Κόσμος

Συναγερμός στο Βερολίνο: «Χακαρισμένα» iPhone πολιτικών – Φόβοι για κατασκοπεία στην καρδιά της Γερμανίας

Συναγερμός στο Βερολίνο: «Χακαρισμένα» iPhone πολιτικών – Φόβοι για κατασκοπεία στην καρδιά της Γερμανίας
Επείγουσα προειδοποίηση σε βουλευτές και κυβερνητικά στελέχη μετά τον εντοπισμό προηγμένου κατασκοπευτικού λογισμικού. Η Apple ειδοποίησε πιθανούς στόχους, ενώ οι γερμανικές αρχές ζητούν να θεωρούνται τα κινητά ενδεχομένως παραβιασμένα. Στο μικροσκόπιο επιθέσεις «zero-click», με τις υπηρεσίες ασφαλείας να εξετάζουν το ενδεχόμενο κρατικά υποστηριζόμενης επιχείρησης.

Συναγερμός έχει σημάνει στη γερμανική κυβέρνηση και στην Bundestag, καθώς μια νέα υπόθεση κυβερνοκατασκοπείας εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των επικοινωνιών πολιτικών και υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων.

Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλειας Πληροφοριών της Γερμανίας (BSI) προειδοποίησε βουλευτές και κυβερνητικά στελέχη ότι τα iPhone τους ενδέχεται να έχουν αποτελέσει στόχο προηγμένου κατασκοπευτικού λογισμικού, ικανού να αποκτά πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα χωρίς να απαιτείται καμία ενέργεια από τον χρήστη.

Σύμφωνα με τους Financial Times, η γερμανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει το περιστατικό με ιδιαίτερη σοβαρότητα, ενώ οι αρμόδιες αρχές διερευνούν τόσο την έκταση της επίθεσης όσο και την ταυτότητα των δραστών.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η συγκεκριμένη μέθοδος παραβίασης μπορεί να επιτρέψει την εγκατάσταση spyware χωρίς ο κάτοχος της συσκευής να πατήσει κάποιον σύνδεσμο ή να ανοίξει ένα ύποπτο αρχείο.

Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο την ευπάθεια ακόμη και των πιο προηγμένων ψηφιακών συστημάτων απέναντι σε επιχειρήσεις κυβερνοκατασκοπείας.

Επείγουσα οδηγία: «Θεωρήστε ότι η συσκευή σας μπορεί να έχει παραβιαστεί»

Η BSI εξέδωσε προειδοποίηση προς πολιτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους που είχαν λάβει ειδοποίηση ασφαλείας από την Apple.

Οι πρώτες ειδοποιήσεις άρχισαν να φτάνουν στους παραλήπτες την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026.

Η γερμανική υπηρεσία συνέστησε στους αποδέκτες να αντιμετωπίζουν προληπτικά τα κινητά τους ως δυνητικά παραβιασμένα.

Η οδηγία δεν σημαίνει ότι έχει επιβεβαιωθεί επιτυχής εγκατάσταση κατασκοπευτικού λογισμικού σε κάθε συσκευή που έλαβε ειδοποίηση.

Σημαίνει όμως ότι ο κίνδυνος θεωρείται αρκετά σοβαρός ώστε να απαιτείται άμεση αντίδραση.

Οι γερμανικές αρχές δεν έχουν ανακοινώσει πόσοι πολιτικοί έλαβαν τις ειδοποιήσεις ούτε έχουν δημοσιοποιήσει τα ονόματα των πιθανών στόχων.

Η κυβέρνηση Μερτς: «Αντιμετωπίζουμε το περιστατικό με απόλυτη σοβαρότητα»

Ο εκπρόσωπος του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, Στέφαν Κορνέλιους, επιβεβαίωσε τη σοβαρότητα της υπόθεσης.

«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αντιμετωπίζει το περιστατικό και την προειδοποίηση με μεγάλη σοβαρότητα», δήλωσε.

Και πρόσθεσε:

«Πρέπει να θεωρηθεί ότι συσκευές ενδέχεται να έχουν παραβιαστεί».

Ο Κορνέλιους εξήγησε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες εργάζονται εντατικά για να διερευνήσουν τις συνθήκες του περιστατικού, να ενημερώσουν τους πιθανούς στόχους και να τους παράσχουν υποστήριξη.

Ωστόσο, αρνήθηκε να διευκρινίσει εάν ο ίδιος ο καγκελάριος Μερτς περιλαμβάνεται στους αποδέκτες των ειδοποιήσεων.

Η στάση αυτή αντανακλά την ευαισθησία της υπόθεσης, καθώς ενδεχόμενη παραβίαση κινητών υψηλόβαθμων αξιωματούχων θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για τις κυβερνητικές επικοινωνίες.

«Zero-click»: Η επίθεση που δεν χρειάζεται ούτε ένα πάτημα στην οθόνη

Η μέθοδος που περιγράφεται στο ρεπορτάζ θεωρείται από τις πλέον εξελιγμένες μορφές ψηφιακής επίθεσης.

Πρόκειται για εκμετάλλευση ευπάθειας τύπου zero-click.

Σε αντίθεση με τις συνηθισμένες επιθέσεις ηλεκτρονικού «ψαρέματος», στις οποίες ο χρήστης πρέπει να πατήσει έναν κακόβουλο σύνδεσμο ή να κατεβάσει κάποιο αρχείο, μια επίθεση zero-click μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς καμία αλληλεπίδραση από τον στόχο.

Στην περίπτωση που εξετάζουν οι γερμανικές αρχές, σύμφωνα με τους Financial Times, οι επιτιθέμενοι φέρονται να χρειάζονταν μόνο τον αριθμό τηλεφώνου του προσώπου που ήθελαν να στοχοποιήσουν.

Αυτό καθιστά την απειλή ιδιαίτερα δύσκολη στην αντιμετώπιση.

Ένας πολιτικός μπορεί να ακολουθεί τις βασικές οδηγίες ψηφιακής ασφάλειας, να αποφεύγει ύποπτους συνδέσμους και να χρησιμοποιεί κρυπτογραφημένες εφαρμογές, αλλά να εξακολουθεί να αποτελεί στόχο μιας προηγμένης επίθεσης.

Η επιτυχία τέτοιων επιχειρήσεων εξαρτάται από τις συγκεκριμένες ευπάθειες του λογισμικού και από τις δυνατότητες του εργαλείου που χρησιμοποιείται.

Spyware: Από τα κρυπτογραφημένα μηνύματα μέχρι το μικρόφωνο του κινητού

Εφόσον ένα προηγμένο κατασκοπευτικό λογισμικό εγκατασταθεί επιτυχώς σε μια συσκευή, οι δυνατότητες παρακολούθησης μπορεί να είναι εκτεταμένες.

Ανάλογα με το εργαλείο και το επίπεδο πρόσβασης που αποκτά, οι επιτιθέμενοι μπορούν δυνητικά να συλλέγουν μηνύματα, επαφές, ημερολόγια, φωτογραφίες, έγγραφα και δεδομένα τοποθεσίας.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η δυνατότητα πρόσβασης σε επικοινωνίες που πραγματοποιούνται μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών.

Η κρυπτογράφηση προστατεύει τα μηνύματα κατά τη μεταφορά τους. Δεν μπορεί όμως να αποτρέψει την ανάγνωσή τους εάν ο επιτιθέμενος έχει αποκτήσει πρόσβαση στο ίδιο το τηλέφωνο, όπου τα μηνύματα εμφανίζονται αποκρυπτογραφημένα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα παραβιασμένο κινητό μπορεί επίσης να μετατραπεί σε συσκευή παρακολούθησης, με ενεργοποίηση του μικροφώνου ή της κάμερας.

Για κυβερνητικούς αξιωματούχους, οι συνέπειες μιας τέτοιας παραβίασης μπορεί να είναι πολύ σοβαρότερες από την απώλεια προσωπικών δεδομένων.

Θα μπορούσαν να εκτεθούν πολιτικές συνομιλίες, επαφές με ξένες κυβερνήσεις, πληροφορίες για διαπραγματεύσεις ή ευαίσθητα στοιχεία που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια.

Το «φάντασμα» του Pegasus επιστρέφει

Η υπόθεση αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τα εμπορικά κατασκοπευτικά λογισμικά, τα οποία χρησιμοποιούνται από κρατικές υπηρεσίες σε διάφορες χώρες.

Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το Pegasus, που αναπτύχθηκε από την ισραηλινή εταιρεία NSO Group.

Το Pegasus έχει συνδεθεί διεθνώς με υποθέσεις παρακολούθησης δημοσιογράφων, πολιτικών, ακτιβιστών και άλλων προσώπων.

Η συγκεκριμένη γερμανική υπόθεση, ωστόσο, δεν έχει ταυτοποιηθεί ως επίθεση με Pegasus.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, το λογισμικό που χρησιμοποιήθηκε είναι εμπορικά αναπτυγμένο και ανήκει σε κατηγορία εργαλείων που έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από κυβερνήσεις.

Οι γερμανικές αρχές δεν έχουν δημοσιοποιήσει το όνομά του.

Η διάκριση έχει σημασία, καθώς ο όρος «mercenary spyware» περιγράφει μια ευρύτερη κατηγορία ιδιαίτερα εξελιγμένων εργαλείων παρακολούθησης και όχι ένα συγκεκριμένο προϊόν.

Κρατική επιχείρηση; Οι γερμανικές υπηρεσίες εξετάζουν το ενδεχόμενο

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα αφορά την ταυτότητα των δραστών.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Financial Times, αξιωματούχοι ασφαλείας θεωρούν ότι η επιχείρηση πιθανότατα συνδέεται με κρατικό παράγοντα.

Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στη φύση και την πολυπλοκότητα της επίθεσης.

Τα προηγμένα εργαλεία zero-click είναι εξαιρετικά δαπανηρά, απαιτούν εξειδικευμένη τεχνική υποδομή και χρησιμοποιούνται συνήθως για τη στοχοποίηση προσώπων υψηλού ενδιαφέροντος.

Ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί επίσημη απόδοση ευθύνης σε συγκεκριμένο κράτος ή υπηρεσία πληροφοριών.

Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένη χώρα ως δράστη της νέας επίθεσης θα ήταν, στο παρόν στάδιο, πρόωρη.

Η Γερμανία έχει πάντως βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο επιχειρήσεων κυβερνοκατασκοπείας τα τελευταία χρόνια.

Η Ρωσία και το ιστορικό επιθέσεων στη γερμανική πολιτική σκηνή

Η νέα υπόθεση εξετάζεται σε ένα ιδιαίτερα βεβαρημένο περιβάλλον κυβερνοασφάλειας.

Γερμανικές αρχές έχουν αποδώσει στο παρελθόν σημαντικές κυβερνοεπιθέσεις σε ομάδες που συνδέονται με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Μία από τις πιο γνωστές είναι η ομάδα APT28, γνωστή και ως Fancy Bear, την οποία δυτικές υπηρεσίες συνδέουν με τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών GRU.

Η ομάδα έχει συνδεθεί με την κυβερνοεπίθεση κατά του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας το 2022.

Είχε επίσης συνδεθεί με τη μεγάλη επίθεση κατά της Bundestag το 2015.

Σε εκείνη την υπόθεση, οι επιτιθέμενοι απέσπασαν περίπου 16 gigabytes δεδομένων από υπολογιστές που χρησιμοποιούσαν υψηλόβαθμα στελέχη γερμανικών πολιτικών κομμάτων.

Το 2020, η γερμανική κυβέρνηση απέδωσε επισήμως στη Ρωσία την ευθύνη για την επίθεση του 2015 και προχώρησε σε διπλωματική διαμαρτυρία.

Παράλληλα, το 2016 είχε παραβιαστεί το ασφαλές δίκτυο επικοινωνιών Berlin-Bonn, το οποίο χρησιμοποιούσαν γερμανικά υπουργεία.

Η επίθεση αυτή είχε συνδεθεί με χάκερ που σχετίζονταν με τη ρωσική FSB.

Μεταξύ των πληροφοριών που είχαν τεθεί σε κίνδυνο περιλαμβάνονταν διαβαθμισμένα έγγραφα για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις τότε διαπραγματεύσεις για το Brexit.

Το ιστορικό αυτό εξηγεί γιατί το Βερολίνο αντιμετωπίζει τη νέα προειδοποίηση με αυξημένη ανησυχία. Δεν αποτελεί, ωστόσο, απόδειξη ότι η Ρωσία βρίσκεται πίσω από το τωρινό περιστατικό.

Στο στόχαστρο και η πρόεδρος της Bundestag

Η νέα υπόθεση έρχεται λίγους μήνες μετά από μια διαφορετική εκστρατεία κυβερνοεπιθέσεων κατά Γερμανών πολιτικών.

Την άνοιξη του 2026, αρκετές δεκάδες βουλευτές είχαν στοχοποιηθεί μέσω εκστρατείας ηλεκτρονικού «ψαρέματος» που επικεντρωνόταν σε χρήστες της εφαρμογής Signal.

Μεταξύ των πιο προβεβλημένων στόχων ήταν η πρόεδρος της Bundestag, Γιούλια Κλέκνερ.

Οι επιθέσεις αυτές ανέδειξαν την προσπάθεια απόκτησης πρόσβασης στις προσωπικές επικοινωνίες πολιτικών προσώπων.

Η διαφορά με τη σημερινή υπόθεση είναι τεχνικά ουσιώδης.

Οι επιθέσεις phishing επιχειρούν συνήθως να εξαπατήσουν τον χρήστη ώστε να παραδώσει πληροφορίες ή να πραγματοποιήσει κάποια ενέργεια.

Αντίθετα, οι επιθέσεις zero-click μπορούν να αξιοποιήσουν ευπάθειες του λογισμικού χωρίς ο χρήστης να αντιληφθεί ότι συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο.

Αυτό αυξάνει σημαντικά τη δυσκολία εντοπισμού και πρόληψης.

Η Apple προειδοποιεί, αλλά δεν αποκαλύπτει τον δράστη

Η Apple αποστέλλει ειδικές ειδοποιήσεις απειλής όταν εντοπίζει ενδείξεις ότι κάποιος χρήστης έχει στοχοποιηθεί από ιδιαίτερα εξελιγμένο κατασκοπευτικό λογισμικό.

Οι ειδοποιήσεις αυτές διαφέρουν από τις συνηθισμένες προειδοποιήσεις ασφαλείας.

Αφορούν στοχευμένες επιχειρήσεις και όχι μαζικές επιθέσεις εναντίον του συνόλου των χρηστών iPhone.

Η εταιρεία επισημαίνει ότι τέτοιου είδους επιθέσεις είναι σπάνιες και αφορούν κατά κανόνα περιορισμένο αριθμό προσώπων.

Παράλληλα, δεν δημοσιοποιεί συνήθως τις τεχνικές λεπτομέρειες που οδήγησαν στην έκδοση της προειδοποίησης, καθώς αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιτιθέμενους να προσαρμόσουν τις μεθόδους τους.

Η λήψη ειδοποίησης δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ότι η συσκευή έχει παραβιαστεί επιτυχώς.

Αποτελεί όμως ισχυρή ένδειξη στοχοποίησης, που απαιτεί άμεσο έλεγχο από ειδικούς.

Γιατί η υπόθεση ανησυχεί ιδιαίτερα τη Γερμανία

Η Γερμανία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς, οικονομικούς και στρατηγικούς παράγοντες της Ευρώπης.

Συμμετέχει στις αποφάσεις για τη στήριξη της Ουκρανίας, τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, τη λειτουργία του ΝΑΤΟ και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό καθιστά τους πολιτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους της ιδιαίτερα ελκυστικούς στόχους για ξένες υπηρεσίες πληροφοριών.

Η πρόσβαση στις επικοινωνίες ενός βουλευτή ή υπουργού μπορεί να προσφέρει πληροφορίες όχι μόνο για τις επίσημες κυβερνητικές θέσεις, αλλά και για τις εσωτερικές διαφωνίες, τις προσωπικές επαφές και τις πολιτικές προτεραιότητες.

Σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, τέτοιες πληροφορίες μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη στρατηγική αξία.

Η υπόθεση αναδεικνύει επίσης ένα ευρύτερο πρόβλημα: οι ψηφιακές συσκευές που χρησιμοποιούνται καθημερινά για προσωπική και επαγγελματική επικοινωνία αποτελούν πλέον δυνητικούς στόχους επιχειρήσεων εθνικής ασφάλειας.

Το ανοιχτό ερώτημα για τον Μερτς και τα επόμενα βήματα

Οι γερμανικές αρχές συνεχίζουν την έρευνα για την προέλευση και την έκταση της επίθεσης.

Μέχρι στιγμής, δεν έχει ανακοινωθεί ο αριθμός των πιθανών θυμάτων, δεν έχει ταυτοποιηθεί το λογισμικό και δεν έχει αποδοθεί ευθύνη σε συγκεκριμένο δράστη.

Παραμένει επίσης αναπάντητο εάν ανάμεσα στους στόχους βρίσκεται ο ίδιος ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς.

Ο εκπρόσωπός του απέφυγε να δώσει σχετική διευκρίνιση.

Η επίσημη κυβερνητική θέση συνοψίζεται στη δήλωση του Στέφαν Κορνέλιους:

«Οι αρχές εργάζονται εντατικά για να διερευνήσουν τις συνθήκες του περιστατικού, καθώς και για να ενημερώσουν και να υποστηρίξουν όσους επηρεάζονται».

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο