Τραμπ: Μετά τις 3 Νοεμβρίου «λύνονται τα χέρια του» – Ιράν, Πούτιν και Ουκρανία στη δίνη αποφάσεων
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Τραμπ: Μετά τις 3 Νοεμβρίου «λύνονται τα χέρια του» – Ιράν, Πούτιν και Ουκρανία στη δίνη αποφάσεων
Η 3η Νοεμβρίου 2026 δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη ημερομηνία στο αμερικανικό πολιτικό ημερολόγιο. Για την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη, τη Μόσχα, το Κίεβο και την Ιερουσαλήμ, οι ενδιάμεσες εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για αποφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διεθνή ασφάλεια, την ενεργειακή αγορά και την εξέλιξη δύο μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ και το ερώτημα εάν η ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας θα του επιτρέψει να κινηθεί με μεγαλύτερη ευχέρεια στην εξωτερική πολιτική.
Η ανάλυση που αναπτύσσεται στη διεθνή αρθρογραφία δεν αντιμετωπίζει την κάλπη ως μηχανισμό επίλυσης των κρίσεων. Αντίθετα, εξετάζει το ενδεχόμενο η λήξη της προεκλογικής περιόδου να επιταχύνει αποφάσεις που μέχρι σήμερα έχουν αναβληθεί.
Το κρίσιμο χρονικό παράθυρο εντοπίζεται μεταξύ 4 και 19 Νοεμβρίου, όταν η αμερικανική κυβέρνηση θα έχει μπροστά της ένα νέο πολιτικό περιβάλλον, αλλά το Κογκρέσο που θα προκύψει από τις εκλογές δεν θα έχει ακόμη αναλάβει καθήκοντα.
Η υπόσχεση Τραμπ για το Ιράν με ημερομηνία λήξης
Στις 8 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ διατύπωσε μια ιδιαίτερα συγκεκριμένη δέσμευση μέσω του Truth Social:
«Δεν θα επιτεθούμε στο Ιράν οποιαδήποτε στιγμή πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές».
Η σημασία της δήλωσης βρίσκεται στη χρονική της διατύπωση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν απέκλεισε μια νέα στρατιωτική επιχείρηση συνολικά. Περιόρισε τη δέσμευσή του στην περίοδο πριν από την εκλογική αναμέτρηση.
Την ίδια εβδομάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η διεθνής ανάλυση, περίπου 9.000 επιπλέον Αμερικανοί ναύτες και πεζοναύτες κατευθύνθηκαν προς τον Περσικό Κόλπο, αυξάνοντας την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή σε περίπου 20.000 άνδρες.
Παράλληλα, αναφέρεται η παρουσία τουλάχιστον τριών ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων.
Η ενίσχυση των δυνάμεων δεν αποδεικνύει ότι έχει ληφθεί απόφαση για νέα επίθεση. Δείχνει, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες στην περιοχή ενώ συνεχίζονται οι διπλωματικές διεργασίες.
Στενά του Ορμούζ: Η ενεργειακή κρίση στο κέντρο της αντιπαράθεσης
Ο πόλεμος Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με το Ιράν, που άρχισε στις 28 Φεβρουαρίου, έχει μετατρέψει τα Στενά του Ορμούζ σε κεντρικό πεδίο στρατιωτικής και οικονομικής αντιπαράθεσης.
Η εκεχειρία του Ιουνίου κατέρρευσε εξαιτίας των διαφωνιών για τον έλεγχο και τη λειτουργία της κρίσιμης θαλάσσιας διόδου, ενώ η αμερικανική πλευρά εφαρμόζει αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών.
Η Τεχεράνη έχει δηλώσει ότι εξακολουθεί να προσφέρει τη δυνατότητα επαναλειτουργίας των Στενών εντός έξι ημερών, συνδέοντας όμως την πρότασή της με άρση κυρώσεων και αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων.
Η Ουάσιγκτον έχει απορρίψει την τελευταία εκδοχή των ιρανικών όρων.
Το αδιέξοδο έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν στρατηγική δίοδο για τις διεθνείς μεταφορές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Κάθε νέα κλιμάκωση μπορεί να επηρεάσει τις τιμές ενέργειας, τα ναύλα, την ασφάλιση πλοίων και το κόστος παραγωγής.
Για την Ευρώπη, η οποία προετοιμάζεται για τον χειμώνα, μια παρατεταμένη διαταραχή στις ενεργειακές ροές θα αποτελούσε πρόσθετη οικονομική πίεση.
Γιατί η κάλπη της 3ης Νοεμβρίου έχει σημασία για τον Λευκό Οίκο
Η βασική υπόθεση της ανάλυσης είναι ότι η προεκλογική περίοδος έχει περιορίσει τις επιλογές του Τραμπ περισσότερο μέσω της οικονομικής δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων παρά μέσω θεσμικών εμποδίων από το Κογκρέσο.
Οι αυξημένες τιμές καυσίμων επηρεάζουν άμεσα τα αμερικανικά νοικοκυριά και αποτελούν πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα.
Σύμφωνα με δημοσκοπικά στοιχεία που επικαλείται το αρχικό δημοσίευμα, περίπου έξι στους δέκα Αμερικανούς αποδοκιμάζουν τους χειρισμούς του Τραμπ στο Ιράν.
Η εκλογική αναμέτρηση, επομένως, δημιουργεί ισχυρό κίνητρο αποφυγής νέας κλιμάκωσης πριν από την ψηφοφορία.
Μετά τις εκλογές, το άμεσο αυτό προεκλογικό κίνητρο παύει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρόεδρος αποκτά απεριόριστη εξουσία ή ότι μια στρατιωτική επιχείρηση είναι αναπόφευκτη.
Σημαίνει ότι αλλάζει ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν τον πολιτικό χρόνο λήψης αποφάσεων.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να τελειώσει αμέσως μετά τις εκλογές, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων βομβαρδισμών.
Όταν ρωτήθηκε εάν η εκλογική αναμέτρηση επηρεάζει τη σκέψη του, απάντησε:
«Όχι, δεν έχει καμία επίδραση».
Η διαφορά ανάμεσα στις δημόσιες δηλώσεις και στον χρονικό σχεδιασμό των κινήσεων αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία της γεωπολιτικής συζήτησης.
Η Ρωσία και η αναστολή των κυρώσεων: Το δεύτερο μέτωπο
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε μια σημαντική απόφαση για τις σχέσεις με τη Ρωσία.
Στις 16 Οκτωβρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέστειλε την εφαρμογή σχεδόν όλων των κυρώσεων που προβλέπονταν από τον νόμο Graham, ο οποίος είχε υπογραφεί στις 18 Σεπτεμβρίου.
Η απόφαση ελήφθη δύο ημέρες πριν από την προβλεπόμενη έναρξη ισχύος των σχετικών διατάξεων.
Σύμφωνα με την περιγραφή του νομοθετικού πλαισίου, ο πρόεδρος μπορεί να ενεργοποιήσει την εξαίρεση επικαλούμενος το εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς να απαιτείται ξεχωριστή ψηφοφορία του Κογκρέσου για την ίδια την αναστολή.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε προβληματισμό μεταξύ Αμερικανών βουλευτών που υποστηρίζουν τη διατήρηση ισχυρής οικονομικής πίεσης στη Μόσχα.
Η αναστολή των κυρώσεων συμπίπτει με τη συμφωνία για εισαγωγές ρωσικού ντίζελ, την οποία η κυβέρνηση Τραμπ συνδέει με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων.
Για το Κίεβο, όμως, οι κινήσεις αυτές δημιουργούν ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη ρωσική εισβολή.
Ζελένσκι και Τραμπ: Οι διαφωνίες βαθαίνουν
Οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου έχουν επιβαρυνθεί από τις τελευταίες αμερικανικές επιλογές.
Σύμφωνα με τις αναφορές που περιλαμβάνονται στην ανάλυση, η Ουκρανία διέκοψε πρόωρα συνομιλίες με Αμερικανούς απεσταλμένους στο Μαϊάμι μετά τη συμφωνία της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα για το ντίζελ.
Παράλληλα, οι ουκρανικές δυνάμεις επανέλαβαν επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, παρά τις προσπάθειες του Τραμπ να προωθήσει μια ενεργειακή εκεχειρία.
Η διαφωνία αφορά δύο διαφορετικές στρατηγικές προσεγγίσεις.
Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις οικονομικές συνέπειες της ενεργειακής κρίσης και να επιταχύνει τη διπλωματική διαδικασία.
Η ουκρανική πλευρά θεωρεί ότι η πίεση στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές αποτελεί εργαλείο περιορισμού των δυνατοτήτων χρηματοδότησης και διεξαγωγής του πολέμου.
Το αποτέλεσμα είναι μια δύσκολη διαπραγματευτική σχέση, στην οποία οι οικονομικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις στρατιωτικές επιδιώξεις του Κιέβου.
Το παράθυρο μέχρι τις 3 Ιανουαρίου
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ο χρόνος ανάληψης καθηκόντων του νέου αμερικανικού Κογκρέσου.
Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα αναλάβει καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου 2027.
Μέχρι τότε, η νομοθετική εξουσία θα ασκείται από το απερχόμενο Κογκρέσο.
Η χρονική αυτή απόσταση έχει πρακτική σημασία.
Μια ενδεχόμενη αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών δεν θα μεταβάλει αμέσως τις δυνατότητες εποπτείας της κυβέρνησης.
Το απερχόμενο Κογκρέσο εξακολουθεί να διαθέτει νομοθετικά και δημοσιονομικά εργαλεία, αλλά η χρήση τους εξαρτάται από τις πολιτικές πλειοψηφίες και τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα νομοσχέδια για την άμυνα και τις ομοσπονδιακές δαπάνες που αναμένεται να απασχολήσουν το Κογκρέσο τον Δεκέμβριο.
Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Ντον Μπέικον έχει προειδοποιήσει ότι οι επιλογές της κυβέρνησης για τη Ρωσία μπορούν να περιπλέξουν τη νομοθετική ατζέντα.
Άλλοι Ρεπουμπλικανοί, μεταξύ των οποίων ο Μάικλ Τέρνερ, εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε μια άμεση κοινοβουλευτική σύγκρουση.
Η πολιτική διαφωνία είναι υπαρκτή, αλλά δεν συνεπάγεται αυτόματη δυνατότητα ανατροπής των προεδρικών αποφάσεων.
Μπορεί το Κογκρέσο να μπλοκάρει τον Τραμπ;
Η αμερικανική Βουλή είχε εγκρίνει τον νόμο Graham με 262 ψήφους υπέρ και 159 κατά.
Η πλειοψηφία αυτή, σύμφωνα με την ανάλυση, υπολείπεται του ορίου των δύο τρίτων που απαιτείται για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο.
Επομένως, η δυνατότητα νομοθετικής ανατροπής της αναστολής των κυρώσεων εξαρτάται από την εξασφάλιση ευρύτερων διακομματικών συμμαχιών.
Το Κογκρέσο διατηρεί επίσης δυνατότητες πολιτικού ελέγχου, δημόσιων ακροάσεων και παρέμβασης στη χρηματοδότηση κυβερνητικών προγραμμάτων.
Ωστόσο, οι διαδικασίες αυτές απαιτούν χρόνο.
Αυτό ακριβώς το χρονικό στοιχείο βρίσκεται στον πυρήνα της ανάλυσης για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου.
Η Ουκρανία περιμένει αλλαγή στην Ουάσιγκτον
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι παρακολουθεί τις αμερικανικές εκλογές, γνωρίζοντας ότι οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί μπορούν να επηρεάσουν τη μελλοντική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Μια διαφορετική πλειοψηφία στη Βουλή θα μπορούσε να οδηγήσει σε εντονότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο της πολιτικής Τραμπ, εφόσον αυτό αποτελέσει προτεραιότητα των νέων βουλευτών.
Ωστόσο, η επίδραση μιας τέτοιας αλλαγής θα εκδηλωνόταν μετά την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Κογκρέσου.
Η ανάλυση υποστηρίζει ότι η περίοδος μέχρι τον Ιανουάριο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Λευκό Οίκο για εντατικοποίηση των διαπραγματεύσεων με το Κίεβο.
Ο Τραμπ έχει ήδη εκφράσει δημόσια την άποψη ότι «ήρθε η ώρα να διαπραγματευτεί κάποιος άλλος εκ μέρους της Ουκρανίας».
Η δήλωση αποτυπώνει τη δυσαρέσκεια της αμερικανικής κυβέρνησης για την πορεία των συνομιλιών.
Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της απόδειξη ότι έχει συμφωνηθεί νέο πλαίσιο διευθέτησης με τη Μόσχα.
Ισραήλ: Η κάλπη της 27ης Οκτωβρίου και ο παράγοντας Νετανιάχου
Η ισραηλινή πολιτική σκηνή αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα της εξίσωσης.
Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου προηγούνται κατά μία εβδομάδα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών.
Σύμφωνα με τον μέσο όρο επτά δημοσκοπήσεων που παραθέτει η ανάλυση, ο συνασπισμός του Μπενιαμίν Νετανιάχου και το αντίπαλο πολιτικό μπλοκ του Γκάντι Άιζενκοτ καταγράφουν περίπου 51 έδρες το καθένα.
Πρόκειται για δημοσκοπική αποτύπωση και όχι για εκλογικό αποτέλεσμα. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία απαιτεί 61 έδρες.
Τα επίσημα αποτελέσματα αναμένονται στις 4 Νοεμβρίου, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσει η διαδικασία διερευνητικών εντολών για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Στο ισραηλινό σύστημα, ο πρόεδρος διαβουλεύεται με τα κοινοβουλευτικά κόμματα πριν αναθέσει σε πολιτικό αρχηγό την προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης.
Η αρχική προθεσμία μπορεί να φτάσει τις 28 ημέρες.
Επομένως, το αποτέλεσμα της κάλπης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε άμεση κυβερνητική αλλαγή.
Ο Νετανιάχου θα μπορούσε να συνεχίσει να ασκεί καθήκοντα στο μεταβατικό διάστημα, μέχρι τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την κρίση με το Ιράν, καθώς οι αμερικανικές και ισραηλινές στρατιωτικές και διπλωματικές επιλογές παραμένουν στενά συνδεδεμένες.
Το τρίγωνο Ουάσιγκτον–Τελ Αβίβ–Τεχεράνη
Η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.
Το Ισραήλ έχει δικές του στρατηγικές προτεραιότητες, ενώ η Τεχεράνη επιχειρεί να εξασφαλίσει άρση κυρώσεων και οικονομικές διευκολύνσεις ως αντάλλαγμα για μια συμφωνία στα Στενά του Ορμούζ.
Για την Ουάσιγκτον, η βασική πρόκληση είναι να συνδυάσει την αποκατάσταση των ενεργειακών ροών με τους στόχους ασφαλείας των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.
Για το Ισραήλ, οι όροι οποιασδήποτε συμφωνίας με το Ιράν συνδέονται με ζητήματα στρατιωτικής ασφάλειας και περιφερειακής ισορροπίας.
Για την Τεχεράνη, η δυνατότητα οικονομικής ανακούφισης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο των διαπραγματεύσεων.
Οι διαφορετικές αυτές επιδιώξεις εξηγούν γιατί μια συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με συνολική πολιτική διευθέτηση.
Τρία ενδεχόμενα για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου
Η διεθνής ανάλυση διαμορφώνει τρία υποθετικά σενάρια για την περίοδο μετά τις αμερικανικές εκλογές.
Πρώτο σενάριο: Ενίσχυση της πίεσης χωρίς άμεση συνολική κλιμάκωση.
Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να θέσει νέα προθεσμία στην Τεχεράνη για την αποδοχή όρων σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ, διατηρώντας τον αποκλεισμό και τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Παράλληλα, θα μπορούσαν να συνεχιστούν οι επαφές των Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ για την Ουκρανία, χωρίς άμεση συμφωνία.
Δεύτερο σενάριο: Νέα στρατιωτική κλιμάκωση με το Ιράν.
Εάν οι διαπραγματεύσεις καταρρεύσουν, η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να εξετάσει την επανάληψη στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και θα μπορούσε να προκαλέσει νέες αναταράξεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τρίτο σενάριο: Διπλωματική συμφωνία για το Ορμούζ.
Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη θα μπορούσαν να καταλήξουν σε συμβιβασμό που θα επέτρεπε τη σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, με αντάλλαγμα συγκεκριμένες οικονομικές ή άλλες δεσμεύσεις.
Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει μέρος της ενεργειακής αβεβαιότητας, χωρίς να επιλύει αυτομάτως όλες τις διαφορές μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Τα τρία σενάρια αποτελούν αναλυτικές εκδοχές και όχι επιβεβαιωμένες αποφάσεις ή δεδομένες εξελίξεις.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Το ενεργειακό κόστος μιας νέας κρίσης
Για την Ευρώπη, οι εξελίξεις μετά τις 3 Νοεμβρίου συνδέονται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια.
Η πιθανότητα νέας έντασης στον Περσικό Κόλπο συμπίπτει με την έναρξη της χειμερινής περιόδου, όταν η ζήτηση για φυσικό αέριο αυξάνεται.
Η διαταραχή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τις άμεσες προμήθειες, αλλά και τις διεθνείς τιμές μέσω των αγορών και των συμβολαίων μεταφοράς.
Παράλληλα, η αμερικανική πολιτική για το ρωσικό ντίζελ δημιουργεί πρόσθετη συζήτηση σχετικά με τη συνοχή των δυτικών κυρώσεων.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες με δύο παράλληλες προκλήσεις: τη διαχείριση των οικονομικών συνεπειών της κρίσης στη Μέση Ανατολή και τη διατήρηση της υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Η σύνδεση αυτών των μετώπων καθιστά τις αμερικανικές αποφάσεις ιδιαίτερα σημαντικές για τη μελλοντική ενεργειακή και γεωπολιτική ισορροπία της Ευρώπης.
Το πραγματικό ερώτημα μετά τις 3 Νοεμβρίου
Η κεντρική θέση της ανάλυσης είναι ότι οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελούν απαραίτητα παράγοντα αποκλιμάκωσης των διεθνών κρίσεων.
Αντίθετα, η ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας μπορεί να μεταβάλει τα πολιτικά κίνητρα και τον χρονικό ορίζοντα των αποφάσεων του Λευκού Οίκου.
Ωστόσο, η στρατιωτική κλιμάκωση δεν αποτελεί τη μοναδική επιλογή.
Η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε επίσης να αξιοποιήσει την περίοδο μετά τις εκλογές για διπλωματικές συμφωνίες που θα ήταν πολιτικά δυσκολότερο να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.
Στο Ιράν, το κρίσιμο ζήτημα θα είναι εάν η Ουάσιγκτον θα απαντήσει στην πρόταση της Τεχεράνης για τα Στενά του Ορμούζ με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ή με νέα διαπραγματευτική διαδικασία.
Στην Ουκρανία, το ενδιαφέρον στρέφεται στην ένταση των αμερικανικών πιέσεων για ειρηνευτική διευθέτηση και στη στάση της Μόσχας απέναντι στις εγγυήσεις ασφαλείας που ζητά το Κίεβο.
Στο Ισραήλ, η μετεκλογική διαδικασία θα καθορίσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα ληφθούν οι επόμενες αποφάσεις για τη Μέση Ανατολή.
Η 3η Νοεμβρίου δεν θα δώσει από μόνη της απαντήσεις για τον πόλεμο, την ειρήνη και την ενεργειακή ασφάλεια. Θα σηματοδοτήσει όμως την έναρξη μιας νέας πολιτικής περιόδου, στην οποία οι επιλογές της Ουάσιγκτον θα επηρεάσουν άμεσα την Τεχεράνη, τη Μόσχα, το Κίεβο και την Ευρώπη.
Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου θα αποτελέσει σημαντική δοκιμασία για τη διπλωματία Τραμπ και για τις ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο