Η Σύνοδος Κορυφής της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας εξελίσσεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό σταυροδρόμι, καθώς οι ηγέτες των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου επιχειρούν να διαχειριστούν ταυτόχρονα δύο μέτωπα υψηλής έντασης: τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις εύθραυστες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή μετά τη συμφωνία αποκλιμάκωσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Το ισχυρότερο μήνυμα της δεύτερης ημέρας της Συνόδου ήρθε από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναφοράς των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο, σηματοδοτώντας πιθανή αλλαγή στάσης της Ουάσιγκτον απέναντι στη Μόσχα.
«Βρισκόμαστε πλέον σε θέση να το εξετάσουμε σύντομα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, υπογραμμίζοντας ότι η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών είχε ως στόχο τη σταθεροποίηση των διεθνών τιμών ενέργειας εν μέσω της κρίσης με το Ιράν.
Η τοποθέτηση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μέχρι πρόσφατα αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξέφραζαν ανησυχίες ότι η αμερικανική προσοχή είχε μετατοπιστεί αποκλειστικά στη Μέση Ανατολή, περιορίζοντας την πίεση προς το Κρεμλίνο.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος επιχείρησε να επαναφέρει την πρωτοβουλία των κινήσεων στο διπλωματικό πεδίο. Ο Ζελένσκι αποκάλυψε ότι πρότεινε απευθείας συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ακόμη και σε αμερικανικό έδαφος, εκτιμώντας ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα δυσκόλευε τη Μόσχα να αρνηθεί τον διάλογο.
Η πρόταση απορρίφθηκε από τη ρωσική πλευρά, γεγονός που, σύμφωνα με το Κίεβο, καθιστά αναγκαία την περαιτέρω διεθνή πίεση μέσω οικονομικών κυρώσεων και διπλωματικής απομόνωσης.
Παράλληλα, ο Τραμπ αποκάλυψε ότι είχε πρόσφατες συνομιλίες τόσο με τον Ζελένσκι όσο και με τον Πούτιν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται να αναλάβει πιο ενεργό διαμεσολαβητικό ρόλο μετά την αποκλιμάκωση της έντασης με την Τεχεράνη.
Στην ευρωπαϊκή πλευρά, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επιχείρησε να διατηρήσει το μέτωπο των συμμάχων αρραγές, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη προς την Ουκρανία παραμένει αδιαπραγμάτευτη και ότι η Ρωσία πρέπει να αντιμετωπίσει αυξημένο οικονομικό κόστος εφόσον συνεχίζει τον πόλεμο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη παρουσιάσει το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο περιλαμβάνει νέους περιορισμούς στον τραπεζικό, ενεργειακό και εμπορικό τομέα, καθώς και τη διατήρηση του πλαφόν στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Την ίδια ώρα, η Βρετανία ανακοίνωσε νέες ενεργειακές κυρώσεις κατά της Μόσχας, ενώ ο Καναδάς παρουσίασε δικό του πακέτο μέτρων που στοχεύει δεκάδες πρόσωπα, εταιρείες και πλοία που συνδέονται με τη ρωσική πολεμική μηχανή.
Ωστόσο, η Ουκρανία δεν ήταν το μοναδικό ζήτημα που απασχόλησε τους ηγέτες. Η συμφωνία αποκλιμάκωσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο, με τον Μακρόν να τη χαρακτηρίζει «σημαντική ευκαιρία ειρήνης» για τη σταθερότητα της περιοχής.
Παρά τη θετική αποτίμηση της συμφωνίας, οι συζητήσεις για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ αποκάλυψαν διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Τραμπ εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στην ευρωπαϊκή πρόταση για ενισχυμένη διεθνή παρουσία στην περιοχή, αν και δεν απέκλεισε τη συμμετοχή συμμαχικών δυνάμεων σε αποστολές προστασίας της εμπορικής ναυσιπλοΐας.
Το πολιτικό συμπέρασμα από το Εβιάν είναι σαφές: η G7 επιχειρεί να εμφανιστεί ενωμένη απέναντι στη Ρωσία, την ώρα που η Ουάσιγκτον επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της μετά τη συμφωνία με το Ιράν. Εάν οι δηλώσεις Τραμπ μετατραπούν σε πράξη και οι κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο επιστρέψουν, το Κρεμλίνο θα βρεθεί αντιμέτωπο με ένα νέο, πολύ πιο απαιτητικό οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η πίεση προς τη Μόσχα θα αυξηθεί. Είναι πόσο γρήγορα και πόσο συντονισμένα θα κινηθούν οι δυτικές δυνάμεις για να μετατρέψουν την οικονομική πίεση σε πολιτικό αποτέλεσμα στο ουκρανικό μέτωπο.
