Η συζήτηση για την κατάργηση του δικαιώματος βέτο στην Ευρωπαϊκή Ένωση επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να πιέζει για μετάβαση σε σύστημα ειδικής πλειοψηφίας στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.
Πίσω όμως από τα επιχειρήματα περί «ταχύτερων αποφάσεων» και «αποτελεσματικότερης Ευρώπης», κρύβεται μια βαθιά πολιτική και γεωστρατηγική αντιπαράθεση που αφορά άμεσα την ασφάλεια της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σήμερα, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι αποφάσεις για κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, κυρώσεων, άμυνας και διεύρυνσης απαιτούν ομοφωνία. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κράτος-μέλος διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας — το γνωστό βέτο — ώστε να προστατεύει ζωτικά εθνικά συμφέροντα.
Η πρόταση που προωθούν κυρίως το Βερολίνο και ισχυροί ευρωπαϊκοί κύκλοι προβλέπει αντικατάσταση της ομοφωνίας από το σύστημα της Ειδικής Πλειοψηφίας (Qualified Majority Voting – QMV). Με βάση αυτό, μια απόφαση θα εγκρίνεται εφόσον την στηρίζουν τουλάχιστον 15 κράτη-μέλη που εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού της Ε.Ε.
Η κυριαρχία των μεγάλων κρατών
Για τους επικριτές της αλλαγής, το νέο μοντέλο θα μεταφέρει ακόμη μεγαλύτερη ισχύ στα μεγάλα κράτη της Ένωσης, περιορίζοντας δραστικά τη δυνατότητα μικρότερων χωρών να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους.
Η ανησυχία σε Αθήνα και Λευκωσία δεν είναι θεωρητική.
Η Γερμανία διατηρεί βαθύτατες οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με την Τουρκία, ενώ χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία έχουν επίσης σημαντικά στρατηγικά και αμυντικά συμφέροντα με την Άγκυρα. Σε ένα σύστημα χωρίς βέτο, Ελλάδα και Κύπρος θα μπορούσαν να βρεθούν πολιτικά απομονωμένες σε κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν:
- την ένταξη της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα,
- την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε.–Τουρκίας,
- την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας,
- ή ακόμη και ευρύτερες γεωπολιτικές συμφωνίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το παρασκήνιο της «ευρωπαϊκής άμυνας»
Ιδιαίτερη αίσθηση έχει προκαλέσει στις Βρυξέλλες η προσπάθεια της Κομισιόν να ανοίξει «παράθυρο» συμμετοχής της Τουρκίας σε ευρωπαϊκές αμυντικές δομές, μέσω διαδικασιών που — σύμφωνα με επικριτές — παρακάμπτουν πολιτικά το βέτο των κρατών-μελών.
«Υπήρξε τεράστια μάχη παρασκηνίων για να περιοριστούν συγκεκριμένες επιδιώξεις της Κομισιόν», σημειώνουν ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές, επιβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς θεσμικό αλλά βαθιά γεωπολιτικό.
Για την Κύπρο ειδικά, το θέμα αποκτά υπαρξιακή διάσταση, καθώς η Τουρκία συνεχίζει να διατηρεί στρατεύματα κατοχής στο νησί και να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, παρά το γεγονός ότι αποτελεί κράτος-μέλος της Ε.Ε.
Η Ευρώπη της συναίνεσης ή των συσχετισμών;
Οι υποστηρικτές της κατάργησης του βέτο υποστηρίζουν ότι η Ε.Ε. αδυνατεί να κινηθεί γρήγορα σε περιόδους κρίσεων, εξαιτίας των συνεχών μπλοκαρισμάτων μεταξύ κρατών-μελών.
Ωστόσο, οι αντίπαλοι της πρότασης αντιτείνουν ότι η ομοφωνία δεν αποτελεί «γραφειοκρατικό εμπόδιο», αλλά θεμελιώδη δικλείδα ισορροπίας μεταξύ μικρών και μεγάλων χωρών.
«Χωρίς πραγματική κοινή άμυνα και ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας, η κατάργηση του βέτο θα μετατρέψει τα μικρά κράτη σε θεατές των αποφάσεων των ισχυρών», τονίζουν ευρωπαίοι αναλυτές.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον ανοιχτά σε Βρυξέλλες, Αθήνα και Λευκωσία είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί μια ένωση ισότιμων κρατών ή μια πολιτική δομή όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα καθορίζουν τις στρατηγικές αποφάσεις με αριθμητική υπεροχή.
Η στάση Ελλάδας και Κύπρου
Η οποιαδήποτε αλλαγή στις ευρωπαϊκές συνθήκες απαιτεί ομοφωνία όλων των κρατών-μελών, γεγονός που καθιστά δύσκολη την υλοποίηση της πρότασης.
Παρόλα αυτά, διπλωματικοί κύκλοι στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι οι πιέσεις προς τις μικρές χώρες θα ενταθούν τα επόμενα χρόνια, ειδικά υπό το βάρος του πολέμου στην Ουκρανία, της συζήτησης για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και της αναδιάταξης του ΝΑΤΟ.
Η στάση των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και των πολιτικών κομμάτων και ευρωβουλευτών, θεωρείται καθοριστική.
Διότι στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό διακύβευμα δεν αφορά απλώς μια τεχνική αλλαγή διαδικασιών στις Βρυξέλλες.
Αφορά το ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο όταν θα τίθενται ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, ασφάλειας και γεωπολιτικής επιβίωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πηγή: pagenews.gr
