Γεωπολιτικά

Ανατροπή στη Μέση Ανατολή; Οι κάλπες στο Ισραήλ ανοίγουν παράθυρο συμφωνίας με τη Συρία

Ανατροπή στη Μέση Ανατολή; Οι κάλπες στο Ισραήλ ανοίγουν παράθυρο συμφωνίας με τη Συρία
Η αναμέτρηση Νετανιάχου–Άιζενκοτ μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες στη Δαμασκό, στα Υψίπεδα του Γκολάν και στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Ο Αχμέντ αλ Σάρα παρακολουθεί τις εξελίξεις, ενώ η επιρροή του Ιράν και οι ανησυχίες ασφαλείας καθορίζουν τα όρια μιας πιθανής προσέγγισης.

Μια ενδεχόμενη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών στο Ισραήλ μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026 θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες διπλωματικές δυνατότητες σε ένα από τα πιο ευαίσθητα μέτωπα της Μέσης Ανατολής: τις σχέσεις Ισραήλ–Συρίας.

Η εκλογική αναμέτρηση δεν αφορά μόνο το πολιτικό μέλλον του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Θα επηρεάσει επίσης τον τρόπο με τον οποίο η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει τη Δαμασκό, την ασφάλεια των βόρειων συνόρων της χώρας και τις αμερικανικές προσπάθειες περιφερειακής σταθεροποίησης.

Σύμφωνα με ανάλυση της Ezgi Akin στο Al-Monitor, μια ισραηλινή κυβέρνηση με λιγότερο σκληρή στάση απέναντι στη Συρία θα μπορούσε να εξετάσει μια νέα προσέγγιση με τη συριακή ηγεσία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πρόεδρος της Συρίας, Αχμέντ αλ Σάρα, ο οποίος επιχειρεί να εδραιώσει τη θέση της χώρας του στο περιφερειακό σύστημα μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ.

Η πιθανή προσέγγιση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τρεις διαφορετικούς στόχους: τη σταθεροποίηση της ισραηλινοσυριακής μεθορίου, τη σύγκλιση με τις διπλωματικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον και τον περιορισμό των δυνατοτήτων επανενίσχυσης της ιρανικής επιρροής στη Συρία.

Το ερώτημα δεν είναι εάν το Ισραήλ και η Συρία μπορούν να λύσουν αμέσως όλες τις ιστορικές τους διαφορές, αλλά εάν μπορούν να διαμορφώσουν μια λειτουργική συμφωνία ασφάλειας που θα μειώνει τον κίνδυνο νέας σύγκρουσης.

Η 27η Οκτωβρίου και το βλέμμα της Δαμασκού

Περίπου 7,3 εκατομμύρια Ισραηλινοί καλούνται στις κάλπες την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, σε μια αναμέτρηση με ευρύτερες περιφερειακές συνέπειες.

Ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει την πρόκληση του πρώην αρχηγού των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Άιζενκοτ, ο οποίος ηγείται του κεντρώου κόμματος Yashar.

Σύμφωνα με το Al-Monitor, ο Άιζενκοτ έχει συνταχθεί με αντιπολιτευτικό σχήμα στο οποίο συμμετέχουν επίσης ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ.

Η σημασία της εκλογικής διαδικασίας για τη Συρία συνδέεται με τις διαφορετικές προσεγγίσεις που μπορεί να υιοθετήσει μια μελλοντική ισραηλινή κυβέρνηση.

Μια αλλαγή κυβερνητικού συνασπισμού δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της πολιτικής ασφάλειας. Θα μπορούσε, ωστόσο, να μεταβάλει τα περιθώρια διαλόγου με τη Δαμασκό.

Για τη συριακή ηγεσία, η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης στο Ισραήλ θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στον σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής.

Νετανιάχου και αλ Σάρα: Μια σχέση γεμάτη αντιφάσεις

Η στάση του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού απέναντι στη μετα-Άσαντ Συρία χαρακτηρίζεται από βαθιά δυσπιστία.

Η ισραηλινή κυβέρνηση έχει δώσει προτεραιότητα στην αποτροπή στρατιωτικών απειλών από τη συριακή επικράτεια και στη διατήρηση της ασφάλειας στα βόρεια σύνορα.

Η δυσπιστία ενισχύεται από το παρελθόν της νέας συριακής ηγεσίας και από την αβεβαιότητα για την ικανότητα της Δαμασκού να ελέγχει όλες τις ένοπλες δυνάμεις και ομάδες που δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας.

Χαρακτηριστική της έντασης υπήρξε η στάση του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ.

Σύμφωνα με το Al-Monitor, ο Ισραηλινός υπουργός Εθνικής Ασφάλειας είχε φτάσει το 2025 στο σημείο να ζητήσει τη δολοφονία του Αχμέντ αλ Σάρα.

Η αναφορά αυτή αποτυπώνει το επίπεδο αντιπαράθεσης που έχει διαμορφωθεί σε τμήμα του ισραηλινού πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο, η ύπαρξη σκληρών δημόσιων τοποθετήσεων δεν αποκλείει τη διεξαγωγή διπλωματικών επαφών.

Η ισραηλινή πολιτική απέναντι στη Συρία διαμορφώνεται από ένα σύνθετο πλέγμα στρατιωτικών εκτιμήσεων, πολιτικών επιλογών και διεθνών πιέσεων.

Τα Υψίπεδα του Γκολάν: Η μεγάλη εκκρεμότητα

Στην καρδιά της ισραηλινοσυριακής αντιπαράθεσης βρίσκονται τα Υψίπεδα του Γκολάν.

Το Ισραήλ κατέλαβε την περιοχή από τη Συρία στον πόλεμο του 1967 και επέκτεινε σε αυτήν την ισραηλινή νομοθεσία το 1981.

Η προσάρτηση δεν αναγνωρίζεται από τη συντριπτική πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ την έχει χαρακτηρίσει άκυρη.

Για το Ισραήλ, η περιοχή έχει σημαντική στρατηγική αξία λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της δυνατότητας ελέγχου κρίσιμων περιοχών στα βόρεια σύνορα.

Για τη Συρία, αποτελεί ζήτημα εδαφικής κυριαρχίας και εθνικής πολιτικής.

Αυτή η θεμελιώδης διαφωνία περιορίζει τις δυνατότητες μιας άμεσης συνολικής ειρηνευτικής συμφωνίας.

Ωστόσο, μια πιθανή διπλωματική προσέγγιση δεν θα χρειαζόταν απαραίτητα να ξεκινήσει από την οριστική επίλυση του εδαφικού ζητήματος.

Θα μπορούσε να επικεντρωθεί αρχικά σε πρακτικά μέτρα ασφάλειας, μηχανισμούς επικοινωνίας και αποτροπή στρατιωτικών επεισοδίων.

Η συμφωνία του 1974 και η ασφάλεια των συνόρων

Ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά σημεία αναφοράς για τις σχέσεις Ισραήλ–Συρίας είναι η συμφωνία απεμπλοκής δυνάμεων του 1974.

Η συμφωνία διαμόρφωσε ένα πλαίσιο διαχωρισμού στρατιωτικών δυνάμεων και διεθνούς παρακολούθησης, με τη συμμετοχή της αποστολής UNDOF των Ηνωμένων Εθνών.

Η αποδυνάμωση του συριακού κράτους και οι μεταβολές στον στρατιωτικό έλεγχο περιοχών μετά την πτώση του Άσαντ έχουν δημιουργήσει νέες προκλήσεις.

Μια ενδεχόμενη νέα διαδικασία συνομιλιών θα μπορούσε να εξετάσει την εφαρμογή ή την επικαιροποίηση ρυθμίσεων ασφαλείας, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές.

Για το Ισραήλ, η βασική προτεραιότητα θα ήταν να αποτραπεί η δημιουργία απειλητικών στρατιωτικών υποδομών κοντά στα σύνορα.

Για τη Συρία, κρίσιμο ζητούμενο θα ήταν η διασφάλιση της εδαφικής της κυριαρχίας και ο περιορισμός των ισραηλινών στρατιωτικών παρεμβάσεων.

Η απόσταση μεταξύ αυτών των επιδιώξεων παραμένει σημαντική.

Ακριβώς γι’ αυτό, οποιαδήποτε προσέγγιση θα απαιτούσε σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης.

Ο αμερικανικός παράγοντας: Τι επιδιώκει η Ουάσιγκτον

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν καθοριστικό παράγοντα στην περιφερειακή εξίσωση.

Η Ουάσιγκτον διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, ενώ η διαμόρφωση μιας πιο σταθερής Συρίας μπορεί να εξυπηρετεί ευρύτερους αμερικανικούς στόχους ασφαλείας.

Μια συμφωνία περιορισμού της έντασης μεταξύ Ισραήλ και Συρίας θα μπορούσε να μειώσει την πιθανότητα νέων στρατιωτικών κρίσεων και να διευκολύνει τη διπλωματική διαχείριση άλλων περιφερειακών μετώπων.

Παράλληλα, θα μπορούσε να περιορίσει τα περιθώρια δράσης ένοπλων οργανώσεων που αξιοποιούν την αστάθεια.

Η αμερικανική επιρροή, ωστόσο, δεν μπορεί από μόνη της να εξασφαλίσει συμφωνία.

Οι ισραηλινές ανησυχίες ασφαλείας και οι συριακές διεκδικήσεις κυριαρχίας αποτελούν αυτόνομους παράγοντες που κάθε διπλωματική πρωτοβουλία θα πρέπει να αντιμετωπίσει.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής ή εγγυητής επιμέρους ρυθμίσεων, αλλά η βιωσιμότητα μιας συμφωνίας θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων πλευρών.

Το Ιράν και η νέα στρατηγική εξίσωση

Η πιθανή προσέγγιση Ισραήλ–Συρίας συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της ιρανικής επιρροής.

Επί δεκαετίες, η Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ αποτελούσε βασικό εταίρο της Τεχεράνης.

Η σχέση αυτή είχε σημαντική στρατηγική αξία για το Ιράν, καθώς συνέδεε τη γεωγραφική παρουσία του στη Συρία με την υποστήριξη προς τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Η ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ μετέβαλε τις ισορροπίες.

Η νέα συριακή ηγεσία δεν διαθέτει την ίδια πολιτική σχέση με την Τεχεράνη και επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τις διεθνείς συνεργασίες της χώρας.

Αυτό δημιουργεί μια πιθανή σύγκλιση συμφερόντων με το Ισραήλ ως προς τον περιορισμό της ιρανικής στρατιωτικής παρουσίας.

Ωστόσο, η ύπαρξη ενός κοινού προβληματισμού για το Ιράν δεν σημαίνει ότι Ισραήλ και Συρία έχουν διαμορφώσει κοινή στρατηγική ή αμυντική συνεργασία.

Η απόσταση ανάμεσα στην παράλληλη επιδίωξη περιορισμού μιας απειλής και στη θεσμοθετημένη συνεργασία παραμένει μεγάλη.

Η Τουρκία στο επίκεντρο της συριακής εξίσωσης

Η Τουρκία αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα για το μέλλον της Συρίας.

Η Άγκυρα έχει αναπτύξει ισχυρή πολιτική και στρατιωτική παρουσία στη συριακή κρίση, ενώ διατηρεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ασφάλεια των νότιων συνόρων της και τη θέση των κουρδικών ένοπλων οργανώσεων.

Οι σχέσεις της με τη νέα συριακή ηγεσία προσθέτουν μια σημαντική διάσταση στις περιφερειακές ισορροπίες.

Για το Ισραήλ, η ενίσχυση της τουρκικής επιρροής στη Συρία δημιουργεί νέα ερωτήματα ασφαλείας.

Η Τουρκία και το Ισραήλ είναι δύο σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής, με διαφορετικές προτεραιότητες και κατά περιόδους έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Μια ισραηλινοσυριακή προσέγγιση θα έπρεπε επομένως να λάβει υπόψη όχι μόνο τον ιρανικό παράγοντα, αλλά και τις τουρκικές επιδιώξεις.

Η Δαμασκός θα καλούνταν να διαχειριστεί τις σχέσεις της με διαφορετικά κέντρα ισχύος, χωρίς να μετατραπεί εκ νέου σε πεδίο ανταγωνισμού τρίτων χωρών.

Μπορεί ο Άιζενκοτ να ανοίξει διαφορετικό διπλωματικό δρόμο;

Ο Γκάντι Άιζενκοτ προέρχεται από τον πυρήνα του ισραηλινού στρατιωτικού κατεστημένου.

Η θητεία του στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας.

Ωστόσο, η στρατιωτική εμπειρία δεν συνεπάγεται από μόνη της συγκεκριμένη διπλωματική επιλογή απέναντι στη Συρία.

Η σημασία μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής αλλαγής θα βρισκόταν κυρίως στη δυνατότητα αναθεώρησης της πολιτικής προσέγγισης, εφόσον ο νέος συνασπισμός αποφάσιζε να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε διπλωματικά εργαλεία.

Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει επαφές μέσω τρίτων χωρών, διερεύνηση συμφωνιών ασφαλείας ή σταδιακά μέτρα αποκλιμάκωσης.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί δεδομένο ότι μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ θα προχωρούσε σε εξομάλυνση των σχέσεων με τη Δαμασκό.

Οι θέσεις των κυβερνητικών εταίρων, οι εκτιμήσεις των υπηρεσιών ασφαλείας και οι εξελίξεις επί του πεδίου θα παρέμεναν καθοριστικές.

Τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια πρώτη συμφωνία

Ένα ρεαλιστικό πρώτο στάδιο προσέγγισης θα μπορούσε να επικεντρωθεί σε περιορισμένους και επαληθεύσιμους στόχους.

Η δημιουργία αξιόπιστων διαύλων επικοινωνίας θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο λανθασμένων στρατιωτικών υπολογισμών.

Η συμφωνία για αποφυγή εχθρικών ενεργειών σε συγκεκριμένες παραμεθόριες περιοχές θα μπορούσε να ενισχύσει την προβλεψιμότητα.

Η διεθνής παρακολούθηση επιμέρους ρυθμίσεων θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετες εγγυήσεις.

Παράλληλα, θα απαιτούνταν σαφείς δεσμεύσεις για την προστασία αμάχων και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.

Αυτά αποτελούν πιθανά πεδία διαπραγμάτευσης και όχι ανακοινωμένους όρους συμφωνίας.

Η μετάβαση από μια περιορισμένη ρύθμιση ασφαλείας σε πλήρη διπλωματική εξομάλυνση θα αποτελούσε πολύ μεγαλύτερο βήμα, ιδίως λόγω του ζητήματος των Υψιπέδων του Γκολάν.

Οι κίνδυνοι που μπορούν να ανατρέψουν μια προσέγγιση

Παρά τις πιθανές διπλωματικές δυνατότητες, τα εμπόδια παραμένουν σοβαρά.

Η εσωτερική κατάσταση στη Συρία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ζητήματα ασφάλειας, θεσμικής ανασυγκρότησης και ελέγχου διαφορετικών ένοπλων ομάδων.

Η ισραηλινή πλευρά αντιμετωπίζει τη σταθερότητα των βόρειων συνόρων ως βασική προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας.

Ταυτόχρονα, οι ιστορικές διαφορές για τα εδάφη και την κυριαρχία δεν μπορούν να παρακαμφθούν εύκολα.

Μια νέα στρατιωτική κρίση, μια επίθεση από ένοπλη ομάδα ή η κατάρρευση τοπικών μηχανισμών ασφαλείας θα μπορούσε να δυσκολέψει οποιαδήποτε διπλωματική διαδικασία.

Επομένως, η προοπτική προσέγγισης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δυνατότητα που εξαρτάται από συγκεκριμένες πολιτικές και στρατιωτικές προϋποθέσεις.

Η επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή

Η εκλογική αναμέτρηση της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ θα επηρεάσει ένα ευρύτερο πλέγμα περιφερειακών σχέσεων.

Η Συρία βρίσκεται σε διαδικασία πολιτικής και θεσμικής ανασυγκρότησης, το Ιράν επιχειρεί να διατηρήσει την περιφερειακή του επιρροή, η Τουρκία επιδιώκει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας συριακής πραγματικότητας και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού της αστάθειας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια διαφορετική ισραηλινή κυβερνητική προσέγγιση θα μπορούσε να δημιουργήσει περιθώρια για επανεξέταση των σχέσεων με τη Δαμασκό.

Το πρώτο ζητούμενο δεν θα ήταν απαραίτητα μια ιστορική ειρηνευτική συμφωνία.

Θα μπορούσε να είναι κάτι πιο περιορισμένο αλλά ουσιαστικό: μια λειτουργική συμφωνία ασφαλείας, η οποία θα μείωνε τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης και θα δημιουργούσε προϋποθέσεις περαιτέρω διαλόγου.

Οι ισραηλινές κάλπες δεν εγγυώνται την προσέγγιση με τη Συρία. Μπορούν, όμως, να επηρεάσουν τις πολιτικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί.

Και σε μια Μέση Ανατολή όπου οι ισορροπίες έχουν μεταβληθεί δραματικά, ακόμη και μια περιορισμένη αποκλιμάκωση ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Συρία θα αποτελούσε σημαντική περιφερειακή εξέλιξη.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο