Κόσμος

Βερολίνο κατά Λονδίνου για τα μαχητικά 6ης γενιάς: Η Γερμανία στρέφεται στη Σουηδία

Βερολίνο κατά Λονδίνου για τα μαχητικά 6ης γενιάς: Η Γερμανία στρέφεται στη Σουηδία

Πηγή Φωτογραφίας: Saab AB · 25 Μαρτίου 2026//Βερολίνο κατά Λονδίνου για τα μαχητικά 6ης γενιάς: Η Γερμανία στρέφεται στη Σουηδία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Εσωτερικά έγγραφα του γερμανικού υπουργείου Άμυνας προκρίνουν συνεργασία με Σουηδία και Ισπανία αντί της ένταξης στο βρετανοϊταλοϊαπωνικό GCAP. Στο επίκεντρο η Saab, η Airbus, ο έλεγχος της τεχνολογίας και ο φόβος ότι η γερμανική βιομηχανία θα περιοριστεί σε δευτερεύοντα ρόλο.

Μια νέα αναδιάταξη στον χάρτη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς η Γερμανία εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να αναπτύξει μαχητικό αεροσκάφος έκτης γενιάς σε συνεργασία με τη Σουηδία και την Ισπανία, αντί να ενταχθεί στο πρόγραμμα Global Combat Air Programme (GCAP) της Βρετανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας.

Σύμφωνα με νέο δημοσίευμα του POLITICO Europe, που επικαλείται εσωτερικά έγγραφα του γερμανικού υπουργείου Άμυνας, στελέχη της γερμανικής αμυντικής διοίκησης θεωρούν ότι ένα νέο τριμερές πρόγραμμα με τη Στοκχόλμη και τη Μαδρίτη θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τις στρατιωτικές και βιομηχανικές επιδιώξεις του Βερολίνου.

Η εισήγηση έρχεται μετά τη διάλυση, τον Ιούνιο του 2026, της γαλλογερμανικής συνεργασίας για την ανάπτυξη του νέου επανδρωμένου μαχητικού στο πλαίσιο του προγράμματος Future Combat Air System (FCAS).

Η Γερμανία αναζητεί πλέον εναλλακτική λύση, με δύο βασικές επιλογές: συμμετοχή σε ένα ήδη προχωρημένο διεθνές πρόγραμμα ή δημιουργία μιας νέας συνεργασίας στην οποία θα έχει μεγαλύτερη επιρροή από την αρχή.

Καμία οριστική πολιτική απόφαση δεν έχει ληφθεί, αλλά η εσωτερική αξιολόγηση αποκαλύπτει τις προτεραιότητες της γερμανικής πλευράς.

Τα εσωτερικά έγγραφα: «Πιο συμφέρουσα και πιο υποσχόμενη» η συνεργασία με Σουηδία και Ισπανία

Η σημαντικότερη αποκάλυψη του POLITICO αφορά την αξιολόγηση που περιλαμβάνεται σε εσωτερικά έγγραφα του γερμανικού υπουργείου Άμυνας.

Σύμφωνα με αυτά, η συνεργασία Γερμανίας, Σουηδίας και Ισπανίας θεωρείται «πιο συμφέρουσα και πιο υποσχόμενη» από τη συμμετοχή στο ήδη διαμορφωμένο GCAP.

Η βασική επιχειρηματολογία στηρίζεται στο γεγονός ότι οι τρεις χώρες εμφανίζουν συγκλίσεις ως προς τις επιχειρησιακές ανάγκες τους.

Σε αντίθεση με ένα πρόγραμμα που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, μια νέα συνεργασία θα μπορούσε να σχεδιαστεί εξαρχής με βάση κοινές προδιαγραφές.

Αυτό θα επέτρεπε στο Βερολίνο να διαπραγματευτεί ισχυρότερη θέση στη λήψη αποφάσεων, στην ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών και στην κατανομή του βιομηχανικού έργου.

Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα μεγάλο.

Η ανάπτυξη ενός μαχητικού έκτης γενιάς δεν αφορά μόνο την κατασκευή ενός νέου αεροσκάφους. Περιλαμβάνει προηγμένα συστήματα αισθητήρων, τεχνητή νοημοσύνη, δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις, συνεργασία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου.

Η χώρα που θα αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στον σχεδιασμό αυτών των συστημάτων θα ενισχύσει τη θέση της στην αμυντική βιομηχανία για τις επόμενες δεκαετίες.

Γιατί οι Γερμανοί επιτελείς εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στο GCAP

Το GCAP αποτελεί κοινό πρόγραμμα της Βρετανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας, με στόχο την ανάπτυξη ενός νέου μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς.

Στο βιομηχανικό σκέλος συμμετέχουν μεγάλοι όμιλοι, μεταξύ των οποίων η BAE Systems, η Leonardo και ιαπωνικές εταιρείες της αεροδιαστημικής βιομηχανίας.

Ο προγραμματισμένος χρονικός ορίζοντας προβλέπει την έναρξη επιχειρησιακής αξιοποίησης του νέου αεροσκάφους γύρω στο 2035.

Για τη Γερμανία, η συμμετοχή σε ένα πρόγραμμα με ήδη διαμορφωμένο χρονοδιάγραμμα παρουσιάζει προφανή πλεονεκτήματα.

Θα μπορούσε να περιορίσει τον χρόνο που απαιτείται για τη δημιουργία νέας κοινοπραξίας και να επιτρέψει την αξιοποίηση υφιστάμενων τεχνολογικών επενδύσεων.

Ωστόσο, τα εσωτερικά έγγραφα που επικαλείται το POLITICO καταγράφουν σημαντικές επιφυλάξεις.

Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι οι βασικές αποφάσεις για την αρχιτεκτονική του προγράμματος έχουν ήδη ληφθεί από τους αρχικούς εταίρους.

Η δεύτερη συνδέεται με τις στρατιωτικές απαιτήσεις.

Η τρίτη και ίσως σημαντικότερη αφορά την κατανομή του βιομηχανικού έργου.

«Αρνητικές εμπειρίες» με την BAE Systems και φόβοι για βρετανική κυριαρχία

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο των γερμανικών αξιολογήσεων αφορά τη στάση απέναντι στη βρετανική BAE Systems.

Σύμφωνα με προηγούμενες αποκαλύψεις του POLITICO για τις ίδιες διεργασίες, γερμανικά έγγραφα κάνουν αναφορά σε «αρνητικές εμπειρίες» από τη συνεργασία με τη βρετανική εταιρεία στο πρόγραμμα Eurofighter Typhoon.

Η ανησυχία είναι ότι η BAE Systems θα μπορούσε να αποκτήσει δεσπόζοντα ρόλο στο νέο μαχητικό, περιορίζοντας τις δυνατότητες της γερμανικής βιομηχανίας να συμμετέχει ισότιμα.

Στα έγγραφα εκφράζονται επιφυλάξεις για το κατά πόσον θα ήταν εφικτή μια συνεργασία «επί ίσοις όροις».

Η συγκεκριμένη αξιολόγηση δεν αποτελεί διαπιστωμένο χαρακτηριστικό της λειτουργίας του GCAP, αλλά αποτυπώνει τις ανησυχίες που εκφράζονται σε γερμανικό υπηρεσιακό επίπεδο.

Για το Βερολίνο, το θέμα δεν περιορίζεται στην απόκτηση ενός σύγχρονου μαχητικού.

Αφορά τη διατήρηση εθνικών τεχνολογικών δυνατοτήτων και την αποφυγή εξάρτησης από αποφάσεις που θα λαμβάνονται κυρίως εκτός Γερμανίας.

Το στρατιωτικό πρόβλημα: Η Γερμανία θέλει μαχητικό για την ηπειρωτική Ευρώπη

Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο επιλογές δεν είναι αποκλειστικά βιομηχανικές.

Σύμφωνα με τις γερμανικές αξιολογήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί, το GCAP δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε επιχειρησιακά σενάρια με σημαντική ναυτική και θαλάσσια διάσταση.

Αυτό συνδέεται με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Βρετανίας και της Ιαπωνίας.

Η Γερμανία, αντίθετα, ενδιαφέρεται πρωτίστως για αεροπορικές επιχειρήσεις στο περιβάλλον της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Οι γερμανικές υπηρεσίες θεωρούν ότι η διαφορετική γεωγραφία και οι επιχειρησιακές απαιτήσεις ενδέχεται να δυσκολέψουν την πλήρη προσαρμογή του GCAP στις ανάγκες της Bundeswehr.

Η σύγκλιση με τη Σουηδία και την Ισπανία παρουσιάζεται, επομένως, ως σημαντικό πλεονέκτημα.

Και οι τρεις χώρες έχουν ισχυρό ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή αεράμυνα, τη συνεργασία με τις συμμαχικές δυνάμεις και την αντιμετώπιση απειλών στον ευρωπαϊκό χώρο.

Saab και Airbus: Το βιομηχανικό δίδυμο που εξετάζεται

Στο επίκεντρο της εναλλακτικής γερμανικής πρότασης βρίσκονται δύο μεγάλες ευρωπαϊκές αεροδιαστημικές εταιρείες: η Saab και η Airbus.

Σύμφωνα με τη σημερινή δημοσιογραφική αποκάλυψη, οι εσωτερικές εισηγήσεις εξετάζουν τη δυνατότητα δημιουργίας κοινής βιομηχανικής δομής ανάμεσα στις δύο εταιρείες.

Η Saab διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία στον σχεδιασμό και στην παραγωγή μαχητικών αεροσκαφών.

Το Gripen E, η πιο προηγμένη επιχειρησιακή έκδοση του σουηδικού μαχητικού, παρουσιάζεται ως πιθανή τεχνολογική αφετηρία για ένα μελλοντικό πρόγραμμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το νέο μαχητικό θα είναι απλώς μια τροποποιημένη έκδοση του Gripen.

Ένα αεροσκάφος έκτης γενιάς θα απαιτούσε νέα αρχιτεκτονική, διαφορετικά συστήματα και τεχνολογίες που βρίσκονται ακόμη υπό ανάπτυξη.

Ωστόσο, η αξιοποίηση της υπάρχουσας σουηδικής τεχνογνωσίας θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για τον αρχικό σχεδιασμό.

Η Airbus, από την πλευρά της, διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία σε στρατιωτικά αεροσκάφη, αισθητήρες, συστήματα επικοινωνιών και ολοκληρωμένες αεροδιαστημικές πλατφόρμες.

Μια συνεργασία Airbus–Saab θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν νέο βιομηχανικό πόλο στην ευρωπαϊκή αεροπορική άμυνα.

Το Gripen E και η σουηδική φιλοσοφία σχεδιασμού

Η σουηδική εμπειρία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Γερμανία.

Το Gripen αναπτύχθηκε με έμφαση στην επιχειρησιακή ευελιξία, στη δυνατότητα λειτουργίας από διασκορπισμένες βάσεις και στην αποτελεσματική υποστήριξη σε συνθήκες υψηλής απειλής.

Η Σουηδία έχει επενδύσει επί δεκαετίες σε μια αμυντική φιλοσοφία που συνδέεται με την προστασία του εθνικού εναέριου χώρου.

Παράλληλα, η Saab εξετάζει νέες τεχνολογίες μη επανδρωμένων αεροσκαφών και συνεργατικών συστημάτων μάχης.

Η συγκεκριμένη εμπειρία θα μπορούσε να συμπληρώσει τις γερμανικές και ισπανικές δυνατότητες.

Ωστόσο, το αν μια τέτοια σύμπραξη θα μπορούσε να παραδώσει νέο μαχητικό σε ανταγωνιστικό χρονοδιάγραμμα παραμένει ανοικτό ερώτημα.

Η κατάρρευση της συνεργασίας με τη Γαλλία άλλαξε τα δεδομένα

Η σημερινή αναζήτηση νέων εταίρων συνδέεται άμεσα με την αποτυχία της συνεργασίας Γερμανίας και Γαλλίας για το επανδρωμένο μαχητικό του προγράμματος FCAS.

Το πρόγραμμα είχε σχεδιαστεί ως μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ανάπτυξης αμυντικής τεχνολογίας.

Στο επίκεντρό του βρισκόταν το Next Generation Fighter (NGF), το οποίο θα αποτελούσε τον βασικό επανδρωμένο πυρήνα ενός ευρύτερου συστήματος αεροπορικής μάχης.

Ωστόσο, οι διαφωνίες για την κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στη γαλλική Dassault Aviation και την Airbus αποδείχθηκαν καθοριστικές.

Το Παρίσι επιδίωκε ισχυρό ρόλο για τη Dassault στην ανάπτυξη του νέου μαχητικού.

Η γερμανική πλευρά ανησυχούσε για την κατανομή της τεχνολογικής και βιομηχανικής επιρροής.

Η συνεργασία για το συγκεκριμένο επανδρωμένο αεροσκάφος κατέρρευσε τον Ιούνιο του 2026.

Αυτό δεν συνεπάγεται ότι εγκαταλείφθηκαν υποχρεωτικά όλα τα υπόλοιπα τεχνολογικά σκέλη του ευρύτερου FCAS.

Οι χώρες εξακολουθούν να εξετάζουν συνεργασίες σε επιμέρους συστήματα.

Για το Βερολίνο, όμως, η ανάγκη επιλογής νέας πορείας για το ίδιο το μαχητικό είναι πλέον άμεση.

Η βρετανική πρόταση στον Μερτς

Το Λονδίνο δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια προσέλκυσης της Γερμανίας στο GCAP.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ επισκέφθηκε το Βερολίνο και συζήτησε με τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς τις δυνατότητες ενίσχυσης της διμερούς αμυντικής συνεργασίας.

Κατά τη συνάντηση, ο Μπέρναμ εξέφρασε ανοιχτά την προθυμία του Ηνωμένου Βασιλείου να εξετάσει γερμανική συμμετοχή στο GCAP.

Όπως δήλωσε, είχε «σηματοδοτήσει την ανοιχτή στάση του ως προς τη συμμετοχή της Γερμανίας στο GCAP, το πρόγραμμα μαχητικού αεροσκάφους επόμενης γενιάς».

Οι υπουργοί Άμυνας των δύο χωρών ανέλαβαν να διερευνήσουν περαιτέρω τις δυνατότητες συνεργασίας.

Ωστόσο, η γερμανική κυβέρνηση δεν δεσμεύτηκε για ένταξη.

Η πρόταση της Βρετανίας παραμένει μία από τις επιλογές που εξετάζει το Βερολίνο.

Η θέση της γερμανικής κυβέρνησης: «Μια εθνική λύση δεν θα είχε νόημα»

Η γερμανική κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμεί να προχωρήσει μόνη της στην ανάπτυξη ενός μαχητικού έκτης γενιάς.

Σε δηλώσεις που μετέδωσε το Reuters στις 9 Οκτωβρίου, κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε:

«Μια αποκλειστικά γερμανική προσπάθεια δεν θα είχε νόημα από βιομηχανική άποψη ούτε θα ήταν πολιτικά επιθυμητή».

Ο ίδιος εξήγησε ότι συνεχίζονται επαφές με τη βιομηχανία και πιθανούς εταίρους.

Η γερμανική κυβέρνηση έχει επίσης επιβεβαιώσει ότι εξετάζει τη βρετανική προσφορά.

Αυτή η στάση δείχνει ότι το Βερολίνο δεν έχει αποκλείσει το GCAP, παρά τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται στα εσωτερικά έγγραφα.

Η τελική απόφαση θα πρέπει να συνδυάσει τις εισηγήσεις των στρατιωτικών υπηρεσιών με τις πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες της κυβέρνησης Μερτς.

Το GCAP έχει ένα ισχυρό πλεονέκτημα: Το χρονοδιάγραμμα του 2035

Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα υπέρ του GCAP είναι ότι το πρόγραμμα έχει ήδη αποκτήσει οργανωμένη βιομηχανική και κυβερνητική δομή.

Οι τρεις ιδρυτικές χώρες έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες ανάπτυξης και έχουν θέσει ως στόχο την επιχειρησιακή αξιοποίηση του νέου μαχητικού από το 2035.

Η προσθήκη της Γερμανίας θα μπορούσε να ενισχύσει τη χρηματοδοτική και βιομηχανική βάση του προγράμματος.

Παράλληλα, όμως, ενδέχεται να απαιτούσε επαναδιαπραγμάτευση αρμοδιοτήτων, τεχνικών προδιαγραφών και βιομηχανικών μεριδίων.

Αυτό δημιουργεί κίνδυνο καθυστερήσεων.

Η Ιαπωνία, ειδικότερα, αποδίδει μεγάλη σημασία στην τήρηση του χρονοδιαγράμματος, καθώς σχεδιάζει την αντικατάσταση υφιστάμενων αεροσκαφών της μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Η βρετανική πλευρά θεωρεί ότι το GCAP μπορεί να ανταποκριθεί στις μελλοντικές γερμανικές ανάγκες.

Η γερμανική εσωτερική αξιολόγηση, αντίθετα, θέτει ερωτήματα για την επιχειρησιακή καταλληλότητα και τον βαθμό επιρροής που θα αποκτούσε το Βερολίνο.

Η Ισπανία αποκτά νέο ρόλο στην ευρωπαϊκή αεροπορική βιομηχανία

Η προοπτική συνεργασίας με τη Γερμανία και τη Σουηδία αναβαθμίζει και τον ρόλο της Ισπανίας.

Η Μαδρίτη συμμετείχε στο FCAS και έχει ήδη επενδύσει σε βιομηχανικές και τεχνολογικές δυνατότητες σχετικές με τα μαχητικά επόμενης γενιάς.

Μια νέα τριμερής συνεργασία θα μπορούσε να επιτρέψει τη συνέχιση μέρους αυτής της προσπάθειας σε διαφορετικό πλαίσιο.

Παράλληλα, η συμμετοχή της Ισπανίας θα ενίσχυε τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του εγχειρήματος.

Ωστόσο, η δημιουργία νέου προγράμματος θα απαιτούσε πολιτική συμφωνία, χρηματοδότηση και σαφή κατανομή εργασιών.

Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν θεωρείται δεδομένη.

Η ευρωπαϊκή άμυνα μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή

Η γερμανική απόφαση θα έχει συνέπειες πέρα από την προμήθεια ενός νέου τύπου μαχητικού.

Θα επηρεάσει τη βιομηχανική ισορροπία ανάμεσα σε μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες, την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και τη μορφή των συνεργασιών στον αμυντικό τομέα.

Εάν η Γερμανία επιλέξει το GCAP, θα ενταχθεί σε ένα ήδη ισχυρό πρόγραμμα με ευρωπαϊκή και ασιατική συμμετοχή.

Εάν επιλέξει τη συνεργασία με Σουηδία και Ισπανία, θα συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου αμυντικού βιομηχανικού σχήματος.

Η δεύτερη επιλογή θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερη επιρροή στο Βερολίνο, αλλά θα συνοδευόταν από την ανάγκη ανάπτυξης ενός προγράμματος σχεδόν από την αρχή.

Και στις δύο περιπτώσεις, η Γερμανία καλείται να αποφασίσει ποιον ρόλο θέλει να διαδραματίσει στην επόμενη γενιά ευρωπαϊκών μαχητικών.

Το επόμενο βήμα: Πολιτική απόφαση μετά τις στρατιωτικές εισηγήσεις

Η νέα αποκάλυψη του POLITICO δείχνει ότι εντός της γερμανικής αμυντικής διοίκησης υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ μιας συνεργασίας με τη Σουηδία και την Ισπανία.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι η κυβέρνηση έχει ήδη επιλέξει αυτόν τον δρόμο.

Η βρετανική πρόταση παραμένει ενεργή, ενώ οι γερμανικές υπηρεσίες συνεχίζουν να εξετάζουν τις τεχνικές, οικονομικές και βιομηχανικές παραμέτρους.

Η τελική επιλογή θα ληφθεί σε πολιτικό επίπεδο.

Το πραγματικό διακύβευμα για το Βερολίνο είναι εάν θα προτιμήσει την ταχύτερη ένταξη σε ένα υφιστάμενο πρόγραμμα ή την ανάπτυξη μιας νέας ευρωπαϊκής συνεργασίας με μεγαλύτερο γερμανικό έλεγχο.

Η επιλογή αυτή θα επηρεάσει την Airbus, τη Saab, την BAE Systems και συνολικά την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.

Μετά την αποτυχία της συνεργασίας με τη Γαλλία, η Γερμανία βρίσκεται ξανά μπροστά σε μια απόφαση που θα καθορίσει την αεροπορική ισχύ της για τις επόμενες δεκαετίες.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο