Το Ισραήλ οδεύει προς τις γενικές εκλογές της Τρίτης 27 Οκτωβρίου 2026, με το πολιτικό σκηνικό να περιστρέφεται γύρω από ένα πρόσωπο που έχει καθορίσει την ιστορία της χώρας τις τελευταίες τρεις δεκαετίες: τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, ο οποίος ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία πριν από 30 χρόνια και έχει κυβερνήσει συνολικά για περισσότερα από 19, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολυδιάστατη πολιτική πρόκληση.
Ο πόλεμος στη Γάζα, οι συνέπειες της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι δικαστικές υποθέσεις και η κοινωνική πόλωση αποτελούν κεντρικά ζητήματα της εκλογικής αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, όπως καταγράφει ο δημοσιογράφος Τζόναθαν Φρίντλαντ σε εκτενές ρεπορτάζ του Guardian από το Ισραήλ, ο Νετανιάχου εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή πολιτική βάση και να επηρεάζει καθοριστικά την προεκλογική ατζέντα.
Νετανιάχου εναντίον όλων: Η πολιτική σύγκρουση που κυριαρχεί στο Ισραήλ
Η σημερινή εκλογική αναμέτρηση δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά γύρω από την παραδοσιακή αντιπαράθεση Αριστεράς και Δεξιάς.
Το βασικό πολιτικό διαχωριστικό είναι πλέον Νετανιάχου ή αντι-Νετανιάχου.
Στο στρατόπεδο των αντιπάλων του βρίσκονται πολιτικοί με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, μεταξύ των οποίων ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, οι οποίοι έχουν διατελέσει στενοί συνεργάτες του.
Κοινό σημείο αναφοράς τους είναι η επιδίωξη πολιτικής αλλαγής, παρά τις ουσιαστικές διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ τους.
Ο Νετανιάχου, από την άλλη πλευρά, επιχειρεί να παρουσιάσει την εκλογική αναμέτρηση ως επιλογή ανάμεσα στη δική του πολιτική για την ασφάλεια και σε μια εναλλακτική κυβερνητική συνεργασία που ενδέχεται να εξαρτάται από αραβικά κόμματα.
Γκάντι Άιζενκοτ: Ο πρώην στρατηγός που θέλει να διαδεχθεί τον Νετανιάχου
Κεντρικό πρόσωπο της αντιπολίτευσης είναι ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και επικεφαλής του κόμματος Yashar.
Ο Άιζενκοτ προέρχεται από οικογένεια Εβραίων μαροκινής καταγωγής και ακολούθησε μακρά στρατιωτική σταδιοδρομία προτού εισέλθει στην πολιτική πριν από τέσσερα χρόνια.
Η προεκλογική του στρατηγική βασίζεται στην ανάδειξη διαφορετικού πολιτικού ύφους, με έμφαση στην αξιοπιστία, τη θεσμική ευθύνη και τη λογοδοσία.
Σε προεκλογική συγκέντρωση στην πόλη Μοντιίν, ανάμεσα στο Τελ Αβίβ και την Ιερουσαλήμ, ο Άιζενκοτ ζήτησε:
«Μια χώρα χωρίς ψέματα».
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη για:
«Υπευθυνότητα και ηγεσία μέσω του προσωπικού παραδείγματος».
Ο ίδιος έχει εισηγηθεί την καθιέρωση περιορισμού των πρωθυπουργικών θητειών, επικαλούμενος την ανάγκη αποτροπής της υπερβολικής συγκέντρωσης εξουσίας.
«Η εξουσία διαφθείρει», είναι το επιχείρημα που προβάλλει.
Η συγκεκριμένη πρόταση συνδέεται άμεσα με τη μακρόχρονη παρουσία του Νετανιάχου στην πρωθυπουργία.
Η κοινωνία ζητά απαντήσεις για την 7η Οκτωβρίου
Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά την ισραηλινή κοινωνία.
Οι επιθέσεις εναντίον αμάχων, μεταξύ άλλων στο μουσικό φεστιβάλ Nova και σε κοινότητες του νότιου Ισραήλ, αποτελούν σημείο αναφοράς στην πολιτική αντιπαράθεση.
Για μέρος της κοινωνίας, η ευθύνη της κυβέρνησης για τις αποτυχίες ασφαλείας εκείνης της ημέρας είναι καθοριστικό κριτήριο ψήφου.
Ο Οντέντ Λεβί, ο οποίος είχε ψηφίσει τον Νετανιάχου το 2022 αλλά πλέον στηρίζει τον Άιζενκοτ, δήλωσε στον Guardian:
«Όποιος ήταν τότε πρωθυπουργός φέρει ευθύνη. Πρέπει να φύγει. Και μόνο γι’ αυτό χρειαζόμαστε αλλαγή».
Η δήλωση αποτυπώνει την απογοήτευση ενός τμήματος των ψηφοφόρων που στο παρελθόν είχαν στηρίξει τον σημερινό πρωθυπουργό.
Παράλληλα, οι υποστηρικτές του Νετανιάχου εξακολουθούν να δίνουν έμφαση στην ανάγκη ισχυρής ηγεσίας απέναντι στις απειλές ασφαλείας.
Γάζα και Ιράν: Τα ανοιχτά μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής
Η εκλογική αναμέτρηση πραγματοποιείται υπό τη σκιά των πολεμικών επιχειρήσεων και των συνεπειών τους.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Guardian, περισσότεροι από 70.000 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί στη Γάζα, ενώ η ισραηλινή πλευρά υποστηρίζει ότι περίπου το ένα τρίτο των νεκρών ήταν μαχητές της Χαμάς.
Οι αριθμοί και η κατηγοριοποίηση των θυμάτων αποτελούν αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης.
Ο Νετανιάχου είχε θέσει ως στρατηγικό στόχο την εξάλειψη της Χαμάς, όμως η οργάνωση δεν έχει εξαλειφθεί.
Παράλληλα, η αντιπαράθεση με το Ιράν και το πυρηνικό του πρόγραμμα παραμένει κρίσιμο ζήτημα της ισραηλινής ασφάλειας.
Οι επικριτές της κυβέρνησης συνδέουν τις εξελίξεις αυτές με τη διεθνή απομόνωση του Ισραήλ, ενώ η κυβερνητική πλευρά προβάλλει την ανάγκη αντιμετώπισης διαρκών περιφερειακών απειλών.
Μπεν Γκβιρ: Η ακροδεξιά πιέζει για ακόμη σκληρότερη πολιτική
Σημαντικό ρόλο στην εκλογική εξίσωση διαδραματίζει και ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος Εβραϊκή Δύναμη.
Στελέχη του κόμματός του ζητούν περαιτέρω επέκταση των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη, αυστηρότερη αντιμετώπιση των Παλαιστινίων κρατουμένων και ενίσχυση της οπλοκατοχής μεταξύ των Εβραίων Ισραηλινών.
Ο Γισάι Φλάισερ, στέλεχος του κόμματος, χρησιμοποίησε μια χαρακτηριστική μεταφορά για τη σχέση της παράταξής του με τον Νετανιάχου:
«Είναι σαν καρότσι του σούπερ μάρκετ. Έχει την τάση να πηγαίνει αριστερά, οπότε πρέπει να τον τραβάς προς τα δεξιά».
Η δήλωση αποκαλύπτει την πίεση που ασκείται στον πρωθυπουργό από τους πολιτικούς του συμμάχους.
Το κόμμα του Μπεν Γκβιρ προωθεί επίσης την ιδέα της λεγόμενης εθελοντικής αποχώρησης Παλαιστινίων από τη Γάζα, μια πρόταση που προκαλεί σοβαρές αντιδράσεις ως προς τις ανθρωπιστικές και νομικές συνέπειές της.
Το εκλογικό δίλημμα «Δεξιά ή Παλαιστίνη»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προεκλογική εκστρατεία του Νετανιάχου.
Σύμφωνα με τον Guardian, η νέα αφίσα του Λικούντ παρουσιάζει μια αντιπαράθεση ανάμεσα στις λέξεις Yamin, που σημαίνει Δεξιά, και Falastin, που σημαίνει Παλαιστίνη.
Στη μία πλευρά εμφανίζονται ο Νετανιάχου και η ισραηλινή σημαία, ενώ στην άλλη οι ηγέτες της αντιπολίτευσης μαζί με εκπροσώπους κομμάτων των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Η καμπάνια επιχειρεί να συνδέσει την αντιπολίτευση με το ενδεχόμενο κοινοβουλευτικής συνεργασίας με αραβικά κόμματα.
Ωστόσο, πολιτικοί όπως ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν αντιτίθενται επίσης στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, γεγονός που αναδεικνύει τις διαφορετικές θέσεις μέσα στο αντι-Νετανιάχου στρατόπεδο.
Οι δημοσκοπήσεις και η μάχη των 120 εδρών
Η Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο, διαθέτει 120 έδρες και για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτείται κοινοβουλευτική πλειοψηφία τουλάχιστον 61 εδρών.
Στο δημοσίευμα της 24ης Οκτωβρίου, οι δημοσκοπήσεις περιγράφουν μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αναμέτρηση μεταξύ των δύο πολιτικών μπλοκ.
Το αντι-Νετανιάχου στρατόπεδο εμφανίζεται σε ορισμένες εκτιμήσεις να συγκεντρώνει περισσότερες έδρες, χωρίς όμως να εξασφαλίζει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία των μετεκλογικών συνεργασιών και ειδικότερα τη στάση των αραβικών κομμάτων.
Η κοινοβουλευτική αριθμητική θα αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο της διαδικασίας σχηματισμού κυβέρνησης, ανεξάρτητα από την κατανομή των ψήφων μεταξύ των μεγαλύτερων κομμάτων.
Δικαιοσύνη, διαφθορά και η υπόθεση Qatargate
Στην προεκλογική συζήτηση επανέρχονται επίσης οι δικαστικές εκκρεμότητες και οι θεσμικές συγκρούσεις που έχουν σημαδέψει την πολιτική πορεία του Νετανιάχου.
Η προσπάθεια αναμόρφωσης του δικαστικού συστήματος πριν από την 7η Οκτωβρίου είχε προκαλέσει μεγάλες κινητοποιήσεις, με τους επικριτές της να υποστηρίζουν ότι θα αποδυνάμωνε τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.
Παράλληλα, η υπόθεση Qatargate αφορά καταγγελίες σε βάρος στενών συνεργατών του πρωθυπουργού για φερόμενες οικονομικές σχέσεις με το Κατάρ, με στόχο την προώθηση της εικόνας της χώρας.
Οι κατηγορίες αυτές δεν πρέπει να συγχέονται με αποδεδειγμένη ενοχή.
Ο Νετανιάχου βρίσκεται επίσης αντιμέτωπος με τη συνεχιζόμενη δίκη του για υποθέσεις διαφθοράς.
Οι Ισραηλινοί του εξωτερικού επιστρέφουν για να ψηφίσουν
Ένα ιδιαίτερο στοιχείο της εκλογικής περιόδου είναι η κινητοποίηση Ισραηλινών που ζουν στο εξωτερικό και επιστρέφουν στη χώρα για να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία.
Ο Guardian περιγράφει πτήσεις με πολίτες που ταξιδεύουν ειδικά για τις εκλογές, εκφράζοντας την επιθυμία πολιτικής αλλαγής.
Η έκταση και η εκλογική επίδραση αυτής της κινητοποίησης δεν έχουν αποτιμηθεί με αξιόπιστο τρόπο.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή καταγράφει την ένταση με την οποία ένα τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας αντιμετωπίζει την επικείμενη αναμέτρηση.
Η σκιά του Γιτζάκ Ράμπιν και η συζήτηση για την ειρήνη
Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, πραγματοποιήθηκε στην Ιερουσαλήμ εκδήλωση μνήμης για τον πρώην πρωθυπουργό Γιτζάκ Ράμπιν, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1995.
Η επέτειος επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ειρηνευτική διαδικασία και τις σχέσεις Ισραηλινών και Παλαιστινίων.
Ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των Δημοκρατών και πρώην στρατηγός, εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις πολιτικές εξελίξεις.
«Είμαι αισιόδοξος. Ποτέ δεν πήγα σε μάχη σκεπτόμενος ότι θα σκοτωθώ ή ότι θα τραυματιστώ. Όχι. Πηγαίνω για να νικήσω και θα νικήσουμε», δήλωσε στον Guardian.
Ο Γκολάν εκτίμησε επίσης ότι οι ηγέτες της αντιπολίτευσης θα μπορούσαν να συμφωνήσουν στην έναρξη μιας περιφερειακής στρατηγικής διαδικασίας με στόχο τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η συζήτηση για την ειρήνη παραμένει δύσκολη στην ισραηλινή πολιτική σκηνή, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί.
Χαρακτηριστική ήταν η εικόνα νεαρών Ισραηλινών που τραγουδούσαν το Shir LaShalom, το ιστορικό τραγούδι της ειρήνης, σε μουσικό φεστιβάλ στην έρημο Νεγκέβ.
Η επόμενη ημέρα: Πολιτική συνέχεια ή νέα εποχή;
Η εκλογική αναμέτρηση της 27ης Οκτωβρίου αποκτά ιστορική σημασία λόγω της μακράς παρουσίας του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην πολιτική ζωή του Ισραήλ.
Για τους υποστηρικτές του, η πολιτική του εμπειρία και η προσήλωσή του στην ασφάλεια αποτελούν βασικά επιχειρήματα υπέρ της συνέχειας.
Για τους αντιπάλους του, η ανάγκη λογοδοσίας, θεσμικής ανανέωσης και διαφορετικής διαχείρισης των περιφερειακών συγκρούσεων βρίσκεται στο επίκεντρο.
Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί τόσο από την ψήφο των πολιτών όσο και από τη δυνατότητα των κομμάτων να συγκροτήσουν βιώσιμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Σε μια χώρα βαθιά διχασμένη από τον πόλεμο, τις πολιτικές συγκρούσεις και τα ερωτήματα για το μέλλον της ασφάλειάς της, οι κάλπες θα αποτελέσουν κρίσιμο σταθμό για την επόμενη ημέρα του Ισραήλ.
Πηγή: pagenews.gr
