Prinos CO₂: Το «στοίχημα» της αποθήκης άνθρακα μπαίνει σε τροχιά market test έως τέλη Μαρτίου
Πηγή Φωτογραφίας: FREEPIK/Prinos CO₂: Το «στοίχημα» της αποθήκης άνθρακα μπαίνει σε τροχιά market test έως τέλη Μαρτίου
Ο Πρίνος περνά από την εξαγγελία στη «σκληρή» δοκιμή της αγοράς
Η υπόθεση της δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) στην Ελλάδα μπαίνει σε μια φάση που δεν χωρά πλέον γενικόλογες προθέσεις. Η EnEarth, θυγατρική της Energean, προετοιμάζεται να «τρέξει» μέχρι τα τέλη Μαρτίου το πολυαναμενόμενο market test για την αποθήκη δέσμευσης άνθρακα στον Πρίνο (project Prinos CO₂), ένα βήμα που αντιμετωπίζεται ως το πρώτο πραγματικό crash test βιωσιμότητας του εγχειρήματος.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η ΡΑΑΕΥ δημοσιοποίησε τα τρία βασικά κανονιστικά κείμενα που «κλείνουν» το δευτερογενές πλαίσιο λειτουργίας: τον Κανονισμό Τιμολόγησης, τον Κώδικα Κατανομής Χωρητικότητας και τις Κατευθυντήριες Γραμμές/Notice για την υλοποίηση του market test. Με αυτόν τον τρόπο, η αγορά αποκτά—για πρώτη φορά—κανόνες παιχνιδιού που μετατρέπουν το έργο από concept σε υποδομή με ρήτρες, δεσμεύσεις και οικονομικά σήματα.
Γιατί το market test είναι «η στιγμή της αλήθειας»
Σε έργα CCS, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η τεχνολογία λειτουργεί. Είναι αν υπάρχει αρκετή ζήτηση από βιομηχανικούς «εκπομπούς» για να δικαιολογηθεί η επένδυση, αν οι τιμές είναι τέτοιες που να «βγαίνουν» για όλους, και αν οι δεσμεύσεις είναι αρκετά ισχυρές ώστε να πειστεί η πλευρά του επενδυτή να πάρει την τελική επενδυτική απόφαση (FID).
Ακριβώς εκεί στοχεύει το market test του Πρίνου: να μετρήσει το πραγματικό ενδιαφέρον και να διαμορφώσει μια εικόνα για το πόση χωρητικότητα μπορεί να κλειδώσει με συμβάσεις, ποιοι παίκτες μπαίνουν στο παιχνίδι και με ποιους όρους. Το αποτέλεσμα του market test λειτουργεί σαν γέφυρα: από τη μία οδηγεί την EnEarth στο αν θα προχωρήσει στην υλοποίηση του Prinos CO₂, από την άλλη ωθεί τους λεγόμενους emitters—όπως τσιμεντοβιομηχανίες και διυλιστήρια—να «πατήσουν γκάζι» στα δικά τους έργα δέσμευσης.
Οι «σίγουροι» ενδιαφερόμενοι και οι νέοι παίκτες που μπορεί να εμφανιστούν
Μέχρι σήμερα, στο δημόσιο πεδίο έχουν ήδη αναφερθεί ως ώριμοι/πρόθυμοι συνομιλητές μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι, με τη συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από διυλιστήρια και τσιμεντοβιομηχανίες. Ωστόσο, οι πληροφορίες από την αγορά δείχνουν πως το ενδιαφέρον μπορεί να αποδειχθεί ευρύτερο, καθώς όλο και περισσότερες εγκαταστάσεις με υψηλές εκπομπές αναζητούν ρεαλιστική διέξοδο συμμόρφωσης στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο ρυθμιστικό πλαίσιο μπαίνει ως «κόφτης» επιλεξιμότητας το επίπεδο των 150.000 τόνων CO₂ ετησίως (με βάση μέσο όρο επαληθευμένων εκπομπών 2022–2024 στο ETS), κάτι που φωτογραφίζει βαριά βιομηχανία—εκεί όπου οι επιλογές απανθρακοποίησης είναι περιορισμένες και οι αποφάσεις ακριβές.
Τι αλλάζει με τους νέους κανονισμούς: τιμολόγια, κόστη και το «store-or-pay»
Ο Κανονισμός Τιμολόγησης αποτυπώνει μια βασική λογική: τα τιμολόγια πρέπει να ανακτούν το σύνολο των εύλογων και αποδοτικών δαπανών του έργου σε όλο τον κύκλο ζωής του—από ανάπτυξη και κατασκευή, έως λειτουργία, παύση έγχυσης και μετα-κλείσιμο—μαζί με μια επιτρεπόμενη απόδοση κεφαλαίου (WACC). Παράλληλα, ο κανονισμός «κόβει» ρητά την ανάκτηση δαπανών που προκύπτουν από αμέλεια ή κακή διαχείριση, κρατώντας στη ΡΑΑΕΥ δικαίωμα ελέγχου και απόρριψης μη εύλογων κονδυλίων.
Το πιο κομβικό σημείο για τη χρηματοδότηση μιας τέτοιας υποδομής είναι η ρήτρα «store-or-pay»: η δεσμευμένη δυναμικότητα τιμολογείται ακόμη κι αν δεν χρησιμοποιηθεί, εκτός αν η μη χρήση οφείλεται σε μειωμένη διαθεσιμότητα του συστήματος. Με απλά λόγια, η υποδομή προστατεύεται από τον κίνδυνο να μείνει «μισοάδεια», κάτι που θα τίναζε στον αέρα τα οικονομικά της. Για τους χρήστες, αυτό σημαίνει ότι μπαίνουν σε ένα καθεστώς πραγματικής δέσμευσης, όχι απλής πρόθεσης.
Στο μοντέλο τιμολόγησης ξεχωρίζουν δύο βασικές κατηγορίες χρεώσεων, ώστε να αποτυπώνονται διακριτά οι λειτουργίες: η διαχείριση του υγρού CO₂ στις χερσαίες εγκαταστάσεις και, ξεχωριστά, η μεταφορά προς την υπεράκτια εγκατάσταση, η έγχυση και η μόνιμη γεωλογική αποθήκευση. Η λογική αυτή κάνει πιο «καθαρή» την κοστολόγηση, ειδικά για εταιρείες που θέλουν προβλεψιμότητα για πολλά χρόνια.
Πώς θα μοιραστεί η χωρητικότητα: 50% ρυθμιζόμενη πρόσβαση, 50% μέσω market test
Ο Κώδικας Κατανομής Χωρητικότητας υιοθετεί ένα μικτό μοντέλο που επιχειρεί να ισορροπήσει δύο ανάγκες: από τη μία, τη σταθερότητα για να «στηθεί» η αγορά, από την άλλη, τον ανταγωνισμό και τη δυναμική τιμολόγηση που φέρνει η δημοπράτηση.
Η αρχική ετήσια αποθηκευτική δυναμικότητα προβλέπεται να διατίθεται κατά 50% μέσω ρυθμιζόμενης πρόσβασης και κατά 50% μέσω δημόσιας διεθνούς διαγωνιστικής διαδικασίας, δηλαδή μέσω του market test. Και εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο «παράθυρο»: η ΡΑΑΕΥ διατηρεί τη δυνατότητα να επανεξετάσει τα ποσοστά μετά τη μη δεσμευτική φάση, ανάλογα με τα πραγματικά δεδομένα ζήτησης. Αν το market test δεν «γεμίσει» τη χωρητικότητα, το πλαίσιο επιτρέπει να αλλάξει η ισορροπία προς τη ρυθμιζόμενη πρόσβαση, ώστε να μην μείνει αδρανής υποδομή.
Στο σκέλος της ρυθμιζόμενης πρόσβασης, οι συμβάσεις προβλέπεται να έχουν ελάχιστη διάρκεια 15 ετών, κάτι που δίνει ορατότητα σε χρηματοδοτήσεις και επενδύσεις δέσμευσης. Στο σκέλος του διαγωνισμού, οι συμβάσεις έχουν μικρότερη ελάχιστη διάρκεια (αναφέρονται ελάχιστα πέντε έτη), προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά και διαφορετικό προφίλ ρίσκου για τον χρήστη.
Οι εγγυήσεις και η «δευτερογενής αγορά» δυναμικότητας
Το πλαίσιο δεν αφήνει χώρο για «κρατήσεις χωρίς ευθύνη». Προβλέπονται χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και μηχανισμοί που αποτρέπουν να «παγώνει» η χωρητικότητα. Η ίδια η ύπαρξη του store-or-pay λειτουργεί ως βασικός μοχλός πειθαρχίας, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει—με αυστηρούς όρους—η δυνατότητα μεταβίβασης δεσμευμένης δυναμικότητας, δημιουργώντας στην πράξη μια ελεγχόμενη δευτερογενή αγορά.
Αυτή η πρόβλεψη έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, προσθέτει ευελιξία σε μια αγορά που τώρα γεννιέται. Από την άλλη, οριοθετεί τη διαδικασία ώστε να μην μετατραπεί η χωρητικότητα σε πεδίο κερδοσκοπίας, ειδικά στα πρώτα χρόνια λειτουργίας, όταν η υποδομή θα χρειάζεται σταθερότητα.
Η μεγάλη εικόνα: ένα έργο-κόμβος για τη βιομηχανία και το ΕΣΕΚ
Ο Πρίνος δεν είναι ένα ακόμη ενεργειακό project. Φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως υποδομή-κόμβος για την ελληνική (και δυνητικά περιφερειακή) βιομηχανία σε μια δεκαετία όπου η πίεση για μείωση εκπομπών θα γίνεται ολοένα πιο ακριβή και πιο δεσμευτική. Δεν είναι τυχαίο ότι το πλαίσιο «κουμπώνει» με την ανάγκη ωρίμανσης έργων δέσμευσης έως το τέλος της δεκαετίας, με στόχο να υπάρξει εμπορική λειτουργία μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον κλιματικών υποχρεώσεων.
Γι’ αυτό και το market test έως τα τέλη Μαρτίου αποκτά χαρακτήρα ορόσημου. Αν υπάρξει επαρκής ζήτηση και «δέσιμο» συμβάσεων, ανοίγει ο δρόμος για αποφάσεις που μεταφράζονται σε πραγματικό Capex, έργα δέσμευσης στις μονάδες, αλυσίδες μεταφοράς CO₂ και μια νέα αγορά υπηρεσιών αποθήκευσης που σήμερα στην Ελλάδα είναι ακόμη στα χαρτιά. Αν όχι, το σύστημα θα χρειαστεί προσαρμογές—και η αγορά θα πάρει το μήνυμα ότι η μετάβαση δεν προχωρά μόνο με στόχους, αλλά με συμβάσεις και ρίσκο.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας