Ασφαλιστικές εισφορές:Το σχέδιο για νέα μείωση,οι επιπτώσεις σε ανάπτυξη,απασχόληση και δημόσια οικονομικά
Πηγή Φωτογραφίας: screenshot//Ασφαλιστικές εισφορές: Το σχέδιο για νέα μείωση και οι επιπτώσεις σε ανάπτυξη, απασχόληση και δημόσια οικονομικά
Η συζήτηση για περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών επανέρχεται δυναμικά στο οικονομικό προσκήνιο, καθώς η κυβέρνηση εξετάζει νέα παρέμβαση στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής για ενίσχυση της απασχόλησης, βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στήριξη της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται στους οικονομικούς και ασφαλιστικούς κύκλους, το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 0,5 έως 1 ποσοστιαία μονάδα, με πιθανή ανακοίνωση στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Η παρέμβαση θα αποτελέσει συνέχεια της πολιτικής αποκλιμάκωσης των ασφαλιστικών βαρών που εφαρμόζεται από το 2019 και μετά, μέσω διαδοχικών μειώσεων εισφορών που είχαν ως βασικό στόχο τη μείωση του κόστους εργασίας και την ενίσχυση της νόμιμης απασχόλησης.
Το πλαίσιο της παρέμβασης
Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η νέα μείωση δεν θα αφορά τις συνταξιοδοτικές εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ούτε την εργοδοτική εισφορά υπέρ του κλάδου ανεργίας.
Αντίθετα, εξετάζεται να προέλθει από:
- τον κλάδο ασθενείας,
- εισφορές που συνδέονται με δράσεις κατάρτισης,
- επιμέρους κλάδους χρηματοδότησης της ΔΥΠΑ.
Η συγκεκριμένη επιλογή θεωρείται κρίσιμη καθώς επιτρέπει τη μείωση του συνολικού μη μισθολογικού κόστους χωρίς να επηρεάζει άμεσα τη χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών παροχών, που αποτελούν τον μεγαλύτερο πυλώνα των ασφαλιστικών δαπανών.
Η θέση της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ
Παρά τις μειώσεις που έχουν προηγηθεί τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει υψηλό επίπεδο ασφαλιστικών επιβαρύνσεων συγκριτικά με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες.
Σήμερα το συνολικό ποσοστό εισφορών εργαζομένου και εργοδότη ανέρχεται στο 35,16% των ασφαλιστέων αποδοχών.
Το ποσοστό αυτό κατατάσσει τη χώρα μεταξύ των υψηλότερων θέσεων στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), γεγονός που διατηρεί το ζήτημα του μη μισθολογικού κόστους στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής.
Η αποκλιμάκωση των εισφορών θεωρείται από αρκετούς οικονομικούς φορείς βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα σε κλάδους έντασης εργασίας.
Η δημοσιονομική εξίσωση
Ένα από τα βασικά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει το οικονομικό επιτελείο είναι η κάλυψη της απώλειας εσόδων που συνεπάγεται μια νέα μείωση εισφορών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ασφαλιστικού συστήματος:
- μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα συνεπάγεται απώλεια περίπου 440 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση,
- αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα του κατώτατου μισθού αυξάνει τις ασφαλιστέες αποδοχές κατά περίπου 140 εκατ. ευρώ ετησίως.
Με δεδομένη την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,5% από την 1η Απριλίου, τα πρόσθετα έσοδα που αναμένεται να εισρεύσουν στον ΕΦΚΑ εκτιμώνται περίπου στα 630 εκατ. ευρώ ετησίως.
Η κυβερνητική προσέγγιση βασίζεται στην παραδοχή ότι η αύξηση της απασχόλησης, η διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης και η άνοδος των μισθών μπορούν να αντισταθμίσουν το δημοσιονομικό κόστος των μειώσεων.
Οι επισημάνσεις της Τράπεζας της Ελλάδος
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αναφέρεται και στις αναλύσεις της Τράπεζα της Ελλάδος ως παράγοντας που μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα και την απασχόληση.
Η βασική οικονομική λογική είναι ότι η μείωση του κόστους εργασίας:
- διευκολύνει τις προσλήψεις,
- βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων,
- ενισχύει τα επενδυτικά κίνητρα,
- περιορίζει τα αντικίνητρα για δηλωμένη εργασία.
Παράλληλα, μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν αυξημένα λειτουργικά κόστη, υψηλότερες μισθολογικές δαπάνες και τις προκλήσεις της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης.
Οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών έχουν μεγαλύτερη επίδραση σε τομείς που χαρακτηρίζονται από υψηλή ένταση εργασίας.
Στην ελληνική περίπτωση, οι κλάδοι που αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο είναι:
- τουρισμός,
- μεταποίηση,
- λιανεμπόριο,
- εστίαση,
- μεταφορές,
- υπηρεσίες.
Οι επιχειρήσεις αυτών των κλάδων δαπανούν σημαντικό μέρος του λειτουργικού τους κόστους για μισθοδοσία, γεγονός που καθιστά τις εισφορές κρίσιμο παράγοντα επιχειρηματικού σχεδιασμού.
Οι προκλήσεις για το ασφαλιστικό σύστημα
Παρά τα αναπτυξιακά οφέλη που επικαλούνται οι υποστηρικτές της μείωσης, παραμένει ανοιχτή η συζήτηση σχετικά με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών εσόδων.
Η αποτελεσματικότητα του μέτρου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από:
- τη διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης,
- τη συνέχιση της αύξησης της απασχόλησης,
- την άνοδο των πραγματικών μισθών,
- τον περιορισμό της αδήλωτης εργασίας.
Σε διαφορετική περίπτωση, ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετες παρεμβάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η ισορροπία του ασφαλιστικού συστήματος.
Η πολιτική και οικονομική σημασία της ΔΕΘ
Η επικείμενη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αναμένεται να αποτελέσει το βασικό βήμα παρουσίασης του οικονομικού σχεδιασμού για το 2027.
Η ενδεχόμενη ανακοίνωση νέας μείωσης εισφορών θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πακέτο μέτρων που θα στοχεύει στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας, στη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας και στη διατήρηση της αναπτυξιακής τροχιάς της χώρας.
Το τελικό εύρος της παρέμβασης θα εξαρτηθεί από τις δημοσιονομικές δυνατότητες, τις προβλέψεις για την πορεία των εσόδων και τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της χώρας. Ωστόσο, η κατεύθυνση της πολιτικής φαίνεται σαφής: περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους ως εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης στην ελληνική οικονομία.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο