ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Ενεργειακό σοκ έως το 2050:Η McKinsey προειδοποιεί για την Ευρώπη–Κίνα,Ινδία και Τουρκία αλλάζουν το παιχνίδι

Ενεργειακό σοκ έως το 2050:Η McKinsey προειδοποιεί για την Ευρώπη–Κίνα,Ινδία και Τουρκία αλλάζουν το παιχνίδι
Η νέα γεωγραφία της βιομηχανικής ισχύος απειλεί την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα: Γερμανία και Βρετανία πιέζονται από το κόστος ηλεκτροδότησης, η Ασία αποκτά μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης και οι προειδοποιήσεις του Ευάγγελου Μυτιληναίου για την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ επανέρχονται στο προσκήνιο.

Μια βαθιά αναδιάταξη της παγκόσμιας βιομηχανικής ισχύος προδιαγράφεται στον ορίζοντα του 2050, με την Κίνα, την Ινδία και την Ινδονησία να εμφανίζουν σημαντικά πλεονεκτήματα στην απορρόφηση του ενεργειακού κόστους, την ώρα που η Ευρώπη αντιμετωπίζει τον κίνδυνο περαιτέρω απώλειας ανταγωνιστικότητας.

Η ανάλυση της McKinsey για τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και στο συνολικό κόστος των ηλεκτρικών συστημάτων αποκαλύπτει μια διαρθρωτική απόκλιση που μπορεί να επηρεάσει τη γεωγραφία της βιομηχανικής παραγωγής, τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τη μελλοντική κατανομή της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος.

Το κρίσιμο εύρημα είναι ότι σε ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξάνεται πολύ ταχύτερα από τις συνολικές δαπάνες ηλεκτροδότησης.

Στην Ευρώπη, αντίθετα, μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες καλούνται να χρηματοδοτήσουν την ενεργειακή μετάβαση, την επέκταση των δικτύων, την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και τον εξηλεκτρισμό της παραγωγής σε περιβάλλον συγκριτικά χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης.

Το αποτέλεσμα είναι μια πιθανή μετατόπιση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος προς την Ασία, όχι αποκλειστικά επειδή η ηλεκτρική ενέργεια γίνεται φθηνότερη, αλλά επειδή το κόστος ανάπτυξης των ενεργειακών συστημάτων μπορεί να απορροφάται ευκολότερα από την οικονομική μεγέθυνση.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, επαναβιομηχάνιση και μεγαλύτερη τεχνολογική ανεξαρτησία.

Η μεγάλη αποκάλυψη της McKinsey: Η οικονομία τρέχει, αλλά η ενέργεια κοστίζει

Η μελέτη της McKinsey, στην οποία συμμετέχουν οι Alexander Weiss και Humayun Tai, εξετάζει την προβλεπόμενη εξέλιξη του συνολικού κόστους των ηλεκτρικών συστημάτων σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ για την περίοδο 2025–2050.

Η σύγκριση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας ανά μεγαβατώρα.

Περιλαμβάνει την ευρύτερη οικονομική επιβάρυνση που συνδέεται με τη λειτουργία και την ανάπτυξη του ηλεκτρικού συστήματος.

Αυτό σημαίνει ότι μια χώρα μπορεί να καταγράφει μείωση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα αύξηση των συνολικών ενεργειακών δαπανών εξαιτίας της μεγαλύτερης κατανάλωσης και των απαιτούμενων υποδομών.

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.

Τα επόμενα 25 χρόνια, η παγκόσμια οικονομία θα χρειαστεί πολύ περισσότερη ηλεκτρική ισχύ για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των data centers, των ηλεκτρικών μεταφορών, των ημιαγωγών και της βιομηχανικής παραγωγής.

Οι χώρες που θα μπορούν να χρηματοδοτούν αυτή την επέκταση με μικρότερη επιβάρυνση σε σχέση με το ΑΕΠ τους θα διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια για νέες παραγωγικές επενδύσεις.

Κίνα: Το μεγάλο πλεονέκτημα των 1,8 μονάδων

Η Κίνα εμφανίζεται μεταξύ των οικονομιών με ιδιαίτερα ευνοϊκή σχέση οικονομικής ανάπτυξης και ενεργειακού κόστους.

Σύμφωνα με τις προβολές που παρουσιάζονται στην ανάλυση, το κινεζικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα αυξάνεται κατά περίπου 3,1% ετησίως την περίοδο 2025–2050.

Την ίδια στιγμή, το συνολικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος προβλέπεται να αυξάνεται με ρυθμό περίπου 1,3% ετησίως.

Η θετική απόκλιση των 1,8 ποσοστιαίων μονάδων σημαίνει ότι η οικονομική παραγωγή θα αναπτύσσεται σημαντικά ταχύτερα από τις δαπάνες ηλεκτροδότησης.

Εφόσον επαληθευτούν οι συγκεκριμένοι ρυθμοί, ο λόγος συνολικού ενεργειακού κόστους προς ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 36% σε ορίζοντα 25 ετών.

Αυτό δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξη ενεργοβόρων κλάδων, από τη μεταλλουργία και τη χημική βιομηχανία μέχρι την παραγωγή μπαταριών, την ηλεκτρονική βιομηχανία και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Η Κίνα έχει ήδη ισχυρή βιομηχανική βάση και σημαντική παρουσία στις αλυσίδες εφοδιασμού τεχνολογιών καθαρής ενέργειας.

Επομένως, μια ευνοϊκότερη σχέση μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης και ηλεκτρικών δαπανών μπορεί να ενισχύσει την ικανότητά της να χρηματοδοτεί νέες επενδύσεις.

Ινδία και Ινδονησία: Οι ανερχόμενες δυνάμεις

Ακόμη υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης εμφανίζει η Ινδία.

Η McKinsey προβλέπει μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κοντά στο 4,8%, έναντι αύξησης του συνολικού κόστους ηλεκτροδότησης περίπου 3,7%.

Η διαφορά των 1,1 ποσοστιαίων μονάδων δημιουργεί περιθώριο για την επέκταση των ηλεκτρικών υποδομών χωρίς ανάλογη αύξηση του ενεργειακού βάρους στην οικονομία.

Η Ινδονησία παρουσιάζει επίσης ευνοϊκή εικόνα, με προβλεπόμενη ανάπτυξη περίπου 3,8% και αύξηση του κόστους ηλεκτροδότησης κοντά στο 2,2%.

Η διαφορά αυτή μπορεί να υποστηρίξει την επέκταση της βιομηχανικής δραστηριότητας, εφόσον συνοδευτεί από επαρκείς επενδύσεις σε δίκτυα, αξιόπιστη παραγωγή και ενεργειακές υποδομές.

Για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, οι προοπτικές αυτές προστίθενται σε άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις εγκατάστασης παραγωγικών μονάδων, όπως το εργατικό κόστος, η διαθεσιμότητα πρώτων υλών, η εφοδιαστική αλυσίδα και η πρόσβαση στις αγορές.

Τουρκία: Ο ανταγωνιστής στην ευρωπαϊκή γειτονιά

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση της Τουρκίας.

Στο διάγραμμα της McKinsey, η τουρκική οικονομία εμφανίζει προβλεπόμενη ανάπτυξη ΑΕΠ περίπου 2,5% ετησίως, έναντι αύξησης του συνολικού κόστους ηλεκτροδότησης κοντά στο 2,9%.

Η εικόνα αυτή είναι διαφορετική από εκείνη της Κίνας και της Ινδίας, καθώς το ηλεκτρικό κόστος αυξάνεται ελαφρώς ταχύτερα από το ΑΕΠ.

Ωστόσο, η Τουρκία παραμένει σημαντικός ανταγωνιστής της ευρωπαϊκής βιομηχανίας λόγω της παραγωγικής της βάσης, της γεωγραφικής της θέσης και της στενής διασύνδεσης με τις ευρωπαϊκές αγορές.

Η βιομηχανική της παρουσία στους κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας, των μετάλλων, των ηλεκτρικών συσκευών και των μηχανημάτων δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Η ενεργειακή πολιτική θα αποτελέσει έναν ακόμη παράγοντα που θα επηρεάσει αυτή τη σχέση.

Το κρίσιμο ζήτημα για την Τουρκία είναι εάν η επέκταση της ηλεκτρικής παραγωγής, οι επενδύσεις σε υποδομές και η βιομηχανική ανάπτυξη θα επιτρέψουν τη διατήρηση ανταγωνιστικών τιμολογίων.

Γερμανία: Η βιομηχανική ατμομηχανή της Ευρώπης υπό πίεση

Στον αντίποδα της ασιατικής ανάπτυξης βρίσκεται η Γερμανία.

Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης εμφανίζει προβλεπόμενη μέση ετήσια ανάπτυξη του ΑΕΠ περίπου 1,1%, ενώ το συνολικό κόστος του ηλεκτρικού της συστήματος αναμένεται να αυξάνεται κατά 1,5%.

Η διαφορά των 0,4 ποσοστιαίων μονάδων σημαίνει ότι το ενεργειακό βάρος μπορεί να αυξάνεται σταδιακά σε σχέση με την οικονομική παραγωγή.

Σε ορίζοντα 25 ετών, η σωρευτική αύξηση του λόγου κόστους ηλεκτροδότησης προς ΑΕΠ εκτιμάται περίπου στο 10%.

Για τη γερμανική βιομηχανία, οι συνέπειες ενδέχεται να είναι σημαντικές.

Οι κλάδοι της χημικής βιομηχανίας, της αυτοκινητοβιομηχανίας, των μετάλλων και των βιομηχανικών μηχανημάτων χρειάζονται μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και αξιόπιστη τροφοδοσία.

Ταυτόχρονα, η μετάβαση σε νέες παραγωγικές τεχνολογίες απαιτεί πρόσθετες επενδύσεις.

Εάν το συνολικό ενεργειακό κόστος αυξάνεται ταχύτερα από την οικονομική παραγωγή, περιορίζεται η δυνατότητα απορρόφησης των σχετικών δαπανών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποβιομηχάνιση είναι αναπόφευκτη.

Σημαίνει, όμως, ότι η ανταγωνιστικότητα θα εξαρτηθεί περισσότερο από την αποτελεσματικότητα των ενεργειακών υποδομών, το κόστος κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της βιομηχανίας.

Βρετανία και Ιαπωνία: Το ενεργειακό βάρος μεγαλώνει

Αντίστοιχη πίεση καταγράφεται στη Βρετανία.

Η προβλεπόμενη οικονομική ανάπτυξη διαμορφώνεται περίπου στο 1,6% ετησίως, ενώ το κόστος του ηλεκτρικού συστήματος αναμένεται να αυξάνεται κατά 2,4%.

Η διαφορά των 0,8 ποσοστιαίων μονάδων μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση περίπου 22% του ενεργειακού βάρους σε σχέση με το ΑΕΠ μέχρι το 2050.

Στην Ιαπωνία, οι προβολές είναι ακόμη πιο χαρακτηριστικές.

Η οικονομική ανάπτυξη εκτιμάται μόλις στο 0,2% ετησίως, έναντι αύξησης των ηλεκτρικών δαπανών περίπου 0,9%.

Η απόκλιση δημιουργεί προοπτική αύξησης του λόγου ενεργειακού κόστους προς ΑΕΠ κατά περίπου 19% σε βάθος 25ετίας.

Οι δύο περιπτώσεις αποτυπώνουν το ίδιο διαρθρωτικό πρόβλημα: οικονομίες με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης καλούνται να χρηματοδοτήσουν εκτεταμένες ενεργειακές επενδύσεις.

Οι προειδοποιήσεις Μυτιληναίου και το ευρωπαϊκό βιομηχανικό αδιέξοδο

Η ανάλυση της McKinsey επαναφέρει στο προσκήνιο τις προειδοποιήσεις του Ευάγγελου Μυτιληναίου, επικεφαλής της Metlen, για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Ο Έλληνας επιχειρηματίας έχει αναδείξει επανειλημμένα το πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους και την ανάγκη διαμόρφωσης πολιτικών που θα στηρίζουν τις παραγωγικές επιχειρήσεις.

Η συζήτηση αφορά ιδιαίτερα τους ενεργοβόρους κλάδους, οι οποίοι καλούνται να ανταγωνιστούν επιχειρήσεις τρίτων χωρών που λειτουργούν με διαφορετικά ενεργειακά και ρυθμιστικά δεδομένα.

Η ανάλυση της McKinsey προσθέτει μια μακροοικονομική διάσταση σε αυτή την προβληματική.

Δεν εξετάζει μόνο το σημερινό ύψος των τιμολογίων, αλλά το κατά πόσον οι οικονομίες μπορούν να απορροφήσουν τις μελλοντικές δαπάνες επέκτασης των ηλεκτρικών τους συστημάτων.

Η διαφοροποίηση αυτή είναι σημαντική.

Ακόμη και εάν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές γίνεται φθηνότερη, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνονται από το κόστος δικτύων, αποθήκευσης, εξισορρόπησης και αξιοπιστίας του συστήματος.

Η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική καλείται επομένως να αντιμετωπίσει όχι μόνο το κόστος παραγωγής ενέργειας, αλλά το συνολικό κόστος ηλεκτροδότησης.

Για τη Metlen και άλλους μεγάλους ευρωπαϊκούς βιομηχανικούς ομίλους, το ζήτημα συνδέεται με την ανάγκη μακροχρόνιας πρόσβασης σε ανταγωνιστική ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να διατηρηθούν οι επενδύσεις και η παραγωγή στην Ευρώπη.

Η πράσινη μετάβαση και ο λογαριασμός των δικτύων

Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ευρωπαϊκής στρατηγικής απανθρακοποίησης.

Ωστόσο, η αύξηση της παραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα συνοδεύεται από νέες ανάγκες χρηματοδότησης.

Τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής πρέπει να επεκταθούν, να εκσυγχρονιστούν και να προσαρμοστούν στη μεγαλύτερη συμμετοχή μεταβλητών πηγών παραγωγής.

Παράλληλα, απαιτούνται επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης, διασυνδέσεις και τεχνολογίες εξισορρόπησης.

Αυτό δημιουργεί μια σημαντική αντίφαση.

Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ορισμένες ανανεώσιμες τεχνολογίες μπορεί να γίνεται οικονομικότερη, αλλά η συνολική λειτουργία του συστήματος εξακολουθεί να απαιτεί μεγάλες κεφαλαιουχικές δαπάνες.

Η McKinsey διαχωρίζει ακριβώς αυτές τις δύο παραμέτρους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, η Ινδία και η Ινδονησία εμφανίζουν προοπτική μείωσης του μοναδιαίου κόστους ηλεκτροδότησης άνω του 20%.

Η Κίνα, η Γερμανία και η Βρετανία εντάσσονται στην κατηγορία προβλεπόμενης μείωσης 10% έως 20%.

Ωστόσο, η μείωση του κόστους ανά μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας δεν συνεπάγεται αυτόματα μείωση των συνολικών δαπανών.

Η αύξηση της ζήτησης μπορεί να αντισταθμίσει μέρος των ωφελειών.

Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέα ενεργειακή κούρσα

Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης προσθέτει έναν νέο παράγοντα πίεσης στα ηλεκτρικά συστήματα.

Τα μεγάλα data centers απαιτούν σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ισχύος, σταθερή τροφοδοσία και υψηλή αξιοπιστία.

Οι επενδύσεις σε προηγμένους ημιαγωγούς, υπολογιστικές υποδομές και τεχνολογικές εγκαταστάσεις αυξάνουν τις απαιτήσεις ηλεκτροδότησης.

Η πρόσβαση σε επαρκή και ανταγωνιστική ενέργεια μετατρέπεται έτσι σε κρίσιμο κριτήριο επιλογής τοποθεσίας για νέες επενδύσεις.

Οι χώρες που διαθέτουν ταχύτερες διαδικασίες σύνδεσης, επαρκή δίκτυα και σταθερό ενεργειακό κόστος μπορούν να προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα.

Αντίθετα, οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις και η έλλειψη διαθέσιμης ισχύος ενδέχεται να αναβάλουν ή να μεταφέρουν επενδυτικά σχέδια.

Η ενεργειακή ανταγωνιστικότητα δεν αφορά πλέον μόνο την παραδοσιακή βιομηχανία.

Αφορά και την τεχνολογική ανάπτυξη, την τεχνητή νοημοσύνη και τη δυνατότητα μιας χώρας να προσελκύει επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Ελλάδα: Το ενεργειακό στοίχημα της βιομηχανίας και της Metlen

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ίδιες βασικές προκλήσεις που επηρεάζουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την επάρκεια των δικτύων, την αποθήκευση και την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς.

Οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ, οι ανάγκες εξισορρόπησης και οι επενδύσεις μεταφοράς αυξάνουν τις απαιτήσεις χρηματοδότησης.

Για τις ελληνικές ενεργοβόρες επιχειρήσεις, η εξασφάλιση ανταγωνιστικών μακροχρόνιων συμβολαίων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για τον επενδυτικό σχεδιασμό.

Η περίπτωση της Metlen είναι ενδεικτική της σύνδεσης ενέργειας και βιομηχανίας.

Η δραστηριότητα του ομίλου στη μεταλλουργία και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αναδεικνύει τη σημασία του συνολικού ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.

Παράλληλα, η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακού ενεργειακού και τεχνολογικού κόμβου, προωθώντας επενδύσεις σε διασυνδέσεις, αποθήκευση και υποδομές δεδομένων.

Για να μετατραπούν αυτές οι δυνατότητες σε διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, απαιτείται συνδυασμός ενεργειακής επάρκειας, αποτελεσματικών δικτύων και προβλέψιμων τιμολογίων.

Η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται αυτοτελώς στο συγκεκριμένο διάγραμμα της McKinsey.

Επομένως, δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτό συγκεκριμένη ποσοτική πρόβλεψη για την εξέλιξη του ελληνικού ενεργειακού κόστους σε σχέση με το ΑΕΠ.

Η ευρύτερη ευρωπαϊκή εικόνα, ωστόσο, αναδεικνύει τις πιέσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει και η ελληνική παραγωγική βάση.

Οι τρεις κινήσεις που μπορούν να αλλάξουν την εικόνα

Η αντιμετώπιση της αυξανόμενης ενεργειακής επιβάρυνσης απαιτεί συνδυασμό πολιτικών.

Η πρώτη κατεύθυνση αφορά την άμεση προστασία των καταναλωτών και της βιομηχανίας μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων, ειδικών τιμολογίων και φορολογικών κινήτρων, όπου αυτά είναι δημοσιονομικά και κανονιστικά εφικτά.

Η δεύτερη αφορά την ανάπτυξη εγχώριων πηγών ενέργειας και τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα.

Η τρίτη, και ενδεχομένως πιο κρίσιμη σε μακροχρόνιο ορίζοντα, αφορά την αποτελεσματικότερη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.

Η ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων, η καλύτερη αξιοποίηση των διασυνδέσεων, η αποθήκευση και η διαχείριση της ζήτησης μπορούν να περιορίσουν τις πρόσθετες κεφαλαιουχικές ανάγκες.

Η ουσιαστική πρόκληση είναι να μειωθεί το συνολικό κόστος που απαιτείται για την παροχή αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας.

Το 2050 θα κριθεί από την ενέργεια

Οι προβολές της McKinsey αναδεικνύουν μια σημαντική τάση: η ενεργειακή ανταγωνιστικότητα μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη μελλοντική κατανομή της βιομηχανικής και τεχνολογικής παραγωγής.

Η Κίνα, η Ινδία και η Ινδονησία εμφανίζουν ευνοϊκότερη σχέση ανάμεσα στην αύξηση του ΑΕΠ και στο κόστος επέκτασης των ηλεκτρικών τους συστημάτων.

Η Γερμανία, η Βρετανία και η Ιαπωνία αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες σχετικές πιέσεις, καθώς η οικονομική τους ανάπτυξη προβλέπεται χαμηλότερη από την αύξηση των συνολικών ενεργειακών δαπανών.

Οι εκτιμήσεις αυτές δεν αποτελούν βέβαιη πρόβλεψη για τη μελλοντική πορεία κάθε οικονομίας.

Εξαρτώνται από την τεχνολογική πρόοδο, το κόστος κεφαλαίου, την εξέλιξη της ζήτησης και τις ενεργειακές πολιτικές.

Ωστόσο, αναδεικνύουν με σαφήνεια ένα στρατηγικό ζήτημα για την Ευρώπη.

Η πράσινη μετάβαση και η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα, με πολιτικές που θα διασφαλίζουν όχι μόνο καθαρή, αλλά και οικονομικά προσιτή και αξιόπιστη ηλεκτρική ενέργεια.

Διαφορετικά, η Ευρώπη κινδυνεύει να επιτύχει σημαντική πρόοδο στην απανθρακοποίηση, αλλά να αντιμετωπίσει μεγαλύτερες δυσκολίες στη διατήρηση της παραγωγικής της βάσης.

Το βιομηχανικό στοίχημα του 2050 δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει περισσότερη τεχνολογία, μεγαλύτερη παραγωγικότητα ή περισσότερα κεφάλαια.

Θα κριθεί και από το ποιος μπορεί να εξασφαλίσει την ηλεκτρική ισχύ που απαιτεί η νέα οικονομία, με κόστος που η παραγωγική του βάση μπορεί να αντέξει.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο