26.10.2026 | 11:10
«Σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως όσοι προωθούν αυτές τις αντιλήψεις. Διαβάζουν λάθος τη στρατηγική της Τουρκίας».
Με αυτή τη φράση, ο Κώστας Καραμανλής έδωσε το πολιτικό στίγμα μιας παρέμβασης που ξεπερνά τα όρια μιας συνηθισμένης ομιλίας για τα εθνικά θέματα και αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής που ακολουθεί η Αθήνα απέναντι στην Άγκυρα.
Από το Πολεμικό Μουσείο, στην εκδήλωση της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε να περιγράψει μια Τουρκία με συνεκτικό αναθεωρητικό σχεδιασμό, να προειδοποιήσει για τις συνέπειες οποιασδήποτε αποδοχής τουρκικού ρόλου στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και να αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα μιας συμμαχικής πολιτικής που δεν εξασφαλίζει πάντοτε σαφή υποστήριξη στα ελληνικά συμφέροντα.
Η ομιλία του στις 25 Οκτωβρίου 2026 αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία επειδή πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης.
Και επειδή στην αίθουσα βρισκόταν ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος είχε ήδη ασκήσει δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για τους χειρισμούς της στα ελληνοτουρκικά.
Η παρέμβαση Καραμανλή δεν περιείχε ρητή απαίτηση αλλαγής υπουργού ή εγκατάλειψης του διαλόγου με την Τουρκία. Περιείχε όμως κάτι πολιτικά ουσιαστικότερο: μια διαφορετική ανάγνωση της τουρκικής στρατηγικής και των ορίων της ελληνικής διπλωματίας.
Η κεντρική θέση του Κώστα Καραμανλή είναι ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε τουρκική κίνηση ως ξεχωριστό διπλωματικό επεισόδιο.
Το casus belli, το τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι αμφισβητήσεις για τα νησιά, οι αξιώσεις αποστρατιωτικοποίησης, τα θαλάσσια πάρκα και οι αντιδράσεις στην ηλεκτρική διασύνδεση αποτελούν, κατά την εκτίμησή του, διαφορετικές εκφάνσεις μιας κοινής στρατηγικής.
Ο πρώην πρωθυπουργός μίλησε για «ολοκληρωμένο σχεδιασμό» με στόχο τη μεταβολή του υφιστάμενου καθεστώτος στο Αιγαίο.
Η πολιτική σημασία της διατύπωσης είναι μεγάλη.
Εάν η τουρκική πολιτική ερμηνευθεί ως σύνολο επιμέρους διαφορών, τότε η διπλωματία μπορεί να επιδιώξει σταδιακές διευθετήσεις, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και αποφυγή εντάσεων.
Εάν όμως ερμηνευθεί ως μακροπρόθεσμο αναθεωρητικό σχέδιο, τότε κάθε επιμέρους υποχώρηση ή διαδικαστική παραχώρηση αξιολογείται υπό το πρίσμα των πιθανών συνεπειών της στο σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Αυτό ακριβώς είναι το στρατηγικό δίλημμα που ανέδειξε ο Καραμανλής.
Δεν πρόκειται απλώς για διαφωνία ως προς την ένταση της διπλωματικής αντίδρασης. Πρόκειται για διαφορετική εκτίμηση σχετικά με τους στόχους της Άγκυρας.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ομιλίας ήταν η αποτίμηση της κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Ο Καραμανλής τη χαρακτήρισε αρνητική για τα ελληνικά συμφέροντα, ακόμη και αν η ίδια η κύρωση δεν δημιουργεί νόμιμα θαλάσσια δικαιώματα εις βάρος τρίτων κρατών.
Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο.
Η νομική ακυρότητα μιας διεκδίκησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την πολιτική της αδυναμία.
Η Αθήνα υποστηρίζει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας επειδή αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών και επιχειρεί οριοθέτηση ανάμεσα σε ακτές που δεν προσφέρουν νόμιμη βάση για μια τέτοια συμφωνία.
Η κύρωση από το λιβυκό κοινοβούλιο δεν μεταβάλλει αυτή τη νομική θέση.
Ωστόσο, δημιουργεί ένα νέο πολιτικό δεδομένο.
Για χρόνια, η διαφορετική στάση των λιβυκών κέντρων εξουσίας περιόριζε τη δυνατότητα της Τουρκίας να παρουσιάζει το μνημόνιο ως ευρύτερα αποδεκτή λιβυκή επιλογή.
Η κύρωση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων ενισχύει το διπλωματικό επιχείρημα της Άγκυρας περί συνέχειας και αποδοχής της συμφωνίας στο εσωτερικό της Λιβύης.
Δεν καθιστά νόμιμο το περιεχόμενό της, αλλά αυξάνει την πολιτική πολυπλοκότητα για την Αθήνα.
Αυτή είναι η ουσία της προειδοποίησης Καραμανλή.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα έχασε αυτομάτως κυριαρχικά δικαιώματα. Είναι ότι η Τουρκία απέκτησε ένα πρόσθετο πολιτικό εργαλείο για να προβάλλει τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η βαθύτερη ανησυχία του πρώην πρωθυπουργού αφορά τη σταδιακή δημιουργία προηγουμένων.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται απαραίτητα να επιτύχει άμεση νομική αναγνώριση όλων των αξιώσεών της για να αποκτήσει πρακτική επιρροή.
Μπορεί να επιδιώκει να δημιουργήσει συνθήκες στις οποίες τρίτα κράτη, εταιρείες και διεθνείς οργανισμοί λαμβάνουν υπόψη τις αντιρρήσεις της πριν από οποιαδήποτε δραστηριότητα.
Αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να επηρεάσει ενεργειακές έρευνες, υποθαλάσσιες υποδομές, επενδυτικές αποφάσεις και την επιχειρησιακή ελευθερία κινήσεων.
Στην ουσία, ο Καραμανλής προειδοποιεί για τον κίνδυνο να αποκτήσει η Άγκυρα πρακτική δυνατότητα παρεμπόδισης, χωρίς να διαθέτει αντίστοιχο νόμιμο δικαίωμα.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική γεωπολιτική διάκριση.
Στις διεθνείς σχέσεις, η νομική ισχύς και η πραγματική δυνατότητα επιβολής δεν συμπίπτουν πάντοτε.
Γι’ αυτό η αποτελεσματική εξωτερική πολιτική δεν αρκεί να επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο. Χρειάζεται επίσης διπλωματικά εργαλεία, συμμαχίες, αποτρεπτική ισχύ και ικανότητα υλοποίησης των εθνικών επιλογών.
Το πλέον συγκεκριμένο σημείο της παρέμβασης αφορούσε την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Ο πρώην πρωθυπουργός απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι απαιτείται τουρκική άδεια για την υλοποίηση του έργου.
Η ουσία της προειδοποίησής του είναι ότι η Αθήνα δεν πρέπει να δημιουργήσει, με οποιονδήποτε τρόπο, την εντύπωση πως αναγνωρίζει στην Τουρκία δικαίωμα έγκρισης εργασιών σε θαλάσσιες περιοχές όπου η ίδια δεν διαθέτει τέτοια αρμοδιότητα.
Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία μετά τις τουρκικές αντιδράσεις στις έρευνες για το υποθαλάσσιο καλώδιο.
Η ηλεκτρική διασύνδεση δεν αποτελεί μόνο ενεργειακό έργο.
Συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, τη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού και τη γεωπολιτική παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ακριβώς γι’ αυτό ο Καραμανλής αντιμετωπίζει το έργο ως δοκιμασία της δυνατότητας της Ελλάδας και της Ευρώπης να υλοποιούν νόμιμες υποδομές χωρίς εξωτερική παρεμπόδιση.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια ουσιαστική νομική και επιχειρησιακή διάκριση.
Η έκδοση ναυτικών προειδοποιήσεων, η κοινοποίηση πληροφοριών για εργασίες και ο συντονισμός για λόγους ασφάλειας της ναυσιπλοΐας δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με αίτημα άδειας.
Μια ενημέρωση μπορεί να αποτελεί τεχνική διαδικασία, χωρίς να συνεπάγεται αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Αντίθετα, η αποδοχή ότι τρίτο κράτος έχει δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει μια δραστηριότητα μπορεί να αποκτήσει σοβαρή νομική και πολιτική σημασία.
Η προειδοποίηση Καραμανλή εστιάζει στον κίνδυνο να συγχέονται οι δύο διαδικασίες ή να χρησιμοποιείται μια τεχνική επικοινωνία ως επιχείρημα αναγνώρισης τουρκικής αρμοδιότητας.
Για την κυβέρνηση, το κρίσιμο ζητούμενο είναι να αποδεικνύει στην πράξη ότι κάθε ενδεχόμενη τεχνική επικοινωνία δεν περιορίζει τα ελληνικά δικαιώματα.
Η υπόθεση του καλωδίου αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω των προηγούμενων εντάσεων στην περιοχή της Κάσου.
Η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά τη διάρκεια ερευνητικών δραστηριοτήτων είχε αναδείξει τη δυνατότητα της Άγκυρας να προκαλεί επιχειρησιακή πίεση.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Ελλάδα έχει δίκιο βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Είναι αν μπορεί να συνεχίσει τις εργασίες ενός στρατηγικού έργου όταν η Τουρκία προβάλλει αντιρρήσεις.
Η συνέχιση ή η αναστολή ερευνών δεν μπορεί να ερμηνεύεται αυτομάτως ως απόδειξη διπλωματικής επιτυχίας ή αποτυχίας, χωρίς να συνεκτιμώνται τεχνικοί, οικονομικοί και επιχειρησιακοί παράγοντες.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα έχει πολιτική σημασία.
Εάν ένα έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος καθυστερεί επανειλημμένα λόγω περιφερειακών εντάσεων, τότε δημιουργούνται ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής υποστήριξης και την αξιοπιστία του επενδυτικού σχεδιασμού.
Η προειδοποίηση Καραμανλή αποκτά έτσι πρακτική διάσταση.
Δεν αφορά μόνο τη διατύπωση των ελληνικών θέσεων, αλλά και την πραγματική δυνατότητα εφαρμογής τους.
Η ομιλία Καραμανλή μπορεί να διαβαστεί ως κριτική στις προσδοκίες που συνδέθηκαν με την αποκλιμάκωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, στην αποφυγή ανεξέλεγκτων εντάσεων και στη συνεργασία σε πεδία όπου αυτό είναι εφικτό.
Η λογική αυτής της προσέγγισης είναι ότι η μείωση της έντασης περιορίζει τον κίνδυνο επεισοδίων και δημιουργεί χώρο για διπλωματική διαχείριση των διαφορών.
Ο Καραμανλής, αντίθετα, προειδοποιεί ότι η αποκλιμάκωση δεν πρέπει να οδηγεί σε υποτίμηση των στρατηγικών στόχων της Τουρκίας.
Η πραγματική διαφορά δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει διάλογος.
Είναι τι μπορεί να επιτύχει ο διάλογος όταν οι δύο πλευρές έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το εύρος των διαφορών τους.
Η Αθήνα αναγνωρίζει ως βασική διαφορά προς οριοθέτηση την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ.
Η Άγκυρα θέτει ευρύτερη ατζέντα, που περιλαμβάνει ζητήματα κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης και θαλάσσιων δικαιωμάτων.
Σε αυτό το χάσμα στηρίζεται η ανησυχία του πρώην πρωθυπουργού.
Ο Καραμανλής δεν περιόρισε την κριτική του στην Τουρκία.
Έθεσε ζήτημα και για τη συμπεριφορά συμμάχων και εταίρων, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουν την Ελλάδα και την Τουρκία ως δύο ισοδύναμες πλευρές μιας διαφοράς χωρίς να εξετάζουν το περιεχόμενο των διεκδικήσεων.
Η κριτική αυτή αφορά κυρίως τη λογική της συμμαχικής ισορροπίας.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν δύο σημαντικούς συμμάχους στο ΝΑΤΟ.
Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις και με τις δύο χώρες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Αυτή η προτεραιότητα μπορεί να οδηγεί σε δημόσιες διατυπώσεις που επικεντρώνονται στην ανάγκη διαλόγου και αποκλιμάκωσης.
Από την ελληνική σκοπιά, όμως, μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής όταν δεν συνοδεύεται από σαφή αξιολόγηση συγκεκριμένων διεκδικήσεων.
Η αμερικανική αντίδραση στην κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν παρέμεινε αμετάβλητη.
Αρχικά, το State Department προέτρεψε τις πλευρές να επιλύσουν τις θαλάσσιες διαφορές μέσω καλόπιστου διαλόγου.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με νεότερη δημοσιοποιημένη τοποθέτηση, χαρακτήρισε την κύρωση προκλητική και μη εποικοδομητική.
Αυτή η μεταβολή έχει σημασία.
Δείχνει ότι η αμερικανική στάση δεν μπορεί να περιγραφεί αποκλειστικά ως πλήρης εξίσωση των δύο πλευρών.
Ταυτόχρονα, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να υποστηρίζει τη διμερή συνεννόηση Ελλάδας και Τουρκίας.
Η πολιτική πρόκληση για την Αθήνα είναι να μετατρέψει τις διπλωματικές δηλώσεις σε συγκεκριμένη στήριξη όταν προκύπτουν επιχειρησιακές κρίσεις.
Η ευρωπαϊκή στάση παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Με κοινή δήλωση της 20ής Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επανέλαβαν ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συμμορφώνεται με το Δίκαιο της Θάλασσας και είναι άκυρο.
Παράλληλα, εξέφρασαν αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο.
Επομένως, δεν θα ήταν ακριβές να υποστηριχθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση τηρεί ουδέτερη νομική στάση στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Το πρόβλημα εντοπίζεται αλλού.
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου.
Εφόσον πρόκειται για έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, η δυνατότητα υλοποίησής του αφορά όχι μόνο την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά και την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διάσταση αυτή συνδέεται άμεσα με την κριτική Καραμανλή προς τους ευρωπαϊκούς εταίρους.
Ένα ακόμη πεδίο της κριτικής του πρώην πρωθυπουργού αφορά τη στάση ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στην Τουρκία στον αμυντικό τομέα.
Η Άγκυρα αποτελεί σημαντικό στρατιωτικό παράγοντα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και διαθέτει αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία.
Παράλληλα, διατηρεί διεκδικήσεις που προκαλούν σοβαρές διαφωνίες με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Για ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η συνεργασία με την Τουρκία αποτελεί ζήτημα ασφάλειας, αμυντικής παραγωγής και περιφερειακής ισορροπίας.
Για την Αθήνα, όμως, η ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος μπορεί να δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις αποτροπής.
Εδώ εντοπίζεται μια δομική αντίφαση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να εκφράζει αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ κράτη-μέλη της διατηρούν σημαντικές αμυντικές και οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία.
Ο Καραμανλής ζητά ουσιαστικά να αντιμετωπιστεί αυτή η αντίφαση με μεγαλύτερη συνέπεια.
Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού δεν περιορίστηκε στην Ανατολική Μεσόγειο.
Περιέλαβε αναφορές στις σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα, στην ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας, στη Συμφωνία των Πρεσπών, στο Κόσοβο, στην Ουκρανία και στις γερμανικές αποζημιώσεις.
Η διεύρυνση της θεματολογίας έχει πολιτική σημασία.
Ο Καραμανλής δεν παρουσίασε μόνο μια διαφορετική προσέγγιση για την Τουρκία.
Έθεσε συνολικότερο ζήτημα σχετικά με το πώς η Ελλάδα προσδιορίζει τα συμφέροντά της μέσα στις δυτικές συμμαχίες.
Η βασική συλλογιστική του είναι ότι η συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς συνεπάγεται υποχρεώσεις, αλλά και δικαίωμα ουσιαστικής υποστήριξης.
Αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκην αμφισβήτηση του δυτικού προσανατολισμού της χώρας.
Συνιστά, όμως, διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκφράζεται η ελληνική θέση μέσα στις συμμαχίες.
Η παρουσία του Αντώνη Σαμαρά στην εκδήλωση προσέδωσε πρόσθετο πολιτικό βάρος στην ομιλία.
Ο πρώην πρωθυπουργός είχε ήδη ασκήσει δημόσια κριτική στην κυβερνητική εξωτερική πολιτική, με ιδιαίτερη έμφαση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου.
Όταν ρωτήθηκε εάν άκουσε τον Κώστα Καραμανλή, απάντησε με τρόπο που ερμηνεύθηκε ως αιχμή προς την κυβέρνηση.
«Το θέμα δεν είναι αν τον άκουσα εγώ. Άλλοι πρέπει να τον ακούσουν».
Η φράση αυτή αποκτά σημασία επειδή οι δύο πρώην πρωθυπουργοί προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία και έχουν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος στον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς.
Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές διαφορές στις δημόσιες παρεμβάσεις τους.
Ο Σαμαράς έχει προχωρήσει σε πιο άμεση και προσωποποιημένη κριτική προς την κυβερνητική ηγεσία και τον υπουργό Εξωτερικών.
Ο Καραμανλής επικεντρώνεται περισσότερο στη στρατηγική ανάλυση, στις ιστορικές αναφορές και στις μακροπρόθεσμες συνέπειες των διπλωματικών επιλογών.
Η σύγκλιση των προβληματισμών τους δεν αποδεικνύει κοινό οργανωμένο πολιτικό σχέδιο.
Δημιουργεί όμως μια νέα συνθήκη δημόσιας πίεσης προς την κυβέρνηση, καθώς η κριτική για τα εθνικά θέματα δεν προέρχεται μόνο από την αντιπολίτευση.
Η πολιτική δυσκολία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι απλώς ότι δύο πρώην πρωθυπουργοί διατυπώνουν επιφυλάξεις.
Είναι ότι η κριτική τους αφορά ένα πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση έχει επενδύσει σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο: τη διαχείριση των σχέσεων με την Τουρκία.
Η κυβερνητική στρατηγική στηρίζεται στην ανάγκη αποφυγής κρίσεων, στη διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος και στην αξιοποίηση των διεθνών συνεργασιών.
Η παρέμβαση Καραμανλή θέτει το ερώτημα εάν αυτή η προσέγγιση είναι επαρκής όταν η Άγκυρα συνεχίζει να προβάλλει ευρείες διεκδικήσεις.
Το Μέγαρο Μαξίμου καλείται επομένως να απαντήσει πολιτικά και επιχειρησιακά σε τρία βασικά ζητήματα.
Πώς αποτιμά την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου;
Πώς διασφαλίζει την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης χωρίς αναγνώριση τουρκικού δικαιώματος έγκρισης;
Και πώς αξιοποιεί τις συμμαχίες ώστε η νομική στήριξη να αποκτά πρακτικό αντίκρισμα;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη δημόσια αντιπαράθεση.
Η παρέμβαση Καραμανλή δεν συνιστά αυτομάτως εσωκομματική ρήξη.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν ανακοίνωσε νέα πολιτική πρωτοβουλία ούτε ζήτησε αλλαγή ηγεσίας.
Η ομιλία του, όμως, επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση διαφορετικές αντιλήψεις για την εξωτερική πολιτική μέσα στον ευρύτερο χώρο της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτό έχει σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επηρεάζουν όχι μόνο τη διπλωματική ατζέντα, αλλά και τον εσωτερικό πολιτικό διάλογο.
Η κυβέρνηση μπορεί να επισημαίνει ότι η διατήρηση της επικοινωνίας με την Άγκυρα μειώνει τους κινδύνους ανεξέλεγκτης έντασης.
Οι επικριτές της μπορούν να αντιτείνουν ότι η αποκλιμάκωση δεν έχει αποτρέψει την προβολή νέων ή παλαιών τουρκικών αξιώσεων.
Και οι δύο αυτές διαπιστώσεις μπορούν να συνυπάρχουν.
Το πραγματικό ζήτημα είναι η σχέση ανάμεσα στη διπλωματική ηρεμία και στην αποτελεσματική υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων.
Η επιλογή της εκδήλωσης για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου δεν ήταν άσχετη με το περιεχόμενο της ομιλίας.
Ο Καραμανλής συνέδεσε την ιστορική μνήμη με τις σημερινές προκλήσεις ασφάλειας.
Έδωσε έμφαση στην ηγεσία, στην προετοιμασία, στο εθνικό φρόνημα και στην αποτρεπτική ικανότητα.
Η ιστορική αναλογία δεν σημαίνει ότι οι σημερινές συνθήκες ταυτίζονται με εκείνες του 1940.
Αναδεικνύει όμως την πολιτική αξία που αποδίδει ο πρώην πρωθυπουργός στην αποφασιστικότητα και στην προετοιμασία έναντι εξωτερικών πιέσεων.
Αυτή η επιλογή ενισχύει τη συνοχή του επιχειρήματός του.
Η εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με τη συλλογιστική του, δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην καλή θέληση των άλλων πλευρών.
Πρέπει να διαθέτει σαφείς στόχους, ικανότητα αποτροπής και δυνατότητα κινητοποίησης διεθνούς υποστήριξης.
Μια λιγότερο προβεβλημένη, αλλά πολιτικά σημαντική πλευρά της ομιλίας αφορά την κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη.
Ο Καραμανλής αναφέρθηκε στη διεύρυνση των ανισοτήτων, στη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, στη δυσκολία πρόσβασης στη στέγη και στις δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και στην απομάκρυνση πολιτών από τα παραδοσιακά κόμματα.
Η ενότητα αυτή δείχνει ότι η παρέμβασή του δεν είχε αποκλειστικά γεωπολιτικό χαρακτήρα.
Περιλάμβανε και μια ευρύτερη κριτική στο ευρωπαϊκό πολιτικό και οικονομικό μοντέλο.
Στη δική του ανάγνωση, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς όταν αποδίδεται μόνο στον λαϊκισμό ή στην επιρροή ακραίων πολιτικών δυνάμεων.
Χρειάζεται να εξεταστούν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν μεγάλα τμήματα των πολιτών στην αποξένωση από τους παραδοσιακούς πολιτικούς θεσμούς.
Αυτή η διάσταση προσδίδει στην ομιλία χαρακτηριστικά ευρύτερης πολιτικής παρέμβασης και όχι απλής τοποθέτησης για ένα διπλωματικό επεισόδιο.
Η παρέμβαση Καραμανλή μπορεί να αναλυθεί σε τρία επίπεδα.
Στο πρώτο, το γεωπολιτικό, υποστηρίζει ότι η Τουρκία ακολουθεί συνεκτική στρατηγική αναθεώρησης των ισορροπιών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο δεύτερο, το διπλωματικό, προειδοποιεί ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει τη δημιουργία πρακτικών προηγουμένων που θα μπορούσαν να περιορίσουν την άσκηση των δικαιωμάτων της.
Στο τρίτο, το εσωτερικό πολιτικό, θέτει ερωτήματα για την επάρκεια της σημερινής στρατηγικής και για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αξιοποιεί τις διεθνείς συμμαχίες.
Η ομιλία δεν αποδεικνύει ότι η κυβερνητική πολιτική έχει αποτύχει συνολικά.
Αναδεικνύει, όμως, συγκεκριμένους κινδύνους που απαιτούν τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, η συνέχιση των τουρκικών διεκδικήσεων και η υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης αποτελούν πραγματικές δοκιμασίες για την ελληνική διπλωματία.
Η θέση της ΕΕ παρέχει σαφές νομικό και πολιτικό έρεισμα στην Αθήνα. Η αυστηρότερη αμερικανική τοποθέτηση δημιουργεί επίσης πρόσθετο διπλωματικό δεδομένο.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η υποστήριξη θα συνοδευτεί από αποτελεσματικές κινήσεις στο πεδίο.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η πολιτική πρόκληση είναι να συνδυάσει τη διατήρηση της σταθερότητας με την έμπρακτη υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων.
Για τον Κώστα Καραμανλή, η κεντρική προειδοποίηση είναι ότι οι προθέσεις της Άγκυρας πρέπει να αξιολογούνται με βάση τη συνολική στρατηγική της και όχι μόνο τη συγκυριακή ένταση στις διμερείς σχέσεις.
Η ουσία της παρέμβασής του δεν βρίσκεται στην ένταση των χαρακτηρισμών, αλλά στο στρατηγικό ερώτημα που αφήνει πίσω της: μπορεί η Ελλάδα να διατηρεί ανοιχτό τον διάλογο με την Τουρκία χωρίς να επιτρέπει τη σταδιακή δημιουργία νέων τετελεσμένων;
Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα κριθεί μεγάλο μέρος της επόμενης φάσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Πηγή: pagenews.gr