Τραμπ και G7: Η κρίση εμπιστοσύνης μετατρέπεται σε γεωοικονομικό ρήγμα
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Τραμπ και G7: Η κρίση εμπιστοσύνης μετατρέπεται σε γεωοικονομικό ρήγμα
Η εικόνα που προκύπτει από τη νέα έρευνα του Pew Research Center δεν είναι απλώς αρνητική για τον Τραμπ. Αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο οι βασικοί σύμμαχοι αντιλαμβάνονται πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες: όχι ως τον αυτονόητο και προβλέψιμο ηγεμόνα της δυτικής συμμαχίας, αλλά ως μια υπερδύναμη της οποίας οι δεσμεύσεις μπορεί να αλλάζουν μαζί με τον ένοικο του Λευκού Οίκου.
Στη δημοσκόπηση του 2026, μόλις το 23% κατά διάμεσο όρο σε 36 χώρες δηλώνει ότι εμπιστεύεται τον Τραμπ να κάνει «το σωστό» στις διεθνείς υποθέσεις. Το 76% εκφράζει μικρή ή καθόλου εμπιστοσύνη. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 8 Φεβρουαρίου έως τις 13 Μαΐου 2026 και περιέλαβε 42.151 ενηλίκους.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η δυσπιστία δεν συγκεντρώνεται μόνο σε χώρες που παραδοσιακά αμφισβητούν την αμερικανική ισχύ. Είναι ιδιαίτερα έντονη μεταξύ κρατών που αποτελούν τον πυρήνα της οικονομικής, στρατιωτικής και τεχνολογικής αρχιτεκτονικής της Δύσης.
Η φωτογραφία ως πολιτικό «καρδιογράφημα» της Δύσης
Το διάγραμμα της Statista, βασισμένο σε διαχρονικά στοιχεία του Pew, παρακολουθεί την εμπιστοσύνη προς τους Αμερικανούς προέδρους σε έξι εταίρους των ΗΠΑ στην G7: Καναδά, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία και Ηνωμένο Βασίλειο. Οι ΗΠΑ δεν εμφανίζονται, καθώς το γράφημα αποτυπώνει την οπτική των άλλων μελών προς τον Αμερικανό πρόεδρο.
Ο οριζόντιος άξονας λειτουργεί σαν πολιτικό ημερολόγιο. Οι εναλλαγές από τον Μπους στον Ομπάμα, από τον Ομπάμα στον Τραμπ, στη συνέχεια στον Joe Biden και ξανά στον Trump, συνοδεύονται σχεδόν πάντοτε από απότομες μεταβολές στις καμπύλες.
Η πρώτη μεγάλη τομή καταγράφεται το 2008-2009. Με την εκλογή Ομπάμα, η εμπιστοσύνη εκτοξεύεται στις περισσότερες χώρες από επίπεδα κοντά στο 15%-40% σε περίπου 85%-93%. Πρόκειται για την εντυπωσιακότερη συγχρονισμένη άνοδο του γραφήματος: έξι διαφορετικές κοινωνίες αντιδρούν σχεδόν ταυτόχρονα στην αλλαγή της αμερικανικής ηγεσίας.
Η δεύτερη τομή έρχεται το 2017. Με την πρώτη προεδρία Τραμπ, οι καμπύλες καταρρέουν μέσα σε έναν χρόνο από περίπου 70%-85% σε επίπεδα κοντά στο 10%-25%. Η πτώση είναι τόσο απότομη ώστε δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως συνηθισμένη φθορά ενός προέδρου. Αποτελεί αλλαγή κατηγορίας: από την επιφύλαξη περνάμε στην κρίση εμπιστοσύνης.
Το 2021, με την ανάληψη της προεδρίας από τον Μπάιντεν καταγράφεται νέα ισχυρή ανάκαμψη. Η εμπιστοσύνη ανεβαίνει περίπου στο 55%-78%, χωρίς όμως να φθάσει στα επίπεδα Ομπάμα. Μέχρι το τέλος της θητείας Biden ακολουθεί σταδιακή υποχώρηση, ιδιαίτερα μετά τις κρίσεις στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και τις ευρύτερες αμφιβολίες για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διαχειριστούν ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα.
Η επιστροφή Τραμπ προκαλεί νέα πτώση. Από την οπτική ανάγνωση του διαγράμματος, τα ποσοστά εμπιστοσύνης το 2026 κινούνται περίπου:
Σύμφωνα με την οπτική ανάγνωση του διαγράμματος της Statista, η εμπιστοσύνη προς τον Τραμπ το 2026 παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή σε όλες τις μεγάλες χώρες της G7. Η Γαλλία καταγράφει το χαμηλότερο επίπεδο, κοντά στο 14%-15%, ενώ ακολουθεί η Γερμανία με περίπου 16%-17%. Στον Καναδά το ποσοστό διαμορφώνεται γύρω στο 20%, επίπεδο που επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία του Pew Research Center, ενώ η Ιταλία κινείται επίσης κοντά στο 20%. Ελαφρώς υψηλότερη εμφανίζεται η εμπιστοσύνη στην Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου προσεγγίζει το 25%. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, η συνολική εικόνα είναι κοινή: σε καμία από τις βασικές χώρες της G7 η εμπιστοσύνη προς τον Αμερικανό πρόεδρο δεν υπερβαίνει το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων, γεγονός που αποτυπώνει το εύρος της κρίσης αξιοπιστίας της αμερικανικής ηγεσίας στους στενότερους συμμάχους της.
Σημείωση: Τα επιμέρους ποσοστά της εικόνας πρέπει να θεωρηθούν προσεγγιστικά, καθώς διαβάζονται από το γράφημα. Το Pew επιβεβαιώνει πάντως με ακρίβεια ότι στον Καναδά η εμπιστοσύνη προς τον Τραμπ είναι 20%, ενώ στη Γερμανία βρίσκεται στο 16%.
Οι διακεκομμένες γραμμές στο γράφημα δεν υποδηλώνουν διαφορετική κατηγορία απαντήσεων. Συνδέουν χρονιές για τις οποίες δεν υπάρχει συνεχής ετήσια μέτρηση, αποτρέποντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι διαθέτουμε δεδομένα για κάθε ενδιάμεσο έτος.
Δεν είναι μόνο ο Τραμπ: υποχωρεί η αξιοπιστία των ΗΠΑ
Το κρισιμότερο εύρημα της έρευνας είναι ότι η δυσπιστία έχει αρχίσει να αποσυνδέεται από το πρόσωπο του προέδρου και να μεταφέρεται στο ίδιο το αμερικανικό κράτος.
Μόλις το 37% κατά διάμεσο όρο στις 36 χώρες διατηρεί ευνοϊκή άποψη για τις ΗΠΑ, ενώ το 57% τις αντιμετωπίζει αρνητικά. Σε χώρες όπως ο Καναδάς, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η θετική εικόνα των ΗΠΑ βρίσκεται πλέον στο χαμηλότερο ή σχεδόν στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγράψει το Pew εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Ακόμη πιο ανησυχητικός για την Ουάσιγκτον είναι ο δείκτης αξιοπιστίας. Το 2022, το 83% των Καναδών θεωρούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες αξιόπιστο εταίρο. Το 2026 το ποσοστό έχει υποχωρήσει στο 35% — πτώση 48 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Παράλληλα:
- Μόλις το 35% κατά διάμεσο όρο πιστεύει ότι οι ΗΠΑ συμβάλλουν στην παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα.
- Μόνο το 32% θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα άλλων χωρών.
- Το 39% πιστεύει ότι η αμερικανική κυβέρνηση σέβεται τις προσωπικές ελευθερίες των πολιτών της, ενώ το 56% θεωρεί ότι δεν τις σέβεται.
Στη Γερμανία, το 60% πίστευε το 2023 ότι οι ΗΠΑ συνυπολογίζουν τα συμφέροντα άλλων χωρών. Το 2026 το ποσοστό έχει πέσει στο 23%, επιστρέφοντας κοντά στα επίπεδα της περιόδου του πολέμου στο Ιράκ. Στη Γαλλία, μόλις το 10% θεωρεί σήμερα ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των συμμάχων.
Η γεωοικονομική διάσταση: όταν η εμπιστοσύνη γίνεται κόστος
Η εμπιστοσύνη στις διεθνείς σχέσεις δεν αποτελεί αφηρημένο πολιτικό συναίσθημα. Είναι οικονομικό κεφάλαιο. Επηρεάζει το πόσο πρόθυμες είναι οι κυβερνήσεις να υπογράψουν μακροχρόνιες συμφωνίες, να ευθυγραμμίσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, να μοιραστούν τεχνολογία και να εξαρτήσουν την άμυνα ή την ενεργειακή τους ασφάλεια από έναν εταίρο.
Όσο μειώνεται η αξιοπιστία της Ουάσιγκτον, τόσο ενισχύονται τέσσερις παράλληλες τάσεις:
1. Η Ευρώπη επιταχύνει τη στρατηγική αυτονομία
Η συζήτηση για ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία δεν αφορά πλέον μόνο το ύψος των στρατιωτικών δαπανών. Αφορά την παραγωγή πυρομαχικών, τα συστήματα αεράμυνας, τους δορυφόρους, την κυβερνοασφάλεια και την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αμφιβάλλουν ότι οι ΗΠΑ θα τηρήσουν μακροχρόνια τις δεσμεύσεις τους, οι κυβερνήσεις αποκτούν πολιτικό κίνητρο να μεταφέρουν περισσότερο αμυντικό και βιομηχανικό βάρος εντός Ευρώπης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνοχή, αλλά και σε χαλάρωση της μονοπωλιακής θέσης των αμερικανικών εταιρειών στις ευρωπαϊκές προμήθειες.
2. Οι δασμοί μετατρέπουν τη συμμαχία σε συναλλαγή
Οι εμπορικές πολιτικές Trump θεωρούνται ιδιαίτερα αρνητικές από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Μόλις το 27% στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 17% στον Καναδά, το 15% στην Ιαπωνία και το 8% στη Γερμανία εγκρίνουν τον χειρισμό των δασμών από τον Αμερικανό πρόεδρο.
Αυτή η εικόνα ενισχύει την πεποίθηση ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ακόμη και τους συμμάχους της πρωτίστως ως εμπορικούς ανταγωνιστές. Η λογική του «friend-shoring» —η μεταφορά αλυσίδων παραγωγής σε φιλικές χώρες— αποδυναμώνεται όταν οι ίδιες αυτές χώρες δεν γνωρίζουν αν θα εξαιρεθούν από τον επόμενο γύρο δασμών.
3. Το δολάριο δεν απειλείται άμεσα, αλλά η πολιτική του υπεραξία διαβρώνεται
Η χαμηλή εμπιστοσύνη στον Trump δεν σημαίνει αυτομάτως αποδολαριοποίηση. Το δολάριο εξακολουθεί να στηρίζεται στο βάθος των αμερικανικών κεφαλαιαγορών, στη ρευστότητα των κρατικών ομολόγων και στην απουσία πλήρους εναλλακτικής λύσης.
Ωστόσο, η πολιτική χρήση των οικονομικών εργαλείων —δασμών, κυρώσεων, περιορισμών εξαγωγών και πρόσβασης σε τεχνολογία— ωθεί περισσότερες χώρες να αναζητούν μηχανισμούς προστασίας. Η διαφοροποίηση συναλλαγματικών αποθεμάτων, τα διμερή συστήματα πληρωμών και οι προσπάθειες δημιουργίας τοπικών αλυσίδων παραγωγής αποτελούν τρόπους περιορισμού της έκθεσης σε αμερικανικές αποφάσεις.
4. Η Κίνα αποκτά χώρο χωρίς να κερδίζει πλήρη εμπιστοσύνη
Η πτώση της αμερικανικής αξιοπιστίας δεν συνεπάγεται αυτόματη μετατόπιση των συμμάχων προς το Πεκίνο. Η Κίνα παραμένει συστημικός ανταγωνιστής, ειδικά σε θέματα ασφάλειας, τεχνολογίας, κρατικών επιδοτήσεων και πρόσβασης στην αγορά.
Ωστόσο, η έρευνα δείχνει ότι ο Trump έχει χαμηλότερη διεθνή αξιολόγηση όχι μόνο από τον Emmanuel Macron και τον Volodymyr Zelenskyy, αλλά ακόμη και από τον Xi Jinping και τον Vladimir Putin. Μόνο ο Benjamin Netanyahu συγκεντρώνει χαμηλότερη διάμεση εμπιστοσύνη μεταξύ των ηγετών που εξετάστηκαν.
Αυτό δεν συνιστά κινεζική «νίκη». Δημιουργεί όμως για το Πεκίνο μια ευκαιρία να προβάλλεται ως πιο προβλέψιμος οικονομικός συνομιλητής, ειδικά σε χώρες που επιδιώκουν επενδύσεις χωρίς πλήρη πολιτική ευθυγράμμιση.
Η G7 παραμένει ισχυρή — αλλά λιγότερο πολιτικά συνεκτική
Η G7 εξακολουθεί να συγκεντρώνει τεράστια οικονομική, χρηματοπιστωτική και τεχνολογική ισχύ. Η συνοχή της, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από κοινά συμφέροντα. Βασίζεται και στην πεποίθηση ότι τα μέλη μοιράζονται έναν ελάχιστο κοινό ορίζοντα για τους κανόνες του εμπορίου, την ασφάλεια και τη λειτουργία των θεσμών.
Η χαμηλή εμπιστοσύνη προς τον Τραμπ δεν σημαίνει ότι ο Καναδάς, η Ευρώπη ή η Ιαπωνία θα εγκαταλείψουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δεσμοί ασφαλείας, οι επενδύσεις, οι κεφαλαιαγορές, η τεχνολογία και οι αλυσίδες εφοδιασμού είναι υπερβολικά βαθιές.
Σημαίνει όμως ότι οι σύμμαχοι θα προσπαθήσουν να μειώσουν το ρίσκο της εξάρτησης. Θα διατηρούν την αμερικανική σχέση, αλλά ταυτόχρονα θα δημιουργούν εναλλακτικές: περισσότερη ευρωπαϊκή άμυνα, νέες εμπορικές συμφωνίες, διαφοροποίηση ενεργειακών προμηθειών και μεγαλύτερη αυτονομία σε ημιαγωγούς, τεχνητή νοημοσύνη και κρίσιμα μέταλλα.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα του διαγράμματος. Η Δύση δεν διαλύεται, αλλά μεταβαίνει από το μοντέλο της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής ηγεσίας σε ένα μοντέλο ασφαλιστικών δικλίδων απέναντι στην ίδια την Ουάσιγκτον.
Οι αριθμοί που συνοψίζουν τη μεταβολή
23% Η διάμεση εμπιστοσύνη προς τον Trump σε 36 χώρες το 2026.
76% Όσοι εκφράζουν μικρή ή καθόλου εμπιστοσύνη στον Αμερικανό πρόεδρο.
42.151 Οι συμμετέχοντες στη διεθνή έρευνα του Pew.
20% Η εμπιστοσύνη προς τον Trump στον Καναδά.
16% Η εμπιστοσύνη προς τον Trump στη Γερμανία.
37% Η διάμεση θετική εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών.
35% Όσοι πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ συμβάλλουν στην παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα.
32% Όσοι θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα άλλων χωρών.
83% → 35% Η πτώση, μεταξύ 2022 και 2026, των Καναδών που θεωρούν τις ΗΠΑ αξιόπιστο εταίρο.
Από την «ήπια ισχύ» στην ασφάλιση κινδύνου
Η διεθνής εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών αποδεικνύεται εξαιρετικά ευαίσθητη στον πολιτικό κύκλο της Ουάσιγκτον. Ο Obama λειτουργούσε ως πολλαπλασιαστής εμπιστοσύνης. Ο Trump λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αβεβαιότητας. Ο Biden αποκατέστησε ένα μέρος της αξιοπιστίας, αλλά όχι το σύνολό της.
Η διαφορά στη δεύτερη προεδρία Trump είναι ότι οι σύμμαχοι φαίνεται να αντιμετωπίζουν πλέον την αστάθεια όχι ως προσωρινή παρένθεση, αλλά ως πιθανό μόνιμο χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής.
Η πραγματική γεωοικονομική απειλή για τις ΗΠΑ δεν είναι ότι οι εταίροι τους θα στραφούν ξαφνικά προς την Κίνα ή τη Ρωσία. Είναι ότι θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με την Ουάσιγκτον, επενδύοντας ταυτόχρονα όλο και περισσότερους πόρους ώστε να μπορούν, όταν χρειαστεί, να λειτουργήσουν χωρίς αυτήν.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο