Η φράση του Ντόναλντ Τραμπ στο περιθώριο της Συνόδου G7 προκάλεσε αίσθηση πολύ πέρα από τη Βηρυτό και τη Δαμασκό.
«Αφήστε τη Συρία να φροντίσει τη Χεζμπολάχ. Αν το Ισραήλ δεν μπορεί να το κάνει χωρίς να σκοτώνει τους πάντες, τότε η Συρία θα το κάνει», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος, ασκώντας παράλληλα δημόσια κριτική στο Ισραήλ για την έκταση των επιχειρήσεών του στον Λίβανο.
Πίσω όμως από τη φαινομενικά απλή αυτή δήλωση κρύβεται μία από τις πιο σύνθετες γεωπολιτικές εξισώσεις της Μέσης Ανατολής.
Διότι το ερώτημα δεν είναι αν η Συρία θέλει να αντιμετωπίσει τη Χεζμπολάχ.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί.
Η μεγάλη ανατροπή της μετα-Assad εποχής
Για δεκαετίες, η Συρία αποτελούσε τον βασικό στρατηγικό διάδρομο μέσω του οποίου το Ιράν εξόπλιζε, χρηματοδοτούσε και ενίσχυε τη Χεζμπολάχ.
Το καθεστώς Άσαντ υπήρξε ο κρίσιμος κρίκος στον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης» που συνέδεε Τεχεράνη, Δαμασκό, Βηρυτό και τις παλαιστινιακές οργανώσεις.
Η ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ και η άνοδος του Άχμεντ αλ Σαράα άλλαξαν τα δεδομένα.
Η νέα συριακή ηγεσία έχει αποστασιοποιηθεί από την ιρανική επιρροή, επιδιώκει επαναπροσέγγιση με τη Δύση και έχει λάβει σημαντικά πολιτικά ανοίγματα από την κυβέρνηση Τραμπ, συμπεριλαμβανομένης της άρσης μεγάλου μέρους των αμερικανικών κυρώσεων.
Αυτό εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον βλέπει πλέον τη Συρία όχι ως μέρος του προβλήματος αλλά ως πιθανό μέρος της λύσης.
Γιατί ο Σαράα δεν θέλει να μπει στον Λίβανο
Παρά τις προσδοκίες της Ουάσιγκτον, η πραγματικότητα στο έδαφος είναι διαφορετική.
Ο Άχμεντ αλ Σαράα έχει ήδη απορρίψει δημόσια τα σενάρια στρατιωτικής εμπλοκής της Συρίας στον Λίβανο, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές πληροφορίες «φήμες».
Και υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι’ αυτό.
Πρώτον, η Συρία εξακολουθεί να βρίσκεται σε διαδικασία εσωτερικής ανασυγκρότησης μετά από χρόνια εμφυλίου πολέμου.
Δεύτερον, η κυβέρνηση της Δαμασκού εξακολουθεί να αντιμετωπίζει εσωτερικές προκλήσεις ασφαλείας, ζητήματα με κουρδικές δυνάμεις και εύθραυστες ισορροπίες με γειτονικά κράτη.
Τρίτον, οποιαδήποτε συριακή στρατιωτική εμπλοκή στον Λίβανο θα ξυπνούσε ιστορικά τραύματα.
Η Συρία διατηρούσε στρατιωτική παρουσία στον Λίβανο από το 1976 έως το 2005 και η επιστροφή συριακών δυνάμεων θα προκαλούσε τεράστιες πολιτικές αντιδράσεις τόσο στη Βηρυτό όσο και διεθνώς.
Η Χεζμπολάχ είναι πιο αδύναμη – αλλά όχι αδύναμη
Η αμερικανική σκέψη βασίζεται επίσης σε μια νέα πραγματικότητα.
Η Χεζμπολάχ βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με πρωτοφανείς πιέσεις.
Οι πολύμηνες συγκρούσεις με το Ισραήλ, οι οικονομικές δυσκολίες και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό του Λιβάνου έχουν περιορίσει σημαντικά το πολιτικό και επιχειρησιακό της περιθώριο.
Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, πλειοψηφικά τμήματα της λιβανικής κοινωνίας θεωρούν πλέον τη Χεζμπολάχ παράγοντα αποσταθεροποίησης, ενώ αντίστοιχη αρνητική εικόνα καταγράφεται και στη Συρία.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η οργάνωση έχει πάψει να αποτελεί τον ισχυρότερο μη κρατικό στρατιωτικό σχηματισμό στη Μέση Ανατολή.
Παρά τις απώλειες, διατηρεί δίκτυα, εμπειρία μάχης, πολιτική επιρροή και βαθιές σχέσεις με το Ιράν.
Το πραγματικό σχέδιο της Ουάσιγκτον ίσως είναι διαφορετικό
Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι ο Τραμπ δεν περιμένει πραγματικά από τη Συρία να εισβάλει στον Λίβανο.
Αντίθετα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιδιώκει κάτι πιο περιορισμένο αλλά στρατηγικά σημαντικό:
Να κλείσει οριστικά η Συρία τον παραδοσιακό διάδρομο ανεφοδιασμού της Χεζμπολάχ.
Η νέα συριακή κυβέρνηση μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματική περιορίζοντας τη διακίνηση όπλων, πυραύλων και χρηματοδότησης προς τον Λίβανο παρά συμμετέχοντας σε μια νέα περιφερειακή σύγκρουση.
Υπό αυτή την οπτική, η «συριακή λύση» που περιγράφει ο Τραμπ δεν αφορά απαραίτητα στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Αφορά τον σταδιακό στραγγαλισμό των δικτύων που επί δεκαετίες επέτρεπαν στη Χεζμπολάχ να λειτουργεί ως ο ισχυρότερος βραχίονας της ιρανικής επιρροής στη Μεσόγειο.
Η ισραηλινή δυσπιστία
Το σχέδιο αυτό, ωστόσο, αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα στο Ισραήλ.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου εξακολουθεί να θεωρεί ότι μόνο η άμεση στρατιωτική πίεση μπορεί να εξουδετερώσει τη Χεζμπολάχ και εμφανίζεται ανήσυχη για τη γενικότερη προσέγγιση Τραμπ απέναντι στο Ιράν και τους περιφερειακούς συμμάχους του.
Οι δημόσιες επικρίσεις του Αμερικανού προέδρου προς το Ισραήλ για τις επιχειρήσεις στον Λίβανο αποκάλυψαν μια σπάνια απόκλιση στρατηγικής μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.
Το μεγάλο γεωπολιτικό πείραμα
Στην πραγματικότητα, η πρόταση Τραμπ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής.
Ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να μετατρέψει τη μεταπολεμική Συρία από τμήμα του ιρανικού άξονα σε πυλώνα ενός νέου περιφερειακού συστήματος ασφαλείας, το οποίο θα περιλαμβάνει αραβικά κράτη, πιθανές νέες συμφωνίες τύπου Abraham Accords και σταδιακή απομόνωση των ιρανικών δικτύων επιρροής.
Το πρόβλημα είναι ότι η Συρία του 2026 δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ισχύ ούτε την πολιτική σταθερότητα για να αναλάβει τον ρόλο που της αποδίδει ο Τραμπ.
Και γι’ αυτό, παρά τη θεαματική ρητορική, η πιθανότητα να δούμε συριακές δυνάμεις να αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Η πραγματική μάχη πιθανότατα δεν θα δοθεί στη Βηρυτό.
Θα δοθεί στα σύνορα Συρίας–Λιβάνου, στις γραμμές ανεφοδιασμού, στα δίκτυα επιρροής και στη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική που επιχειρεί να οικοδομήσει η Ουάσιγκτον μετά τη συμφωνία με το Ιράν.
Πηγή: pagenews.gr
