Η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποκτά χαρακτηριστικά που ξεπερνούν τον καθιερωμένο οικονομικό της ρόλο, καθώς εξελίσσεται σε κρίσιμο πολιτικό σταθμό για την κυβέρνηση, σε μια περίοδο όπου η εσωτερική κοινωνική πίεση και η διεθνής αβεβαιότητα διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον.
Στο Μέγαρο Μαξίμου, ο σχεδιασμός του πακέτου παροχών δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως άσκηση δημοσιονομικής διαχείρισης, αλλά ως εργαλείο πολιτικού αφηγήματος. Στόχος είναι να αποτυπωθεί η μετάβαση από μια περίοδο αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας σε μια φάση πιο ορατής κοινωνικής ανταπόδοσης, σε μια στιγμή όπου η ακρίβεια, η στεγαστική πίεση και η κόπωση της μεσαίας τάξης έχουν ενισχύσει το αίσθημα οικονομικής ασφυξίας.
Οι πρώτες εκτιμήσεις για το ύψος του πακέτου δείχνουν ανοδική αναθεώρηση, με το αρχικό σενάριο του 1 δισ. ευρώ να μην θεωρείται πλέον οροφή. Στο τραπέζι των συσκέψεων, κυβερνητικοί παράγοντες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο παρεμβάσεων που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να κινηθούν ακόμη και κοντά στα 2 δισ. ευρώ, εφόσον τα δημοσιονομικά δεδομένα παραμείνουν ευνοϊκά.
Η πολιτική οικονομία της «επιστροφής»
Το κεντρικό δίλημμα για την κυβέρνηση αφορά την ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική αξιοπιστία και την πολιτική ανάγκη για άμεσο κοινωνικό αποτέλεσμα. Το οικονομικό επιτελείο παραμένει επιφυλακτικό απέναντι σε σενάρια μόνιμης χαλάρωσης, υπενθυμίζοντας ότι η σταθερότητα των τελευταίων ετών συνδέεται άμεσα με την επενδυτική βαθμίδα και την εικόνα της χώρας στις αγορές.
Ωστόσο, στο πολιτικό επίπεδο ενισχύεται η άποψη ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να παραμένει αφηρημένος δείκτης, αλλά πρέπει να μεταφράζεται σε χειροπιαστή ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, ειδικά για τα μεσαία στρώματα που δεν καλύπτονται από στοχευμένες ενισχύσεις.
Ο 13ος μισθός επιστρέφει στο τραπέζι
Κεντρικό σημείο των συζητήσεων αποτελεί η πιθανή επαναφορά του 13ου μισθού στο Δημόσιο, ένα μέτρο με υψηλό δημοσιονομικό κόστος αλλά και έντονη πολιτική φόρτιση. Αν και δεν υπάρχει οριστική απόφαση, εξετάζονται σενάρια μερικής ή σταδιακής επαναφοράς, καθώς και στοχευμένες ενισχύσεις που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως αποκατάσταση απωλειών προηγούμενων ετών.
Στο οικονομικό επιτελείο εκφράζονται επιφυλάξεις για τη μόνιμη επιβάρυνση του προϋπολογισμού, ενώ πολιτικοί εισηγητές επισημαίνουν την αυξανόμενη πίεση στο δημόσιο εισόδημα λόγω πληθωριστικών επιβαρύνσεων και κόπωσης της μεσαίας τάξης.
Το στεγαστικό ως κεντρικός πολιτικός δείκτης
Όλο και μεγαλύτερο βάρος δίνεται πλέον στο στεγαστικό ζήτημα, το οποίο εξελίσσεται σε βασικό παράγοντα κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η εκτόξευση των ενοικίων στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει μετατοπίσει το επίκεντρο της συζήτησης από τις φορολογικές ελαφρύνσεις στη συνολική πρόσβαση σε προσιτή κατοικία.
Στο τραπέζι βρίσκονται φορολογικά κίνητρα για ιδιοκτήτες, παρεμβάσεις για αύξηση της προσφοράς κατοικιών, καθώς και στοχευμένες επιδοτήσεις για ενοίκια, με στόχο τη μείωση της πίεσης στο διαθέσιμο εισόδημα.
Παράλληλα εξετάζονται μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών και διορθωτικές παρεμβάσεις στη φορολόγηση ελεύθερων επαγγελματιών, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα πιο ισορροπημένο πλαίσιο ενίσχυσης της μεσαίας τάξης.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα ως οικονομικός παράγοντας
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η συνολικότερη διεθνής αστάθεια έχουν πλέον ενσωματωθεί στον ελληνικό δημοσιονομικό σχεδιασμό ως κρίσιμος παράγοντας κινδύνου. Η ενεργειακή μεταβλητότητα, οι αμυντικές δαπάνες και η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας περιορίζουν τα περιθώρια σταθερών προβλέψεων.
Ταυτόχρονα, η ίδια γεωπολιτική αβεβαιότητα χρησιμοποιείται και ως επιχείρημα υπέρ πιο στοχευμένων παρεμβάσεων, με κυβερνητικά στελέχη να υποστηρίζουν ότι η κοινωνική αντοχή έχει ήδη δοκιμαστεί από διαδοχικές κρίσεις.
Οι Βρυξέλλες και τα όρια της ευελιξίας
Παρά τα δημοσιονομικά περιθώρια που επικαλείται η Αθήνα, οι ευρωπαϊκοί κανόνες εξακολουθούν να θέτουν πλαίσιο στις αποφάσεις. Η παρακολούθηση των καθαρών δαπανών και η ανάγκη αποφυγής μόνιμων αποκλίσεων περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων, ειδικά σε παρεμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης υπάρχει πλήρης επίγνωση ότι κάθε επιλογή στη ΔΕΘ θα αξιολογηθεί όχι μόνο πολιτικά, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ΔΕΘ ως πολιτικό ορόσημο
Πίσω από τις τεχνικές ασκήσεις του οικονομικού επιτελείου διαμορφώνεται μια καθαρά πολιτική εξίσωση. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εικόνα της δημοσιονομικής συνέπειας και στην ανάγκη να απαντήσει σε μια κοινωνία που ζητά πλέον απτά αποτελέσματα.
Το τελικό εύρος του πακέτου και το βάρος των επιμέρους μέτρων θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό αφήγημα της επόμενης περιόδου, σε μια ΔΕΘ που λειτουργεί ήδη ως άτυπη αφετηρία της προεκλογικής ατζέντας.
