Διεθνή

Τραμπ: «Παγώνει» τις κυρώσεις που υπέγραψε – Πολιτική θύελλα για τη Ρωσία και τον Πούτιν

Τραμπ: «Παγώνει» τις κυρώσεις που υπέγραψε – Πολιτική θύελλα για τη Ρωσία και τον Πούτιν
Το προεδρικό διάταγμα αφήνει ανενεργά βασικά μέτρα του νόμου Γκρέιαμ, δύο ημέρες πριν από την εφαρμογή τους. Αντιδράσεις και από Ρεπουμπλικανούς, οργή στο Κίεβο και επιμονή του Λευκού Οίκου ότι προέχει η διαπραγμάτευση.

Νέα σύγκρουση για την αμερικανική πολιτική απέναντι στη Ρωσία προκαλεί η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να εξαιρέσει από την εφαρμογή βασικές κυρώσεις και δασμούς ενός νόμου που ο ίδιος υπέγραψε μόλις τον προηγούμενο μήνα.

Με εκτελεστικό διάταγμα της 16ης Οκτωβρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος αξιοποίησε τη ρήτρα εξαίρεσης του Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026, επικαλούμενος το εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η κίνηση έγινε δύο ημέρες πριν από την προβλεπόμενη ενεργοποίηση σημαντικών μέτρων στις 18 Οκτωβρίου. Ακολουθεί τη συμφωνία με τη Μόσχα για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές και εντείνει την αντιπαράθεση για το αν η Ουάσιγκτον διατηρεί ουσιαστική οικονομική πίεση προς το Κρεμλίνο.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον μια πολιτική επιλογή: πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις ο Λευκός Οίκος είναι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία που του έδωσε το Κογκρέσο.

Ο νόμος ψηφίστηκε, η πίεση αναστέλλεται

Η νομοθεσία, που φέρει το όνομα του εκλιπόντος Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκρέιαμ, σχεδιάστηκε για να αυξήσει το οικονομικό κόστος της συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία.

Περιλαμβάνει μέτρα για χρηματοπιστωτικές και ενεργειακές δραστηριότητες, καθώς και δασμολογικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με το εμπόριο ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Το νέο διάταγμα εξαιρεί από την εφαρμογή βασικές διατάξεις αυτού του πλαισίου. Προβλέπει, μάλιστα, ότι οι εξαιρέσεις θα ισχύουν μέχρι ο πρόεδρος ή οι αρμόδιοι αξιωματούχοι να κρίνουν ότι απαιτείται περαιτέρω ενέργεια.

Δεν καταργείται συνολικά το υφιστάμενο αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων. Το διάταγμα διατηρεί προγενέστερα μέτρα, αλλά αποτρέπει την ενεργοποίηση σημαντικού μέρους της πρόσθετης πίεσης που είχε εγκρίνει το Κογκρέσο.

Η διάκριση είναι κρίσιμη για την κατανόηση της απόφασης: η Ρωσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιορισμούς, ενώ αποφεύγει νέες επιβαρύνσεις που βρίσκονταν προ των πυλών.

Ο Λευκός Οίκος επικαλείται τις συνομιλίες

Η αμερικανική προεδρία υποστηρίζει ότι η απόφαση υπηρετεί τη διπλωματική προσπάθεια για τον τερματισμό του πολέμου.

Στη δημόσια αιτιολόγησή του, ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι η άμεση εφαρμογή των νέων μέτρων θα δυσχέραινε τις συνεχιζόμενες αμερικανικές προσπάθειες για μια διαρκή και συνολική ειρηνευτική συμφωνία.

Παράλληλα, τόνισε ότι ο πρόεδρος διατηρεί τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τις σχετικές εξουσίες εφόσον κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα.

Πρόκειται για μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει τις κυρώσεις ως διαθέσιμο διαπραγματευτικό εργαλείο. Οι επικριτές της αντιτείνουν ότι η μη εφαρμογή τους παρέχει οικονομική ανακούφιση στη Μόσχα χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη ρωσική υποχώρηση.

Η υπόθεση του ντίζελ στο πολιτικό υπόβαθρο

Η απόφαση συνδέεται με τη συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για την ενίσχυση της προσφοράς ντίζελ, σε μια περίοδο υψηλών τιμών καυσίμων και έντονης πίεσης για το κόστος ζωής στις ΗΠΑ.

Η αμερικανική κυβέρνηση είχε ήδη επιτρέψει συγκεκριμένες συναλλαγές ρωσικού ντίζελ μέσω προσωρινής άδειας του υπουργείου Οικονομικών.

Το πάγωμα των πρόσθετων μέτρων περιορίζει τα εμπόδια που θα μπορούσε να δημιουργήσει το νέο νομοθετικό πλαίσιο στην ενεργειακή συναλλαγή.

Η πολιτική σημασία είναι ευρύτερη: η επιδίωξη φθηνότερων καυσίμων συναντά τη στρατηγική απέναντι στη Ρωσία, λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Για τον Τραμπ, η αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους αποτελεί κρίσιμο εσωτερικό στόχο. Για την Ουκρανία, η χαλάρωση της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα επηρεάζει άμεσα τις συνθήκες μέσα στις οποίες συνεχίζεται ο πόλεμος.

Αντιδράσεις και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα

Η αμφισβήτηση της απόφασης δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς.

Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Κόρνιν δήλωσε ότι ο Γκρέιαμ θα ήταν αποτροπιασμένος από την εξέλιξη, ενώ ο Τομ Τίλις χαρακτήρισε την κίνηση βαθιά ανεύθυνη.

Οι παρεμβάσεις αυτές αποτυπώνουν τη διαφωνία τμήματος των Ρεπουμπλικανών με την προσέγγιση του προέδρου απέναντι στο Κρεμλίνο.

Υπάρχουν, ωστόσο, και υποστηρικτές της απόφασης. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τόμας Μάσι, ο οποίος είχε καταψηφίσει τη νομοθεσία, επικρότησε τη χρήση της εξουσίας εξαίρεσης.

Η αντιπαράθεση αναδεικνύει δύο διαφορετικές αντιλήψεις: αυξημένη οικονομική πίεση για να μεταβληθεί η ρωσική στάση ή μεγαλύτερη προεδρική ευελιξία για την αναζήτηση συμφωνίας.

Το Κίεβο βλέπει ενίσχυση της Μόσχας

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αντέδρασε στην απόφαση, συνδέοντάς την με τις συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις κατά των ουκρανικών ενεργειακών υποδομών.

Για την ουκρανική ηγεσία, οι κυρώσεις αποτελούν μέσο περιορισμού των πόρων που διαθέτει η Ρωσία για τη συνέχιση της εισβολής. Η μη ενεργοποίηση νέων μέτρων εκλαμβάνεται ως αποδυνάμωση αυτής της προσπάθειας, ιδιαίτερα ενόψει του χειμώνα.

Ο Ζελένσκι ευχαρίστησε τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικανούς που στήριξαν τη νομοθεσία, επιδιώκοντας να διατηρήσει τη διακομματική υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Στη Μόσχα, αντίθετα, ο προεδρικός απεσταλμένος Κιρίλ Ντμίτριεφ χαιρέτισε την εξέλιξη ως σημαντική στιγμή για τις οικονομικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Η δοκιμασία περνά στα αποτελέσματα

Η χρήση μιας προβλεπόμενης ρήτρας εξαίρεσης δίνει στον Τραμπ το θεσμικό εργαλείο για την απόφασή του. Δεν κλείνει, όμως, την πολιτική συζήτηση για το αποτέλεσμα.

Το ερώτημα που θα ακολουθεί τον Λευκό Οίκο είναι συγκεκριμένο: ποια πρόοδος στις διαπραγματεύσεις θα δικαιολογήσει την αναστολή πρόσθετης πίεσης και τι θα συμβεί εάν οι ρωσικές επιθέσεις συνεχιστούν.

Ο Ζελένσκι έθεσε το ουκρανικό αίτημα, καλώντας να ενεργοποιηθεί η νομοθεσία:

«Αυτός ο νόμος θα μπορούσε να βοηθήσει πάρα πολύ — και ακόμη μπορεί. Αλλά πρέπει να εφαρμοστεί».

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο