Αθάνατη Ελλάδα: Φτωχοί στα χαρτιά, «πλουσιότεροι» στην κατανάλωση – το παράδοξο του 2024
Πηγή Φωτογραφίας: EUROKINISSI/Αθάνατη Ελλάδα: Φτωχοί στα χαρτιά, «πλουσιότεροι» στην κατανάλωση – το παράδοξο του 2024
Η Ελλάδα του 2024 μοιάζει να ζει σε δύο παράλληλα σύμπαντα. Στο πρώτο, εκείνο των επίσημων δεικτών, η χώρα παραμένει κοντά στην ουρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης: χαμηλή παραγωγή ανά κάτοικο, χαμηλοί μισθοί, διαθέσιμο εισόδημα που πιέζεται από τον πληθωρισμό. Στο δεύτερο, εκείνο που αποτυπώνεται στην πραγματική κατανάλωση των νοικοκυριών, η εικόνα ξαφνικά βελτιώνεται και η Ελλάδα εμφανίζεται αισθητά υψηλότερα από τη θέση που «δικαιολογούν» οι μισθολογικές της επιδόσεις. Η αντίφαση δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι πολιτική, κοινωνική και, τελικά, βαθιά ελληνική.
Το «σκληρό» νούμερο: χαμηλό ΑΕΠ ανά κάτοικο, χαμηλή κατάταξη
Αν κάποιος θέλει να δει την Ελλάδα της μακράς κρίσης και της αργής σύγκλισης, αρκεί να κοιτάξει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης. Στα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το 2024, η Ελλάδα καταγράφεται περίπου 30% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, μαζί με τις χαμηλότερες επιδόσεις της Ένωσης.
Αυτό το εύρημα δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να παράγει λιγότερο πλούτο ανά κάτοικο σε σχέση με το ευρωπαϊκό «κέντρο», με αποτέλεσμα η απόσταση να μεταφράζεται σε χαμηλότερους μισθούς, ασθενέστερη αποταμίευση, και μεγαλύτερη ευαλωτότητα σε σοκ όπως οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα, η ενέργεια και η στέγη.
Ο «δύσκολος» καθρέφτης των μισθών: χαμηλά και χωρίς να κερδίζουμε έδαφος
Ακόμη πιο δηλωτικός είναι ο μισθός πλήρους απασχόλησης. Στα στοιχεία της Eurostat για το 2024, η μέση ετήσια «προσαρμοσμένη» αμοιβή πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα τοποθετείται στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης, με τη χώρα να βρίσκεται δεύτερη από το τέλος, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία που βασίζονται σε δεδομένα Eurostat.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η χαμηλή θέση. Είναι και η αίσθηση ότι η σύγκλιση γίνεται αργά, ενώ οι ανάγκες «τρέχουν» γρηγορότερα. Όταν η καθημερινότητα πιέζεται από την ακρίβεια και ειδικά από το κόστος στέγασης, ο μισθός δεν λειτουργεί ως σκαλοπάτι ανόδου αλλά ως συνεχής άμυνα.
Κι όμως… η κατανάλωση λέει μια άλλη ιστορία
Κάπου εδώ εμφανίζεται η «άλλη Ελλάδα». Γιατί όταν η Eurostat μετρά το επίπεδο υλικής ευημερίας μέσα από την Actual Individual Consumption (AIC) per capita—δηλαδή την κατά κεφαλήν πραγματική κατανάλωση των νοικοκυριών—η χώρα δεν βρίσκεται στην ουρά. Η ίδια βάση δεδομένων δείχνει ότι η Ελλάδα το 2024 κινείται σε αισθητά καλύτερη θέση από εκείνη που υπονοεί ο δείκτης μισθών, σε μια κατάταξη όπου η υλική κατανάλωση διαφέρει σημαντικά μεταξύ κρατών-μελών.
Με απλά λόγια, οι Έλληνες—συλλογικά—καταναλώνουμε περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς αν έβλεπε μόνο τον μισθό και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Και αυτό είναι το σημείο που ανάβει τη μεγάλη συζήτηση: από πού προκύπτει αυτή η «αντοχή»;
Η εξήγηση 1: «Καίμε» εισόδημα, αποταμιεύουμε λιγότερο, στριμώχνουμε το μέλλον
Η πρώτη ανάγνωση είναι η πιο προφανής: όταν ο μισθός δεν φτάνει και οι βασικές ανάγκες ανεβαίνουν, η κατανάλωση δεν κόβεται πάντα αναλογικά. Συχνά μεταφέρεται στο μέλλον με άλλους τρόπους: με μειωμένη αποταμίευση, με χρήση αποθεμάτων, με βοήθεια οικογένειας, με μικρές «τρύπες» που ανοίγουν κάθε μήνα. Είναι ο μηχανισμός επιβίωσης των νοικοκυριών όταν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται.
Η εξήγηση 2: Η παραοικονομία ως κρυφή «αντλία» κατανάλωσης
Η δεύτερη ανάγνωση είναι πιο άβολη, αλλά δύσκολα αγνοείται: σημαντικό τμήμα των συναλλαγών και του εισοδήματος δεν περνά ποτέ από τον «φακό» των επίσημων δηλώσεων. Και όταν αυτό συμβαίνει, οι πίνακες των εισοδημάτων δείχνουν μια εικόνα πιο φτωχή από την πραγματική κυκλοφορία χρήματος στην αγορά.
Η διεθνής συζήτηση για τη σκιώδη οικονομία στην Ελλάδα είναι παλιά, με εκτιμήσεις που κατά καιρούς την τοποθετούν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με άλλες χώρες. Σε σχετικές αναλύσεις και συγκεντρώσεις εκτιμήσεων, η Ελλάδα εμφανίζεται συχνά με σημαντικό ποσοστό σκιώδους οικονομίας ως προς το ΑΕΠ, με εύρος που μπορεί να πλησιάζει ακόμη και το 30% ανάλογα με τη μεθοδολογία και την περίοδο.
Αν αυτό το «μη δηλωμένο» χρήμα διοχετεύεται στην κατανάλωση—και συχνά διοχετεύεται—τότε η χώρα μπορεί να δείχνει φτωχότερη στους μισθούς, αλλά «πιο ψηλά» στις δαπάνες. Εκεί ακριβώς γεννιέται το παράδοξο.
Η εξήγηση 3: Η οικονομία κινείται, αλλά με άνισο τρόπο
Υπάρχει και μια τρίτη διάσταση, εξίσου κρίσιμη: η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει, αλλά όχι με τρόπο που να «γράφει» ομοιόμορφα στους μισθούς και στο βιοτικό επίπεδο όλων. Άλλοι κλάδοι ανεβαίνουν, άλλοι μένουν πίσω. Άλλοι έχουν πρόσβαση σε καλύτερες αμοιβές ή συμπληρωματικά εισοδήματα, άλλοι εγκλωβίζονται σε στασιμότητα. Έτσι δημιουργείται μια κοινωνία που μοιάζει να λειτουργεί κανονικά στις βιτρίνες της αγοράς, ενώ ταυτόχρονα ένα μεγάλο κομμάτι της ζει με μόνιμο άγχος λογαριασμών.
Τι σημαίνει πρακτικά αυτή η «διπλή Ελλάδα»
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι «δεν είμαστε φτωχοί». Είναι ότι ο τρόπος που μετράμε τη φτώχεια και την ευημερία φωτίζει διαφορετικές πλευρές της πραγματικότητας. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και οι μισθοί δείχνουν την παραγωγική βάση και την αμοιβή της εργασίας. Η κατανάλωση δείχνει το πώς ζούμε εδώ και τώρα. Αν αυτά τα δύο δεν ταιριάζουν, τότε κάτι συμβαίνει στο ενδιάμεσο: είτε τα νοικοκυριά εξαντλούν αντοχές, είτε η «αθέατη» οικονομία καλύπτει κενά, είτε και τα δύο μαζί.
Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό διακύβευμα: αν η κατανάλωση κρατά την οικονομία «ζωντανή» αλλά το εισόδημα μένει χαμηλό, τότε η κοινωνία μετατρέπεται σε ένα πεδίο συνεχούς πίεσης, όπου η ανάπτυξη δεν γίνεται κοινό βίωμα, αλλά στατιστικό μέγεθος.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας