Μια νέα, εξαιρετικά επικίνδυνη στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή φαίνεται πως αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή, καθώς ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, είχε προετοιμαστεί να διατάξει εκτεταμένες αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν, αλλά τα σχέδιά του δεν προχώρησαν λόγω της αντίθεσης του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα των Financial Times, η ισραηλινή στρατιωτική ηγεσία είχε επεξεργαστεί σχέδιο πολυήμερων βομβαρδισμών, με ημερομηνία έναρξης τη 10η Οκτωβρίου 2026.
Η επιχείρηση θα περιλάμβανε πλήγματα σε πυρηνικές εγκαταστάσεις, σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και άλλες κρίσιμες υποδομές του Ιράν.
Ωστόσο, η σχεδιαζόμενη επίθεση δεν πραγματοποιήθηκε.
Κατά τις πληροφορίες του δημοσιεύματος, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η απροθυμία του Τραμπ να επιτρέψει μια νέα μεγάλη πολεμική αναμέτρηση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αποκάλυψη φωτίζει τις σύνθετες σχέσεις Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία παραμένει στενή, αλλά οι πολιτικές και στρατηγικές προτεραιότητες των δύο ηγεσιών δεν ταυτίζονται πάντοτε.
Το σχέδιο της 10ης Οκτωβρίου: Πολυήμερη εκστρατεία κατά του Ιράν
Η ισραηλινή προετοιμασία δεν αφορούσε ένα μεμονωμένο αεροπορικό πλήγμα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες των Financial Times, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις είχαν σχεδιάσει μια επιχείρηση μεγάλης διάρκειας, με διαδοχικά κύματα επιθέσεων εναντίον επιλεγμένων ιρανικών στόχων.
Η επιχείρηση θα μπορούσε να επαναφέρει τη σύγκρουση Ισραήλ–Ιράν σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο έντασης.
Στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκονταν τρεις κατηγορίες στόχων: πυρηνικές εγκαταστάσεις, υποδομές ηλεκτροπαραγωγής και άλλες εγκαταστάσεις κρίσιμες για τη λειτουργία του ιρανικού κράτους.
Η επιλογή τέτοιων στόχων θα μπορούσε να έχει συνέπειες που ξεπερνούν το στρατιωτικό πεδίο.
Πλήγματα σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής ενδέχεται να επηρεάσουν την παροχή ρεύματος σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, νοσοκομεία και κατοικημένες περιοχές, ανάλογα με την έκταση των ζημιών και τη δυνατότητα λειτουργίας εναλλακτικών δικτύων.
Παράλληλα, επιθέσεις σε πυρηνικές εγκαταστάσεις δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και τον κίνδυνο περιβαλλοντικών συνεπειών.
Το γεγονός ότι οι στόχοι περιλάμβαναν πολιτικές υποδομές ενισχύει και τη σημασία της αξιολόγησης των επιχειρήσεων βάσει του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Ο Τραμπ πάτησε φρένο: Πρώτα οι ενδιάμεσες εκλογές
Το σημαντικότερο στοιχείο της αποκάλυψης αφορά την αμερικανική στάση.
Κατά τις πηγές των Financial Times, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιτάχθηκε στην επανέναρξη μιας εκτεταμένης στρατιωτικής εκστρατείας πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Η αμερικανική εκλογική αναμέτρηση έχει προγραμματιστεί για τις 3 Νοεμβρίου και θα καθορίσει τη σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και σημαντικού μέρους της Γερουσίας.
Μια νέα πολεμική κλιμάκωση με το Ιράν θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη αβεβαιότητα για την οικονομία και τις διεθνείς αγορές.
Η πιθανότητα ιρανικών αντιποίνων, η ασφάλεια αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή και η διακύμανση των τιμών της ενέργειας αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για κάθε αμερικανική κυβέρνηση.
Η αντίθεση του Τραμπ, όπως περιγράφεται στο δημοσίευμα, δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με εγκατάλειψη της στρατιωτικής επιλογής.
Υποδηλώνει όμως ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμούσε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή μια νέα σύγκρουση μεγάλης κλίμακας.
Η διαφορά αυτή είναι καθοριστική: άλλο η απόρριψη μιας επιχείρησης λόγω του χρόνου πραγματοποίησής της και άλλο η συνολική αλλαγή στρατηγικής απέναντι στο Ιράν.
Η μυστική λίστα στόχων και οι νέες πληροφορίες των υπηρεσιών
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι ότι Ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν παρουσιάσει επικαιροποιημένο κατάλογο στόχων στο ιρανικό έδαφος.
Σύμφωνα με πηγή που επικαλούνται οι Financial Times, η λίστα βασιζόταν σε νέες πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών.
Περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, υποδομές πολιτικού χαρακτήρα που δεν είχαν πληγεί κατά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις μέσα στο 2026.
Η ύπαρξη επικαιροποιημένου καταλόγου δείχνει ότι ο επιχειρησιακός σχεδιασμός είχε προχωρήσει πέρα από μια γενική πολιτική συζήτηση.
Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι είχε ληφθεί οριστική απόφαση εκτέλεσης ή ότι είχαν ολοκληρωθεί όλες οι αναγκαίες εγκρίσεις.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς οι στρατιωτικές δυνάμεις συχνά επεξεργάζονται διαφορετικά σενάρια χωρίς όλα να μετατρέπονται σε πραγματικές επιχειρήσεις.
Το συγκεκριμένο σχέδιο, πάντως, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, συνδεόταν με την πρόθεση επανέναρξης μεγάλης κλίμακας επιθέσεων.
Ο Πιτ Χέγκσεθ στο Ισραήλ: Η Ουάσιγκτον παρακολουθεί από κοντά
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ στο Ισραήλ τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με Ισραηλινό αξιωματούχο που επικαλούνται οι Financial Times, ο Χέγκσεθ πραγματοποίησε συνομιλίες με τον Νετανιάχου και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη.
Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την ημερομηνία κατά την οποία φερόταν να έχει προγραμματιστεί η έναρξη των επιθέσεων.
Η χρονική αυτή ακολουθία προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις διαβουλεύσεις.
Δεν έχει επιβεβαιωθεί δημόσια ότι το συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχέδιο αποτέλεσε αντικείμενο των συνομιλιών.
Ωστόσο, η παρουσία του επικεφαλής του Πενταγώνου στο Ισραήλ υπογραμμίζει τη σημασία της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής συνεργασίας σε μια περίοδο υψηλής έντασης.
Κατά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ, το Πεντάγωνο δεν είχε απαντήσει στο σχετικό αίτημα των Financial Times για σχολιασμό.
Axios: Οι συζητήσεις Τραμπ–Νετανιάχου και η αμερικανική αμφισβήτηση
Η αποκάλυψη των Financial Times έρχεται να προστεθεί σε προηγούμενο δημοσίευμα του Axios.
Το αμερικανικό μέσο είχε αναφέρει ότι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου συζήτησαν την πιθανότητα επανέναρξης εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν πριν από τις εκλογικές αναμετρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ισραήλ.
Ωστόσο, Αμερικανός αξιωματούχος αμφισβήτησε ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια συζήτηση.
Η αντίφαση αυτή δείχνει ότι δεν υπάρχει πλήρης δημόσια επιβεβαίωση για το περιεχόμενο των επαφών των δύο ηγετών.
Αυτό που προκύπτει από τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις είναι η ύπαρξη έντονων διαβουλεύσεων και διαφορετικών εκτιμήσεων για τον χρόνο μιας πιθανής νέας επιχείρησης.
Το ακριβές περιεχόμενο των συνομιλιών, οι αποφάσεις που ενδεχομένως ελήφθησαν και το επίπεδο αμερικανικής εμπλοκής δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
Νετανιάχου και Τραμπ: Κοινός αντίπαλος, διαφορετικό πολιτικό ρολόι
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αντιμετωπίζουν το ιρανικό πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα ως σημαντική πρόκληση ασφάλειας.
Ωστόσο, η κοινή στρατηγική ανησυχία δεν συνεπάγεται πάντοτε συμφωνία για τον χρόνο και την έκταση της στρατιωτικής δράσης.
Για το Ισραήλ, η δυνατότητα περιορισμού των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων συνδέεται με την εθνική ασφάλεια και την περιφερειακή ισορροπία ισχύος.
Για την Ουάσιγκτον, κάθε απόφαση επηρεάζεται επίσης από την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, τις σχέσεις με τις αραβικές χώρες και τις πιθανές συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία.
Η προεκλογική περίοδος προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα.
Μια στρατιωτική σύγκρουση λίγο πριν από την κάλπη θα μπορούσε να μεταβάλει το πολιτικό περιβάλλον στις ΗΠΑ, χωρίς να είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα η κατεύθυνση αυτής της επίδρασης.
Αυτή η διαφορά χρονικών προτεραιοτήτων βρίσκεται στον πυρήνα των πληροφοριών που δημοσιεύουν οι Financial Times.
Το Ιράν και ο κίνδυνος μιας νέας περιφερειακής ανάφλεξης
Η επανέναρξη εκτεταμένων ισραηλινών επιθέσεων θα μπορούσε να προκαλέσει ιρανική απάντηση.
Η Τεχεράνη διαθέτει πυραυλικές δυνατότητες και περιφερειακά δίκτυα σχέσεων που μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή.
Το εύρος οποιωνδήποτε αντιποίνων θα εξαρτιόταν από τη φύση των πληγμάτων, τις ζημιές και τις αποφάσεις της ιρανικής ηγεσίας.
Μια κλιμάκωση θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους για στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εμπορικές μεταφορές και ενεργειακές υποδομές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο Περσικός Κόλπος και η θαλάσσια δίοδος των Στενών του Ορμούζ.
Πρόκειται για περιοχή καθοριστική για τις διεθνείς ροές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ακόμη και χωρίς παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας, η αύξηση του κινδύνου μπορεί να επηρεάσει το κόστος ασφάλισης πλοίων και τις προσδοκίες των ενεργειακών αγορών.
Πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ναυτιλία: Η οικονομική απειλή πίσω από τους βομβαρδισμούς
Οι οικονομικές συνέπειες μιας νέας σύγκρουσης δεν θα περιορίζονταν στο Ισραήλ και στο Ιράν.
Οι διεθνείς αγορές ενέργειας παρακολουθούν στενά κάθε εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει την προσφορά πετρελαίου και τη θαλάσσια μεταφορά καυσίμων.
Η πιθανότητα νέων επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές θα μπορούσε να ενισχύσει τη μεταβλητότητα των τιμών.
Για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ιδιαίτερη σημασία λόγω της ευαισθησίας τους στο ενεργειακό κόστος.
Οι επιπτώσεις θα εξαρτιόνταν από τη διάρκεια της κρίσης, τη γεωγραφική έκτασή της και την πραγματική διαταραχή των ενεργειακών ροών.
Για την ελληνική ναυτιλία, το ενδιαφέρον είναι άμεσο.
Οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο επηρεάζουν την εκτίμηση κινδύνου για τα δεξαμενόπλοια, τα ασφάλιστρα και τον σχεδιασμό των θαλάσσιων δρομολογίων.
Η αποφυγή μιας νέας πολυήμερης στρατιωτικής εκστρατείας περιορίζει έναν πιθανό άμεσο παράγοντα αποσταθεροποίησης, χωρίς να εξαλείφει τον συνολικό γεωπολιτικό κίνδυνο.
Οι πολιτικές υποδομές στο στόχαστρο και τα όρια του πολέμου
Η αναφορά σε ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς και άλλες πολιτικές υποδομές αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές πτυχές του φερόμενου σχεδίου.
Σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, οι επιθέσεις πρέπει να κατευθύνονται εναντίον νόμιμων στρατιωτικών στόχων.
Μια εγκατάσταση πολιτικού χαρακτήρα δεν καθίσταται αυτομάτως νόμιμος στρατιωτικός στόχος επειδή έχει στρατηγική ή οικονομική σημασία.
Απαιτείται συγκεκριμένη αξιολόγηση της στρατιωτικής χρήσης της, της αναμενόμενης στρατιωτικής ωφέλειας και των πιθανών συνεπειών για τον άμαχο πληθυσμό.
Η αρχή της αναλογικότητας απαγορεύει επιθέσεις όταν οι αναμενόμενες παράπλευρες απώλειες αμάχων ή ζημιές σε πολιτικά αντικείμενα θα ήταν υπερβολικές σε σχέση με το συγκεκριμένο και άμεσο στρατιωτικό πλεονέκτημα.
Επομένως, η επιλογή στόχων όπως σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα απαιτούσε ιδιαίτερα αυστηρή νομική και επιχειρησιακή αξιολόγηση.
Η δημοσιοποίηση ενός καταλόγου πιθανών στόχων δεν αρκεί από μόνη της για να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με τη νομιμότητα μιας επιχείρησης που δεν πραγματοποιήθηκε.
Η επόμενη ημέρα: Αναβολή ή αλλαγή στρατηγικής;
Το κεντρικό ερώτημα μετά την αποκάλυψη των Financial Times είναι εάν το ισραηλινό σχέδιο εγκαταλείφθηκε ή απλώς αναβλήθηκε.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επιτρέπουν οριστική απάντηση.
Η φερόμενη αντίθεση του Τραμπ αφορούσε ειδικά την επανέναρξη της σύγκρουσης πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι η Ουάσιγκτον απέκλεισε συνολικά μελλοντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Αντίστοιχα, δεν υπάρχει δημόσια ανακοίνωση του Ισραήλ που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη και την ακύρωση του συγκεκριμένου σχεδίου.
Αυτό σημαίνει ότι η περιφερειακή κατάσταση παραμένει ευάλωτη σε νέες εξελίξεις.
Η πορεία των διπλωματικών επαφών, οι στρατιωτικές κινήσεις και οι δημόσιες τοποθετήσεις των εμπλεκόμενων κυβερνήσεων θα καθορίσουν το επόμενο στάδιο.
Το μήνυμα από την Ουάσιγκτον προς την Ιερουσαλήμ
Η αποκάλυψη αναδεικνύει ένα βασικό στοιχείο της αμερικανοϊσραηλινής σχέσης: η στενή στρατηγική συνεργασία δεν σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική επιλογή αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από τις δύο κυβερνήσεις.
Ο Νετανιάχου, σύμφωνα με τις πληροφορίες των Financial Times, είχε προχωρήσει σε προετοιμασία για νέα εκτεταμένη εκστρατεία κατά του Ιράν.
Ο Τραμπ, όμως, εμφανίζεται να αντιτάχθηκε στην πραγματοποίησή της πριν από τις αμερικανικές εκλογές.
Το αποτέλεσμα ήταν να μην πραγματοποιηθεί η σχεδιαζόμενη επίθεση της 10ης Οκτωβρίου.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί εγγύηση διαρκούς αποκλιμάκωσης.
Αντίθετα, υπογραμμίζει πόσο στενά συνδέονται οι στρατιωτικές αποφάσεις στη Μέση Ανατολή με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ουάσιγκτον.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της αποκάλυψης είναι ότι μια νέα εκστρατεία βομβαρδισμών κατά του Ιράν φέρεται να είχε ήδη σχεδιαστεί, με στόχους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν εκατομμύρια αμάχους και τη διεθνή ενεργειακή ασφάλεια.
Προς το παρόν, οι πύραυλοι δεν εκτοξεύθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επιχείρησης.
Όμως η απουσία μιας επίθεσης δεν σημαίνει ότι έχουν εξαλειφθεί οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια νέα πολεμική αναμέτρηση.
Πηγή: pagenews.gr
