Για δεκαετίες, η μακροζωία αντιμετωπιζόταν ως αποτέλεσμα καλών συνηθειών, τύχης και ευνοϊκών κοινωνικών συνθηκών. Η άσκηση, η διατροφή και το περιβάλλον θεωρούνταν οι βασικοί «ρυθμιστές» της διάρκειας ζωής, με τα γονίδια να παίζουν έναν περιορισμένο, σχεδόν δευτερεύοντα ρόλο. Μια νέα επιστημονική μελέτη, όμως, έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα, δείχνοντας ότι η γενετική κληρονομικότητα μπορεί να εξηγεί έως και το 50% της διακύμανσης στη διάρκεια ζωής του ανθρώπου.
Τα ευρήματα δημοσιεύονται στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Science και βασίζονται σε μια διαφορετική, πιο «καθαρή» ανάγνωση των δεδομένων θνησιμότητας, η οποία επιχειρεί να απομονώσει τη βιολογική γήρανση από τους τυχαίους και εξωτερικούς παράγοντες θανάτου.
Γιατί υποτιμήσαμε τον ρόλο των γονιδίων
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, πολλές προηγούμενες μελέτες κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι τα γονίδια εξηγούν μόλις 6% έως 33% της διάρκειας ζωής. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη νέα ανάλυση, είναι ότι όλες οι αιτίες θανάτου αντιμετωπίζονταν ως ισοδύναμες.
Στην πράξη, όμως, ένας θάνατος από τροχαίο, μια ανθρωποκτονία ή μια σοβαρή λοίμωξη δεν αντικατοπτρίζει τη βιολογική φθορά του οργανισμού. Αυτοί οι «εξωτερικοί» παράγοντες τείνουν να αυξάνονται με την ηλικία, επειδή οι άνθρωποι γίνονται πιο ευάλωτοι, αλλά δεν σχετίζονται άμεσα με το πόσο αργά ή γρήγορα γερνά το σώμα.
Το νέο μοντέλο που «καθαρίζει» το γενετικό σήμα
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον καθηγητή Uri Alon από το Weizmann Institute of Science, επιχείρησε να απομονώσει το πραγματικό γενετικό αποτύπωμα της μακροζωίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται η έννοια της κληρονομικότητας, δηλαδή το ποσοστό της διακύμανσης ενός χαρακτηριστικού σε έναν πληθυσμό που οφείλεται στα γονίδια και όχι στο περιβάλλον.
Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο που διαχωρίζει δύο βασικές κατηγορίες θανάτου: εκείνους που προκύπτουν από εξωτερικές, τυχαίες αιτίες και εκείνους που σχετίζονται με τη σταδιακή βιολογική γήρανση. Το μοντέλο εφαρμόστηκε σε ιστορικά δεδομένα από χιλιάδες ζευγάρια διδύμων στη Δανία και τη Σουηδία, πληθυσμούς με εξαιρετικά καλά καταγεγραμμένα αρχεία υγείας.
Τι μένει όταν αφαιρέσουμε την «τύχη»
Αφού οι εξωτερικοί παράγοντες θνησιμότητας αφαιρέθηκαν από την εξίσωση, οι ερευνητές εξέτασαν τι απομένει. Αυτό το «υπόλοιπο», που σχετίζεται περισσότερο με τον ρυθμό βιολογικής γήρανσης, αποδείχθηκε ότι συνδέεται πολύ πιο έντονα με τη γενετική απ’ όσο έδειχναν οι προηγούμενες εκτιμήσεις.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: περίπου το 50% της διακύμανσης στη διάρκεια ζωής φαίνεται να αποδίδεται στην κληρονομικότητα. Πρόκειται για ποσοστό που, όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, είναι παρόμοιο με εκείνο που έχει παρατηρηθεί σε μελέτες μακροζωίας σε ποντίκια, γεγονός που ενισχύει τη βιολογική αξιοπιστία των συμπερασμάτων.
Το άλλο μισό: περιβάλλον και τυχαιότητα
Το υπόλοιπο 50% αποδίδεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και σε τυχαίες βιολογικές διεργασίες. Εδώ εντάσσονται η διατροφή, η άσκηση, οι συνθήκες διαβίωσης, η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, αλλά και μικρές, απρόβλεπτες αλλαγές σε κυτταρικό επίπεδο.
Ο συγγραφέας της μελέτης Ben Shenhar επισημαίνει ότι το περιβάλλον και οι συνήθειες πιθανότατα γίνονται πιο καθοριστικοί παράγοντες όσο μεγαλώνουμε, χωρίς αυτό να αναιρεί τον ισχυρό γενετικό «σκελετό» που φαίνεται να καθορίζει τα όρια της μακροζωίας.
Τι δείχνουν οι υπεραιωνόβιοι
Για να ενισχύσουν τα συμπεράσματά τους, οι ερευνητές ανέλυσαν και δεδομένα από αμερικανική μελέτη που αφορούσε αδέλφια υπεραιωνόβιων. Και εκεί, η γενετική επίδραση στη διάρκεια ζωής εκτιμήθηκε κοντά στο 50%, επιβεβαιώνοντας ότι τα ευρήματα δεν περιορίζονται στους σκανδιναβικούς πληθυσμούς.
Επιπλέον, αντλώντας στοιχεία από σουηδικά αρχεία του 20ού αιώνα, διαπίστωσαν ότι όσο μειώνονταν οι εξωτερικές αιτίες θανάτου –χάρη στη βελτίωση της δημόσιας υγείας και των συνθηκών ζωής– τόσο γινόταν πιο εμφανής ο ρόλος των γονιδίων στο προσδόκιμο ζωής.
Δεν είναι όλα τα γονίδια ίδια
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η κληρονομικότητα δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιπτώσεις. Το γενετικό αποτύπωμα της μακροζωίας μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την αιτία θανάτου, όπως ο καρκίνος ή η άνοια, αλλά και με την ηλικία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Shenhar αναφέρει ότι περίπου το 20% των υπεραιωνόβιων φτάνουν τα 100 χρόνια χωρίς σοβαρές εξουθενωτικές ασθένειες, κάτι που ενδεχομένως υποδηλώνει την ύπαρξη προστατευτικών γονιδίων. Ορισμένα από αυτά έχουν ήδη εντοπιστεί, αλλά οι ερευνητές εκτιμούν ότι υπάρχουν πολλά ακόμη που δεν έχουν χαρτογραφηθεί.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την επιστήμη
Ο καθηγητής Richard Faragher από το University of Brighton σχολίασε ότι τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη πως ο άνθρωπος δεν αποτελεί εξαίρεση όσον αφορά τη γενετική συνιστώσα της μακροζωίας. Αυτό, όπως σημειώνει, είναι κρίσιμο για την έρευνα, επειδή αυξάνει την εμπιστοσύνη ότι παρεμβάσεις που αποδίδουν σε ζωικά μοντέλα θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να έχουν εφαρμογές και στον άνθρωπο.
Οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι μια πιο ακριβής κατανόηση του γενετικού ρόλου στη διάρκεια ζωής μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για στοχευμένες παρεμβάσεις που επιβραδύνουν τη βιολογική γήρανση και περιορίζουν ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία. Η μακροζωία, τελικά, ίσως να μην είναι μόνο θέμα τύχης ή καλών συνηθειών, αλλά και ζήτημα γονιδιακού σχεδιασμού – ενός σχεδιασμού που η επιστήμη αρχίζει μόλις τώρα να αποκωδικοποιεί.
Πηγή: Pagenews.gr
Το σχόλιο σας