Η συζήτηση γύρω από την επόμενη κίνηση της Federal Reserve έχει αλλάξει αισθητά το τελευταίο διάστημα, καθώς οι αγορές, που για μήνες προεξοφλούσαν μειώσεις επιτοκίων, έχουν αρχίσει πλέον να ενσωματώνουν αυξημένη πιθανότητα ακόμη και για νέα άνοδο μέσα στο 2026. Ωστόσο, η Goldman Sachs διαφωνεί ανοιχτά με αυτή τη μεταστροφή και υποστηρίζει ότι οι φόβοι για αύξηση επιτοκίων είναι υπερβολικοί, επιμένοντας πως το βασικό της σενάριο εξακολουθεί να προβλέπει δύο μειώσεις επιτοκίων το 2026. Σύμφωνα με ανάλυση που παρουσίασε το Business Insider, η αγορά αποτιμά πλέον περίπου 45% πιθανότητα αύξησης επιτοκίων από τη Fed το 2026, από περίπου 12% πριν από τον πόλεμο με το Ιράν.
Η τράπεζα θεωρεί πως η Fed δεν έχει ουσιαστικό λόγο να προχωρήσει σε νέα σύσφιξη, ακόμη κι αν η ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει πληθωριστικές ανησυχίες. Στη λογική αυτή, η Goldman παραθέτει τέσσερις βασικούς λόγους, οι οποίοι, κατά την εκτίμησή της, εξηγούν γιατί οι σημερινές ανησυχίες της αγοράς δεν στηρίζονται επαρκώς στα πραγματικά δεδομένα.
Το μέγεθος της κρίσης δεν θυμίζει άλλες ιστορικές περιόδους
Ο πρώτος λόγος που επικαλείται η Goldman Sachs αφορά το μέγεθος του σημερινού ενεργειακού σοκ. Η τράπεζα υποστηρίζει ότι, παρά την ένταση στη Μέση Ανατολή και τις αναταράξεις στην αγορά πετρελαίου, η τρέχουσα κρίση είναι σαφώς ηπιότερη σε σχέση με προηγούμενα ιστορικά επεισόδια, όπως η πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 ή οι διαταραχές που προκάλεσε η πανδημία στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι ούτε η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ούτε οι επιπτώσεις στην προσφορά έχουν τέτοια ένταση ώστε να δικαιολογούν μια επιθετικότερη στάση από τη Fed.
Η εκτίμηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς οργανισμοί και οι αγορές παρακολουθούν στενά τον οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Το Reuters σημειώνει ότι η κρίση έχει ήδη αρχίσει να επιβαρύνει τις παγκόσμιες προβλέψεις ανάπτυξης και να αυξάνει τις πληθωριστικές πιέσεις, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η αμερικανική κεντρική τράπεζα θα θεωρήσει αναγκαία μια νέα αύξηση επιτοκίων.
Η αγορά εργασίας δεν στηρίζει ένα νέο πληθωριστικό ξέσπασμα
Ο δεύτερος πυλώνας της ανάλυσης της Goldman αφορά την αμερικανική αγορά εργασίας. Η τράπεζα εκτιμά ότι η σημερινή εικόνα της απασχόλησης δεν θυμίζει τις περιόδους στις οποίες ο πληθωρισμός μπορούσε να παγιωθεί ευκολότερα. Όπως επισημαίνει, η αγορά εργασίας έχει αποδυναμωθεί σε σχέση με προηγούμενες φάσεις, η αύξηση των μισθών είναι χαμηλότερη από ό,τι θα απαιτούσε ένα σενάριο επίμονου πληθωρισμού, ενώ οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σχετικά καλά αγκυροβολημένες. Αυτό σημαίνει ότι ένα πετρελαϊκό σοκ αρκετά ισχυρό ώστε να προκαλέσει σοβαρή ανησυχία για τον πληθωρισμό πιθανότερα θα συνοδευόταν από επιβράδυνση ή και ύφεση, παρά από νέο κύκλο υπερθέρμανσης.
Η Goldman αντιπαραβάλλει τη σημερινή συγκυρία με τη δεκαετία του 1970 και την περίοδο 2021-2022, όταν ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε σε περιβάλλον πολύ πιο σφιχτής αγοράς εργασίας και ταχύτερης μισθολογικής ανόδου. Κατά την ανάλυσή της, ο βασικός πληθωρισμός έχει περισσότερες πιθανότητες να επιταχυνθεί μετά από ενεργειακό σοκ μόνο όταν η αγορά εργασίας είναι αρκετά σφιχτή ώστε να τροφοδοτεί μισθολογικές πιέσεις. Αυτή η συνθήκη, σύμφωνα με την τράπεζα, δεν φαίνεται να ισχύει σήμερα.
Τα επιτόκια βρίσκονται ήδη σε περιοριστικό επίπεδο
Ο τρίτος λόγος έχει να κάνει με το ίδιο το επίπεδο των επιτοκίων. Η Goldman Sachs υπογραμμίζει ότι το σημερινό επιτόκιο της Fed βρίσκεται ήδη σε επίπεδο που θεωρείται γενικά συμβατό με τους συνηθισμένους κανόνες νομισματικής πολιτικής. Επομένως, η ανάγκη για περαιτέρω σύσφιξη είναι αισθητά μικρότερη σε σχέση με άλλες ιστορικές περιόδους, όταν τα επιτόκια ξεκινούσαν από πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Η τράπεζα προσθέτει επίσης ότι οι χρηματοοικονομικές συνθήκες έχουν ήδη σφίξει μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, κάτι που μειώνει ακόμη περισσότερο το επιχείρημα υπέρ μιας νέας αύξησης.
Η παρατήρηση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί δείχνει ότι μέρος της «δουλειάς» που θα έκανε μια αύξηση επιτοκίων έχει ήδη γίνει από την ίδια την αγορά, μέσω αυστηρότερων χρηματοδοτικών όρων, υψηλότερων αποδόσεων και αυξημένης νευρικότητας. Σε τέτοιες συνθήκες, μια επιπλέον παρέμβαση από τη Fed θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική, ιδιαίτερα αν το σοκ αποδειχθεί περισσότερο αποπληθωριστικό για την ανάπτυξη παρά διαρκώς πληθωριστικό για τις τιμές.
Η ιστορία δείχνει ότι η Fed δεν αυξάνει συνήθως επιτόκια μόνο λόγω πετρελαίου
Ο τέταρτος λόγος που επικαλείται η Goldman είναι ιστορικός. Η τράπεζα αναφέρει ότι δεν υπάρχει σαφές μοτίβο σύμφωνα με το οποίο η Fed σφίγγει τη νομισματική πολιτική αποκλειστικά και μόνο λόγω ανόδου στις τιμές του πετρελαίου. Μάλιστα, σύμφωνα με την ανάλυση που αναμεταδίδει το Business Insider, η Goldman δεν εντοπίζει ουσιαστική σχέση ανάμεσα στις αναφορές αξιωματούχων της Fed για διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου και σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική. Επιπλέον, σημειώνει ότι ακόμη και τα σενάρια της FOMC με υψηλότερες τιμές πετρελαίου δεν προϋποθέτουν κατ’ ανάγκη υψηλότερο επιτόκιο πολιτικής σε σχέση με το βασικό σενάριο.
Με άλλα λόγια, η Goldman εκτιμά ότι η αγορά βιάζεται να συμπεράνει πως κάθε ενεργειακή αναταραχή θα οδηγήσει αυτόματα σε πιο επιθετική στάση από τη Fed. Η ιστορική εμπειρία, όμως, δείχνει ότι η κεντρική τράπεζα τείνει να εξετάζει πολύ ευρύτερο σύνολο παραγόντων, όπως η επίδραση στην ανάπτυξη, στη ζήτηση και στις γενικότερες χρηματοοικονομικές συνθήκες.
Η γεωπολιτική αστάθεια ανεβαίνει στην κορυφή των ανησυχιών
Η ανάλυση της Goldman έρχεται σε μια συγκυρία όπου η γεωπολιτική έχει επιστρέψει δυναμικά στο επίκεντρο της οικονομικής σκέψης. Σύμφωνα με έρευνα που μετέδωσε το Reuters, σχεδόν 70% των κεντρικών τραπεζών που συμμετείχαν σε σχετική δημοσκόπηση θεωρούν πλέον τις γεωπολιτικές εντάσεις ως τον κορυφαίο παγκόσμιο κίνδυνο, αφήνοντας πίσω άλλες ανησυχίες όπως ο προστατευτισμός ή ακόμη και ο πληθωρισμός. Η έρευνα κάλυψε σχεδόν 100 ιδρύματα που διαχειρίζονται πάνω από 9,5 τρισ. δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα.
Αυτό το εύρημα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι κεντρικές τράπεζες θα απαντήσουν με πιο επιθετική αύξηση επιτοκίων. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις η γεωπολιτική αστάθεια λειτουργεί ως πηγή αβεβαιότητας που κάνει τις νομισματικές αρχές πιο προσεκτικές, ιδιαίτερα όταν το σοκ επηρεάζει ταυτόχρονα την ανάπτυξη, την εμπιστοσύνη και την ενέργεια. Σε αυτό ακριβώς το σημείο στηρίζεται και η διαφοροποίηση της Goldman από το κυρίαρχο market pricing.
Πιο ήπια πρόβλεψη από την αγορά
Η ουσία της ανάλυσης είναι πως η Goldman Sachs βλέπει τη Fed πιο ήπια από ό,τι σήμερα τιμολογούν οι επενδυτές. Ενώ η αγορά έχει αυξήσει αισθητά τις πιθανότητες για νέα άνοδο επιτοκίων μέσα στο 2026, η τράπεζα συνεχίζει να εκτιμά ότι το πιθανότερο μονοπάτι παραμένει χαλαρότερο, με δύο μειώσεις επιτοκίων στο βασικό της σενάριο. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις δείχνει πόσο αβέβαιη παραμένει η εικόνα για την παγκόσμια οικονομία, ειδικά όταν ο ενεργειακός κίνδυνος, ο πόλεμος και η νομισματική πολιτική συνδέονται τόσο στενά.
Για την Goldman, οι αγορές υπεραντιδρούν στον φόβο ενός νέου ενεργειακού σοκ. Για τους επενδυτές, όμως, το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: αν η γεωπολιτική κρίση αποδειχθεί πιο επίμονη και βαθύτερη από όσο αναμένεται, πόσο εύκολα θα μπορέσει η Fed να μείνει τελικά αμέτοχη; Η απάντηση σε αυτό θα κρίνει όχι μόνο το κόστος χρήματος στις ΗΠΑ, αλλά και το ευρύτερο κλίμα στις διεθνείς αγορές το επόμενο διάστημα.
Πηγή: Pagenews.gr
