καταναλωτές, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Για κόμματα που επενδύουν πολιτικά στην αντίδραση κατά της ακρίβειας, η υπεράσπιση της αμερικανικής επιλογής δημιουργεί εμφανή δυσκολία.

Η Μαρίν Λεπέν έχει επικρίνει τον πόλεμο, ενώ η Τζόρτζια Μελόνι αρνήθηκε τη χρήση ιταλικής βάσης για αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν.

Οι περιπτώσεις τους δείχνουν ότι η πολιτική συγγένεια δεν εξασφαλίζει ευθυγράμμιση σε μια στρατιωτική σύγκρουση. Οι κυβερνητικές ευθύνες, η κοινή γνώμη και οι εθνικές προτεραιότητες επηρεάζουν τις τελικές αποφάσεις.

Η αντίφαση του «πρώτα η χώρα μου»

Στον πυρήνα της δυσκολίας βρίσκεται η ίδια η εθνικιστική υπόσχεση.

Το «Πρώτα η Αμερική» δεν εγγυάται ευνοϊκότερους όρους για την Ιταλία, τη Γαλλία ή τη Γερμανία. Μπορεί να συνεπάγεται απαιτήσεις για εμπορικές παραχωρήσεις, μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες ή στήριξη αμερικανικών επιλογών.

Ένας Ευρωπαίος πολιτικός που επικαλείται την εθνική κυριαρχία χρειάζεται, επομένως, να αποδεικνύει ότι διατηρεί ανεξάρτητη κρίση ακόμη και απέναντι σε έναν ιδεολογικά συγγενή πρόεδρο.

Αναλύσεις του Carnegie Europe εντοπίζουν ακριβώς αυτή την αντίφαση: η διατλαντική συνεργασία προσφέρει οφέλη όσο οι στόχοι συμπίπτουν, αλλά γίνεται πολιτικά δαπανηρή όταν απαιτεί υποχώρηση σε ζητήματα εθνικού συμφέροντος.

Η περίπτωση Μελόνι και τα όρια της προσωπικής σχέσης

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός επιχείρησε να αξιοποιήσει τη σχέση της με τον Τραμπ ως διπλωματικό πλεονέκτημα.

Η προσέγγιση αυτή προϋπέθετε ότι η προσωπική πρόσβαση θα μπορούσε να μετατραπεί σε επιρροή. Οι συγκρούσεις για τον πόλεμο και οι δημόσιες επιθέσεις του Αμερικανού προέδρου περιόρισαν την αξία αυτού του επιχειρήματος.

Η περίπτωση Μελόνι αναδεικνύει μια ευρύτερη δυσκολία για τους Ευρωπαίους συνομιλητές του: η εγγύτητα στον Λευκό Οίκο χρειάζεται συγκεκριμένα αποτελέσματα για να διατηρεί πολιτική αξία στο εσωτερικό.

Η διαφωνία, πάντως, δεν αποκλείει μελλοντική επαναπροσέγγιση. Οι σχέσεις αυτές παραμένουν ευμετάβλητες και επηρεάζονται τόσο από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις όσο και από πρακτικές ανάγκες συνεργασίας.

Η απομάκρυνση από τον Τραμπ δεν σημαίνει εκλογική υποχώρηση

Η ευρωπαϊκή εθνικιστική Δεξιά δεν εξαρτά την επιρροή της αποκλειστικά από την αμερικανική πολιτική.

Το European Policy Centre συνδέει την αντοχή αυτών των κομμάτων με βαθύτερους παράγοντες: την οικονομική ανασφάλεια, τη δυσπιστία προς τους θεσμούς, το μεταναστευτικό και τον διεθνή ανταγωνισμό.

Στην ίδια ανάλυση επισημαίνεται ότι οι ηγέτες τους μπορούν να απομακρύνονται δημοσίως από τον Τραμπ χωρίς να χάνουν αναγκαστικά την εκλογική τους βάση.

Η διάκριση είναι ουσιαστική για τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κόμματα. Η φθορά του Αμερικανού προέδρου δεν μεταφέρεται αυτομάτως στους Ευρωπαίους πολιτικούς που είχαν συνδεθεί μαζί του.

Οι πολιτικοί δεσμοί μπορούν να επιβιώσουν

Η μείωση των δημόσιων εκδηλώσεων υποστήριξης δεν συνεπάγεται διάλυση των διατλαντικών δικτύων.

Οι επαφές μεταξύ κομματικών στελεχών, οργανώσεων, μέσων ενημέρωσης και δεξαμενών σκέψης έχουν αποκτήσει δική τους συνέχεια. Κοινές θέσεις για τη μετανάστευση, την πολιτισμική ταυτότητα και την κριτική προς τις Βρυξέλλες παραμένουν πεδία συνεργασίας.

Η γεωπολιτική ανάγνωση είναι ότι διαμορφώνεται μια πιο επιλεκτική σχέση: συνεργασία όπου υπάρχουν κοινά συμφέροντα και μεγαλύτερη δημόσια απόσταση όπου η ταύτιση κοστίζει.

Για την ΕΕ, αυτό σημαίνει ότι η υποχώρηση της προσωπικής επιρροής Τραμπ δεν αρκεί για να εξουδετερώσει τις πιέσεις προς την ευρωπαϊκή συνοχή. Οι πολιτικές δυνάμεις που τις εκφράζουν διαθέτουν εγχώριες βάσεις και δικούς τους στόχους.

Το επόμενο εκλογικό τεστ θα δείξει πόσο αποτελεσματικά μπορούν να διατηρήσουν την κοινή ατζέντα, αποφεύγοντας το πολιτικό κόστος της σύνδεσης με τον άνθρωπο που την έκανε παγκόσμιο σύμβολο.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο