Μια πολιτική ανακοίνωση με δυνητικά ιστορικές συνέπειες για την Αίγυπτο και ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο έκανε ο πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, δηλώνοντας ότι θα αποχωρήσει από την εξουσία το 2030 και παρουσιάζοντας ένα σχέδιο προετοιμασίας της επόμενης γενιάς ηγετών υπό την καθοδήγηση των ενόπλων δυνάμεων.
Η πρωτοβουλία, που παρουσιάστηκε σε τελετή αποφοίτησης στρατιωτικών σχολών το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, προβλέπει τη δημιουργία ενός προγράμματος εκπαίδευσης διάρκειας 30 μηνών στην Αιγυπτιακή Στρατιωτική Ακαδημία.
Στόχος, σύμφωνα με τον ίδιο τον Σίσι, είναι η διαμόρφωση προσώπων ικανών να αναλάβουν την προεδρία, υπουργικά χαρτοφυλάκια και άλλες υψηλές κρατικές θέσεις.
Ωστόσο, η πρόταση εγείρει ένα θεμελιώδες ερώτημα: πρόκειται για την προετοιμασία μιας θεσμικής μετάβασης ή για τη δημιουργία ενός συστήματος μέσα από το οποίο ο στρατός θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή της επόμενης πολιτικής ηγεσίας;
«Το 2030 τελειώνει η θητεία μου» – Η δημόσια δέσμευση του Σίσι
Ο Αιγύπτιος πρόεδρος επέλεξε να ξεκαθαρίσει δημοσίως ότι δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε νέα συνταγματική αναθεώρηση προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία.
«Το 2030 ολοκληρώνεται η θητεία μου στην ηγεσία της χώρας. Το ζήτημα έχει οριστικά κλείσει και δεν τίθεται προς συζήτηση», δήλωσε, σύμφωνα με τα αιγυπτιακά μέσα ενημέρωσης.
Η τοποθέτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ο Σίσι κυβερνά από το 2014 και η σημερινή του θητεία αποτελεί την τρίτη κατά σειρά.
Το 2019, συνταγματικές τροποποιήσεις αύξησαν τη διάρκεια της προεδρικής θητείας από τέσσερα σε έξι χρόνια και επέτρεψαν στον ίδιο να διεκδικήσει νέα θητεία.
Αυτή τη φορά, ο Αιγύπτιος πρόεδρος επιμένει ότι δεν θα ακολουθήσει αντίστοιχη διαδικασία.
«Δεν θα αφήσω το αιγυπτιακό κράτος προτού αποκτήσει ανθρώπους ικανούς να αναλάβουν την ευθύνη του», τόνισε, παρουσιάζοντας την προετοιμασία νέων στελεχών ως προσωπική πολιτική προτεραιότητα.
Το σχέδιο των 30 μηνών: Η Στρατιωτική Ακαδημία στο επίκεντρο
Η πρόταση του Σίσι προβλέπει ότι υποψήφιοι για κορυφαίες κρατικές θέσεις θα μπορούν να συμμετέχουν σε πρόγραμμα εκπαίδευσης διάρκειας δυόμισι ετών.
Η εκπαίδευση θα πραγματοποιείται στην Αιγυπτιακή Στρατιωτική Ακαδημία και θα χρηματοδοτείται από τις ένοπλες δυνάμεις.
Σύμφωνα με όσα παρουσίασε ο πρόεδρος, οι συμμετέχοντες θα είναι κάτοχοι διδακτορικών τίτλων από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Αιγύπτου και του εξωτερικού.
Εκατοντάδες υποψήφιοι θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα.
Το αντικείμενο της εκπαίδευσης θα περιλαμβάνει τη λειτουργία των κρατικών θεσμών, τη διοίκηση, την προστασία του κράτους και τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας.
«Θα διδαχθούν τι είναι το κράτος, ποιοι είναι οι θεσμοί του και πώς προστατεύεται», ανέφερε ο Σίσι.
Η επιλογή της Στρατιωτικής Ακαδημίας δεν είναι τυχαία.
Οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις αποτελούν επί δεκαετίες έναν από τους ισχυρότερους θεσμούς της χώρας, με σημαντική επιρροή στην πολιτική, την οικονομία και τη δημόσια διοίκηση.
«Δεν αρκούν δύο ωραίες κουβέντες για να κυβερνήσεις»
Ο Σίσι υπερασπίστηκε την ανάγκη ουσιαστικής εκπαίδευσης όσων φιλοδοξούν να αναλάβουν την ηγεσία της χώρας.
«Αυτή η ελίτ θα δώσει στον αιγυπτιακό λαό τη δυνατότητα να εκλέξει και να επιλέξει», υποστήριξε.
Στη συνέχεια πρόσθεσε μια χαρακτηριστική φράση:
«Δεν μπορεί ο καθένας που λέει δύο ωραίες κουβέντες να ηγηθεί του αιγυπτιακού κράτους».
Με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, ο πρόεδρος επιχείρησε να παρουσιάσει την εκπαίδευση ως μηχανισμό αξιολόγησης της διοικητικής και πολιτικής επάρκειας των μελλοντικών ηγετών.
Ωστόσο, οι επικριτές του σχεδίου εκφράζουν ανησυχίες ότι μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να περιορίσει την πραγματική δυνατότητα ανεξάρτητων πολιτικών προσώπων να διεκδικήσουν την εξουσία.
Το καθοριστικό ζήτημα θα είναι εάν η συμμετοχή στο πρόγραμμα θα αποτελεί απλώς πρόσθετο προσόν ή εάν θα εξελιχθεί σε ουσιαστική προϋπόθεση για την πολιτική ανέλιξη.
Ποιος θα επιλέγει τους υποψήφιους διαδόχους;
Ο Αιγύπτιος πρόεδρος ανακοίνωσε τη δημιουργία επιτροπής που θα αναλάβει την επεξεργασία του νομοθετικού πλαισίου.
Στην επιτροπή θα συμμετέχουν ο πρόεδρος της Βουλής, πολιτικοί, διανοούμενοι και οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Αποστολή της θα είναι να καθορίσει τα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων και να διαμορφώσει τους κανόνες λειτουργίας του προγράμματος.
Η πρόταση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί νομοθετικά.
Επομένως, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για τη διαδικασία επιλογής, τη σχέση της με τις συνταγματικές προϋποθέσεις υποψηφιότητας και τον βαθμό ανεξαρτησίας των μελλοντικών συμμετεχόντων.
Επιπλέον, οι απόφοιτοι δεν θα προορίζονται αποκλειστικά για την προεδρία.
Θα μπορούν να αξιοποιηθούν ως υπουργοί, περιφερειάρχες και ανώτερα στελέχη της κρατικής διοίκησης.
Έτσι, η πρωτοβουλία μπορεί να επηρεάσει συνολικά τη διαδικασία στελέχωσης του αιγυπτιακού κράτους.
Ο στρατός ως «φυτώριο» της πολιτικής εξουσίας
Η σχέση στρατού και πολιτικής στην Αίγυπτο έχει βαθιές ιστορικές ρίζες.
Από την ανατροπή της μοναρχίας το 1952, σχεδόν όλοι οι πρόεδροι της χώρας προέρχονταν από τις ένοπλες δυνάμεις.
Ο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, ο Ανουάρ Σαντάτ και ο Χόσνι Μουμπάρακ είχαν στρατιωτική προέλευση.
Η σημαντικότερη εξαίρεση υπήρξε ο Μοχάμεντ Μόρσι, ο οποίος εξελέγη το 2012 μετά την εξέγερση της Αραβικής Άνοιξης.
Το 2013, ο τότε υπουργός Άμυνας Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι ηγήθηκε της στρατιωτικής ανατροπής του Μόρσι, εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων εναντίον της κυβέρνησής του.
Έναν χρόνο αργότερα εξελέγη πρόεδρος.
Έκτοτε, η επιρροή των ενόπλων δυνάμεων έχει ενισχυθεί όχι μόνο στην ασφάλεια και την άμυνα, αλλά και σε σημαντικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας.
Η νέα πρόταση εντάσσεται σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο.
Οι αναλυτές βλέπουν μια ελεγχόμενη μετάβαση
Ο HA Hellyer, ανώτερος συνεργάτης του βρετανικού Royal United Services Institute, εκτιμά ότι η διαδικασία διαδοχής του Σίσι θα είναι αυστηρά ελεγχόμενη.
Κατά την ανάλυσή του, η στρατιωτική ηγεσία θεωρεί ιστορικά ότι οι πιο σταθερές προεδρίες στην Αίγυπτο ήταν εκείνες που προήλθαν από το ίδιο το θεσμικό σύστημα.
Αυτή η αντίληψη εξηγεί γιατί η επιλογή της Στρατιωτικής Ακαδημίας μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία από μια συνηθισμένη εκπαιδευτική πρωτοβουλία.
Αντίστοιχα, ο Timothy Kaldas, αναπληρωτής διευθυντής του Tahrir Institute for Middle East Policy, χαρακτηρίζει σημαντική την ανακοίνωση αποχώρησης του Σίσι.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι η προηγούμενη εμπειρία συνταγματικών αλλαγών δικαιολογεί επιφυλάξεις για το εάν η δέσμευση του 2030 θα τηρηθεί.
Η πραγματική δοκιμασία θα έρθει όταν πλησιάσει η ολοκλήρωση της σημερινής προεδρικής θητείας.
Το Κάιρο απορρίπτει τις κατηγορίες περί στρατιωτικοποίησης
Η αιγυπτιακή ηγεσία υποστηρίζει ότι ο στόχος της πρωτοβουλίας δεν είναι η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση του κράτους.
Σύμφωνα με την επίσημη επιχειρηματολογία, η εκπαίδευση στη Στρατιωτική Ακαδημία αποσκοπεί στη δημιουργία στελεχών με κοινή αντίληψη για τη λειτουργία των θεσμών και τις ανάγκες της δημόσιας διοίκησης.
Ήδη, νεοεισερχόμενοι σε ορισμένες κρατικές υπηρεσίες, όπως η Δικαιοσύνη και το υπουργείο Εξωτερικών, περνούν από προγράμματα εκπαίδευσης στην Ακαδημία.
Ο Σίσι έχει περιγράψει τη συγκεκριμένη δομή ως πύλη εισόδου στην κρατική υπηρεσία.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται μεγαλύτερη αξιοκρατία και θεσμική συνοχή.
Οι επικριτές, αντίθετα, εκτιμούν ότι η επέκταση του ρόλου της Ακαδημίας μπορεί να ενισχύσει την πολιτική επιρροή των στρατιωτικών θεσμών.
Η επόμενη ημέρα στην Αίγυπτο αφορά και την Ελλάδα
Η πολιτική σταθερότητα της Αιγύπτου αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το Κάιρο είναι βασικός εταίρος της Αθήνας στην Ανατολική Μεσόγειο, με συνεργασία που εκτείνεται από την ενέργεια και τις θαλάσσιες ζώνες μέχρι την ασφάλεια και τις περιφερειακές ισορροπίες.
Η συμφωνία οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου το 2020 αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στις διμερείς σχέσεις.
Παράλληλα, η ενεργειακή συνεργασία και τα σχέδια ηλεκτρικής διασύνδεσης αναδεικνύουν τον ρόλο της Αιγύπτου ως στρατηγικού εταίρου για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
Η προοπτική αλλαγής ηγεσίας το 2030 δημιουργεί επομένως ένα νέο πεδίο γεωπολιτικής ανάλυσης.
Για την Αθήνα, η συνέχεια της αιγυπτιακής εξωτερικής πολιτικής, η σταθερότητα των διμερών συμφωνιών και η διατήρηση της περιφερειακής συνεργασίας θα έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Δεν υπάρχουν, πάντως, ενδείξεις από τις συγκεκριμένες ανακοινώσεις ότι η Αίγυπτος προτίθεται να αναθεωρήσει τις υφιστάμενες στρατηγικές της συνεργασίες.
Τουρκία, Λιβύη και Ανατολική Μεσόγειος: Η γεωπολιτική διάσταση της διαδοχής
Η Αίγυπτος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις ισορροπίες μεταξύ Βόρειας Αφρικής, Μέσης Ανατολής και Ανατολικής Μεσογείου.
Οι σχέσεις της με την Τουρκία έχουν περάσει από περίοδο έντονης αντιπαράθεσης σε σταδιακή διπλωματική εξομάλυνση.
Παράλληλα, η αιγυπτιακή πολιτική στη Λιβύη, οι εξελίξεις στη Γάζα και η ασφάλεια της Διώρυγας του Σουέζ επηρεάζουν άμεσα τις περιφερειακές ισορροπίες.
Η μελλοντική ηγεσία του Καΐρου θα κληθεί να διαχειριστεί αυτές τις σύνθετες σχέσεις.
Η διατήρηση ισχυρού ρόλου των ενόπλων δυνάμεων στη διαδικασία προετοιμασίας των νέων ηγετών ενδέχεται να ευνοήσει τη συνέχεια ορισμένων βασικών επιλογών εθνικής ασφάλειας.
Ωστόσο, η πραγματική εξωτερική πολιτική της μετα-Σίσι εποχής θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που θα επικρατούν όταν πραγματοποιηθεί η μετάβαση.
Το 2030 ως ιστορικό ορόσημο
Εάν ο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι τηρήσει τη δέσμευσή του, θα ολοκληρώσει 16 χρόνια στην προεδρία της Αιγύπτου.
Μια οργανωμένη μεταβίβαση της εξουσίας θα αποτελούσε σημαντικό γεγονός για μια χώρα όπου οι προεδρικές μεταβάσεις έχουν συχνά συνδεθεί με στρατιωτικές παρεμβάσεις, πολιτικές αναταράξεις ή αιφνίδιες αλλαγές.
Ωστόσο, η επιτυχία μιας τέτοιας διαδικασίας δεν θα κριθεί μόνο από το εάν θα αποχωρήσει ο σημερινός πρόεδρος.
Θα κριθεί επίσης από τη διαφάνεια της επιλογής υποψηφίων, τον πραγματικό πολιτικό ανταγωνισμό και τη δυνατότητα των πολιτών να αποφασίσουν ελεύθερα για την επόμενη ηγεσία τους.
Ο Σίσι ανακοίνωσε ότι θα φύγει το 2030. Την ίδια στιγμή, όμως, το σχέδιό του τοποθετεί τον στρατό στο επίκεντρο της προετοιμασίας εκείνων που θα μπορούσαν να τον διαδεχθούν.
Αυτή είναι η κεντρική αντίφαση της νέας πολιτικής πρωτοβουλίας.
Και αυτή θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη συζήτηση για το πολιτικό μέλλον της Αιγύπτου τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Πηγή: pagenews.gr
