Η Γαλλία μετατρέπεται σε μία από τις σημαντικότερες εστίες οικονομικού και πολιτικού κινδύνου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς το δημόσιο χρέος της συνεχίζει να αυξάνεται, οι δημοσιονομικές προσαρμογές καθυστερούν και οι προεδρικές εκλογές του 2027 πλησιάζουν σε ένα περιβάλλον έντονου πολιτικού κατακερματισμού.
Η Scope Ratings προειδοποιεί ότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης αντιμετωπίζει έναν συνδυασμό προβλημάτων που δεν περιορίζονται στα δημόσια οικονομικά.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η δυσκολία διαμόρφωσης σταθερών πολιτικών πλειοψηφιών, ικανών να εφαρμόσουν μακροχρόνιες μεταρρυθμίσεις και να περιορίσουν τη δημοσιονομική επιδείνωση.
Σύμφωνα με την ανάλυση του γερμανικού οίκου αξιολόγησης, το γαλλικό χρέος θα μπορούσε να προσεγγίσει το 130% του ΑΕΠ έως το 2031, από περίπου 116% το 2025, ακόμη και υπό συγκεκριμένες παραδοχές οικονομικής ανάπτυξης και δημοσιονομικής προσαρμογής.
Την ίδια στιγμή, η προοπτική των προεδρικών εκλογών του 2027 και η παρουσία της Μαρίν Λεπέν στην πολιτική αντιπαράθεση δημιουργούν πρόσθετα ερωτήματα για τη μελλοντική πορεία της γαλλικής οικονομικής πολιτικής και τη στάση του Παρισιού απέναντι στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις.
Η Scope θεωρεί ότι το κρίσιμο πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι μόνο η διαθεσιμότητα χρηματοδοτικών πόρων.
Είναι κυρίως η ικανότητα των κυβερνήσεων να λαμβάνουν δύσκολες αποφάσεις, να διαμορφώνουν πολιτικές συναινέσεις και να εφαρμόζουν μεταρρυθμίσεις σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών πιέσεων.
Γαλλικό χρέος: Από το 116% κοντά στο 130% του ΑΕΠ
Η δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών της Scope.
Παρά τις προσπάθειες περιορισμού των ελλειμμάτων, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να κινείται ανοδικά.
Ο οίκος εκτιμά ότι, ακόμη και εάν υλοποιηθούν οι προγραμματισμένες εξοικονομήσεις ύψους 45 δισ. ευρώ, η σταθεροποίηση της πορείας του χρέους θα απαιτούσε πρόσθετα, μόνιμα δημοσιονομικά μέτρα ύψους τουλάχιστον 100 έως 120 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα μεγάλη προσαρμογή, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει αλλαγές στη φορολογία, περιορισμό δαπανών ή αναδιάρθρωση δημόσιων προγραμμάτων.
Το μέγεθος της απαιτούμενης παρέμβασης αποτυπώνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η γαλλική κυβέρνηση.
Η Scope εξετάζει σενάριο στο οποίο η οικονομική ανάπτυξη κινείται περίπου στο 1,1% το 2031 και το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο βελτιώνεται κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2025.
Ακόμη και υπό αυτές τις παραδοχές, και χωρίς πρόσθετους οικονομικούς κραδασμούς, το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να φθάσει κοντά στο 130% του ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη δυσκολία αντιστροφής μιας μακροχρόνιας δημοσιονομικής τάσης όταν τα ελλείμματα παραμένουν υψηλά και η ανάπτυξη είναι περιορισμένη.
Ο λογαριασμός των τόκων γίνεται όλο και βαρύτερος
Η αύξηση του χρέους δεν αποτελεί το μοναδικό πρόβλημα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αναμενόμενη άνοδος των δαπανών εξυπηρέτησής του.
Σύμφωνα με τις προβολές της Scope, οι καθαρές δαπάνες για τόκους αναμένεται να αυξηθούν από περίπου 2% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,6% έως το 2031.
Ως ποσοστό των κρατικών εσόδων, η επιβάρυνση θα μπορούσε να φθάσει το 6,7%.
Η εξέλιξη αυτή έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες.
Όσο μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων εσόδων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους, τόσο μικρότερα γίνονται τα διαθέσιμα περιθώρια για άλλες πολιτικές προτεραιότητες.
Η χρηματοδότηση της άμυνας, των δημόσιων υποδομών, της εκπαίδευσης και της ενεργειακής μετάβασης θα πρέπει να συνυπάρχει με αυξανόμενες δαπάνες τόκων.
Η δημοσιονομική πίεση ενδέχεται να ενισχυθεί εάν το κόστος δανεισμού παραμείνει υψηλό ή εάν η οικονομική ανάπτυξη κινηθεί χαμηλότερα από τις προβλέψεις.
Η υποβάθμιση στην κατηγορία A+ και το μήνυμα προς τις αγορές
Η Scope έχει ήδη υποβαθμίσει τη γαλλική πιστοληπτική αξιολόγηση στην κατηγορία A+, με σταθερές προοπτικές.
Η απόφαση αντανακλά την εκτίμηση ότι οι δημοσιονομικές προκλήσεις έχουν ενισχυθεί και ότι η καθυστέρηση στην εφαρμογή μέτρων προσαρμογής αυξάνει το κόστος των μελλοντικών παρεμβάσεων.
Οι αξιολογήσεις των οίκων πιστοληπτικής ικανότητας αποτελούν σημαντικό σημείο αναφοράς για τους επενδυτές κρατικών ομολόγων.
Δεν καθορίζουν μόνες τους το κόστος δανεισμού, αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αντίληψης των αγορών για τον πιστωτικό κίνδυνο.
Για τη Γαλλία, η δημοσιονομική σταθερότητα έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω του μεγέθους της οικονομίας της και του ρόλου της στην ευρωζώνη.
Μια παρατεταμένη περίοδος αυξημένης αβεβαιότητας θα μπορούσε να επηρεάσει τις αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων και τη διαφορά τους από τα αντίστοιχα γερμανικά.
Η εξέλιξη αυτή θα αποτελούσε ένδειξη του τρόπου με τον οποίο οι επενδυτές αποτιμούν τις οικονομικές και πολιτικές προοπτικές της χώρας.
Εκλογές 2027: Η πολιτική αβεβαιότητα μπαίνει στην εξίσωση του χρέους
Η ανάλυση της Scope δεν περιορίζεται στους οικονομικούς δείκτες.
Ιδιαίτερο βάρος αποδίδεται στις προεδρικές εκλογές που προγραμματίζονται για την άνοιξη του 2027.
Η πολιτική συγκυρία αποκτά σημασία επειδή η εφαρμογή ενός μεγάλου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής απαιτεί σταθερή κυβερνητική στήριξη και δυνατότητα νομοθετικών παρεμβάσεων.
Η Γαλλία έχει ήδη βιώσει περιόδους έντονου κοινοβουλευτικού κατακερματισμού.
Η δυσκολία σχηματισμού σταθερών πλειοψηφιών περιορίζει την ευχέρεια των κυβερνήσεων να προχωρούν σε δύσκολες αποφάσεις.
Η Scope εξετάζει ως βασικό σενάριο την πιθανότητα ο επόμενος πρόεδρος να χρειαστεί να κυβερνήσει με κατακερματισμένο Κοινοβούλιο.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η υλοποίηση φιλόδοξων δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να αντιμετωπίσει πρόσθετα εμπόδια.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές δεν είναι μόνο ποιος θα αναλάβει την προεδρία.
Είναι επίσης εάν θα υπάρχει επαρκής κοινοβουλευτική στήριξη για ένα αξιόπιστο και εφαρμόσιμο οικονομικό πρόγραμμα.
Μαρίν Λεπέν: Ο πολιτικός παράγοντας που εξετάζει η Scope
Στην ανάλυσή της, η Scope αναφέρεται και στις δημοσκοπικές μετρήσεις που εμφανίζουν τη Μαρίν Λεπέν σε ποσοστά περίπου 37%–38% για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών.
Οι μετρήσεις αυτές αποτυπώνουν την εικόνα της πολιτικής συγκυρίας κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται η ανάλυση.
Δεν συνιστούν πρόβλεψη τελικού εκλογικού αποτελέσματος.
Η έκβαση μιας προεδρικής αναμέτρησης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων οι υποψηφιότητες, οι πολιτικές συμμαχίες, η συμμετοχή των ψηφοφόρων και η δυναμική του δεύτερου γύρου.
Η Scope εξετάζει τις ενδεχόμενες επιπτώσεις διαφορετικών πολιτικών σεναρίων στη δημοσιονομική σταθερότητα και στην ευρωπαϊκή συνεργασία.
Μια πιθανή αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης στο Παρίσι θα μπορούσε να επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, τη μεταναστευτική πολιτική, την πράσινη μετάβαση και τη στάση της Γαλλίας απέναντι στην Ουκρανία.
Οι συνέπειες θα εξαρτηθούν από τις συγκεκριμένες αποφάσεις της επόμενης κυβέρνησης και από τους θεσμικούς περιορισμούς που θα αντιμετωπίσει.
Από τη δημοσιονομική κρίση στην ευρωπαϊκή συνοχή
Η Γαλλία δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη οικονομία της ευρωζώνης.
Είναι ιδρυτικό μέλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ και βασικός παράγοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η συνεργασία Παρισιού και Βερολίνου έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε πολλές από τις σημαντικότερες αποφάσεις της Ένωσης.
Επομένως, μια παρατεταμένη περίοδος γαλλικής πολιτικής και δημοσιονομικής αδυναμίας θα μπορούσε να δυσχεράνει την ευρωπαϊκή λήψη αποφάσεων.
Οι προκλήσεις είναι ήδη σημαντικές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαχειριστεί τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις αμυντικές της ανάγκες, την ενεργειακή ασφάλεια, τον ανταγωνισμό με την Κίνα και τις μεταβολές στις διατλαντικές σχέσεις.
Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων απαιτεί κοινές πολιτικές και σημαντικούς χρηματοδοτικούς πόρους.
Εάν μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζει εσωτερική πολιτική παράλυση, η επίτευξη συμφωνιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να γίνει δυσκολότερη.
Ο παράγοντας Ουκρανία και οι γεωπολιτικές επιλογές της Γαλλίας
Η Scope εξετάζει επίσης τις πιθανές γεωπολιτικές επιπτώσεις μιας αλλαγής πολιτικής κατεύθυνσης στη Γαλλία.
Σε δυσμενέστερα σενάρια, μια μελλοντική γαλλική κυβέρνηση θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τη στάση της απέναντι στη Ρωσία και στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η ανάλυση αναφέρεται στην πιθανότητα πολιτικών επιλογών περισσότερο συμβατών με ορισμένες ρωσικές απαιτήσεις.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει διαφωνίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις κυρώσεις, την οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο και τη συνολική στρατηγική έναντι της Μόσχας.
Πρόκειται, ωστόσο, για υποθετικό σενάριο κινδύνου και όχι για δεδομένη μελλοντική εξέλιξη.
Η στάση μιας νέας γαλλικής κυβέρνησης θα καθοριζόταν από το πολιτικό της πρόγραμμα, τις διεθνείς συνθήκες και τις θεσμικές διαδικασίες της ΕΕ.
Το ευρύτερο ζήτημα είναι ότι η πολιτική κατεύθυνση της Γαλλίας επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει κοινή εξωτερική πολιτική.
Η Ευρώπη επενδύει, αλλά υστερεί στην καινοτομία
Πέρα από το γαλλικό πρόβλημα, η Scope εντοπίζει βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Σύμφωνα με την ανάλυση, από το 1999 η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν κατά μέσο όρο περίπου το ίδιο ποσοστό του ΑΕΠ τους, κοντά στο 21%.
Ωστόσο, η κατανομή των επενδύσεων παρουσιάζει σημαντικές διαφορές.
Οι ΗΠΑ δαπανούν περίπου 3,5% του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη, έναντι περίπου 2% στην Ευρώπη.
Η διαφορά αυτή συνδέεται με το αμερικανικό προβάδισμα σε ορισμένους κλάδους προηγμένης τεχνολογίας.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει προκλήσεις στην ανάπτυξη και εμπορική αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, στη χρηματοδότηση καινοτόμων επιχειρήσεων και στη δημιουργία μεγάλων τεχνολογικών ομίλων.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιακή οικονομία και οι προηγμένες βιομηχανικές εφαρμογές αποτελούν πεδία στα οποία ο διεθνής ανταγωνισμός εντείνεται.
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας απαιτεί όχι μόνο περισσότερες επενδύσεις, αλλά και αποτελεσματικότερη αξιοποίησή τους.
Η έκθεση Ντράγκι και οι μεταρρυθμίσεις που καθυστερούν
Οι προκλήσεις αυτές συνδέονται με τις προτάσεις της έκθεσης Ντράγκι για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Η έκθεση αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας, επιτάχυνσης των επενδύσεων και περιορισμού των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Η εφαρμογή τέτοιων πολιτικών, ωστόσο, προϋποθέτει δύσκολες αποφάσεις.
Τα κράτη-μέλη έχουν διαφορετικές δημοσιονομικές δυνατότητες, οικονομικές προτεραιότητες και πολιτικές ισορροπίες.
Η χρηματοδότηση κοινών ευρωπαϊκών επενδύσεων αποτελεί επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η Scope επισημαίνει ότι η πρόοδος στην υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων παραμένει αργή.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αναγνώριση των οικονομικών αδυναμιών.
Αφορά την ικανότητα των κυβερνήσεων να συμφωνήσουν στον τρόπο αντιμετώπισής τους.
Γερμανία: Χαμηλή ανάπτυξη και πίεση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία
Η Γαλλία δεν είναι η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία που αντιμετωπίζει προκλήσεις.
Η Γερμανία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με επίμονα χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Η Scope αναφέρεται σε ανάπτυξη κοντά στο 1% για το 2026, υπογραμμίζοντας την ανάγκη μετατροπής των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων σε υψηλότερη παραγωγικότητα.
Η γερμανική βιομηχανία αντιμετωπίζει αυξημένο ενεργειακό κόστος, διεθνή ανταγωνισμό και την ανάγκη προσαρμογής σε νέες τεχνολογίες.
Οι δυσκολίες αυτές επηρεάζουν ευρύτερα την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς η Γερμανία αποτελεί σημαντικό εμπορικό εταίρο πολλών κρατών-μελών.
Η ταυτόχρονη ύπαρξη δημοσιονομικών προβλημάτων στη Γαλλία και αναπτυξιακών δυσκολιών στη Γερμανία δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική.
Ισπανία, Πορτογαλία και Βόρεια Ευρώπη: Η διαφορετική εικόνα
Η Scope αναγνωρίζει ότι η οικονομική κατάσταση δεν είναι ίδια σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν σημειώσει πρόοδο στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών τους.
Παράλληλα, η Πολωνία, οι σκανδιναβικές οικονομίες και η Ολλανδία εμφανίζουν ισχυρότερες αναπτυξιακές επιδόσεις σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι οι οικονομικές προκλήσεις δεν επηρεάζουν όλα τα κράτη-μέλη με τον ίδιο τρόπο.
Ορισμένες οικονομίες έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα δημοσιονομικών παρεμβάσεων, ενώ άλλες αντιμετωπίζουν περιορισμούς λόγω υψηλού χρέους ή χαμηλής ανάπτυξης.
Η ανομοιογένεια αυτή δυσκολεύει τη διαμόρφωση κοινών πολιτικών.
Οι ανάγκες μιας χώρας με υψηλό χρέος δεν είναι απαραίτητα ίδιες με τις προτεραιότητες μιας οικονομίας που διαθέτει μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια.
Μπορεί η ΕΚΤ να προστατεύσει τη Γαλλία από μια κρίση;
Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα αφορά τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε περίπτωση σοβαρής αναταραχής στη γαλλική αγορά ομολόγων.
Η Scope εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διαθέτουν εργαλεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αποτροπή μιας ευρύτερης χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η ΕΚΤ έχει αναπτύξει μηχανισμούς για την αντιμετώπιση σοβαρών διαταραχών στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
Ωστόσο, η χρήση τέτοιων εργαλείων υπόκειται σε συγκεκριμένους όρους και θεσμικές προϋποθέσεις.
Δεν αποτελεί αυτόματη ή απεριόριστη εγγύηση χρηματοδότησης ενός κράτους.
Η δυνατότητα ευρωπαϊκής παρέμβασης δεν αναιρεί την ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η στήριξη των αγορών μπορεί να περιορίσει τη μετάδοση μιας κρίσης, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Για τη Γαλλία, το βασικό ζητούμενο παραμένει η διαμόρφωση ενός αξιόπιστου και πολιτικά εφαρμόσιμου δημοσιονομικού σχεδίου.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα μια γαλλική δημοσιονομική κρίση
Οι εξελίξεις στη Γαλλία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την ελληνική οικονομία.
Η Ελλάδα αποτελεί μέλος της ευρωζώνης και επηρεάζεται από τις μεταβολές στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.
Μια σημαντική αναταραχή στη γαλλική αγορά κρατικών ομολόγων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη μεταβλητότητα και σε άλλες αγορές της ευρωζώνης.
Οι επιπτώσεις δεν θα ήταν απαραίτητα ίδιες για όλα τα κράτη.
Θα εξαρτώνταν από τις δημοσιονομικές επιδόσεις, τις προοπτικές ανάπτυξης, τη ρευστότητα των αγορών και τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών.
Για την Ελλάδα, η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και της πρόσβασης στις αγορές παραμένει σημαντική προτεραιότητα.
Παράλληλα, η πορεία της γαλλικής οικονομίας επηρεάζει το ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι επενδυτές.
Το 2027 ως κρίσιμη χρονιά για την ευρωπαϊκή οικονομία
Η προειδοποίηση της Scope αναδεικνύει τη στενή σύνδεση ανάμεσα στην οικονομία και στην πολιτική σταθερότητα.
Η Γαλλία αντιμετωπίζει την ανάγκη μεγάλης δημοσιονομικής προσαρμογής, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα δυσκολεύει τον σχεδιασμό μακροχρόνιων παρεμβάσεων.
Οι εκλογές του 2027 αποτελούν σημαντικό ορόσημο, επειδή θα επηρεάσουν τη σύνθεση της επόμενης πολιτικής ηγεσίας και τη δυνατότητά της να εφαρμόσει οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
Η σημασία τους, ωστόσο, ξεπερνά τα γαλλικά σύνορα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις, να αντιμετωπίσει τις ενεργειακές προκλήσεις και να διατηρήσει κοινή στάση απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις.
Για να επιτύχει αυτούς τους στόχους, χρειάζεται αποτελεσματικούς θεσμούς και δυνατότητα πολιτικής συνεννόησης.
Το γαλλικό χρέος αποτελεί το άμεσο οικονομικό πρόβλημα. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αναδεικνύει η Scope είναι η δυνατότητα της Ευρώπης να λαμβάνει και να εφαρμόζει κοινές αποφάσεις σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοσιονομικές πιέσεις, οι πολιτικές διαφωνίες και οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες εντείνονται.
Πηγή: pagenews.gr
