Η κυβέρνηση δεν βλέπει τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ως μια ακόμη ετήσια οικονομική εξαγγελία.
Τη βλέπει ως πολιτικό ορόσημο.
Στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι το διάστημα από τον Σεπτέμβριο έως το τέλος του έτους θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το κλίμα με το οποίο θα εισέλθει η χώρα στην τελική ευθεία προς τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Γι’ αυτό και το κυβερνητικό επιτελείο εργάζεται ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα:
Τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες για τον νέο επταετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και το πακέτο οικονομικών παρεμβάσεων της ΔΕΘ που, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, θα προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια σαφής πολιτική στόχευση.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η οικονομία παραμένει το ισχυρότερο αλλά και πιο ευάλωτο πεδίο της.
Από τη μία πλευρά διαθέτει το αφήγημα της ανάπτυξης, της επενδυτικής βαθμίδας και της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Από την άλλη, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη συνεχιζόμενη πίεση της ακρίβειας, τη φθορά της αγοραστικής δύναμης και τη δυσφορία τμημάτων της μεσαίας τάξης.
Στο Μαξίμου πιστεύουν ότι το φθινόπωρο μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής.
«Η οικονομία παραμένει το πεδίο στο οποίο κρίνονται οι κυβερνήσεις και όχι οι δημοσκοπήσεις της στιγμής», σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη που συμμετέχουν στον σχεδιασμό της επόμενης περιόδου.
Η λογική είναι απλή:
Εάν οι πολίτες δουν χειροπιαστή βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημα, το πολιτικό κλίμα μπορεί να μεταβληθεί αισθητά.
Την ίδια ώρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διαπραγμάτευση που μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την οικονομία αλλά και το πολιτικό αφήγημα της κυβέρνησης για ολόκληρη την επόμενη τετραετία.
Η συζήτηση για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ (2028-2034) αποκτά κομβική σημασία.
Η Αθήνα επιχειρεί να αποτρέψει περικοπές σε δύο κρίσιμους πυλώνες:
Η ελληνική θέση είναι ότι οι νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες –άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια και ανταγωνιστικότητα– δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν εις βάρος των παραδοσιακών πολιτικών που στηρίζουν τις περιφέρειες και τον πρωτογενή τομέα.
Πίσω από τη δημόσια συζήτηση για τα κονδύλια βρίσκεται μια βαθύτερη πολιτική πραγματικότητα:
Η Ελλάδα χρειάζεται ευρωπαϊκούς πόρους όχι μόνο για αναπτυξιακά έργα αλλά και για να διατηρήσει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο που θα επιτρέψει εθνικές πολιτικές πρωτοβουλίες.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται και στον αγροτικό κόσμο.
Στο κυβερνητικό επιτελείο αναγνωρίζουν ότι τυχόν περικοπές στην Κοινή Αγροτική Πολιτική θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόσθετες πολιτικές πιέσεις σε μια περίοδο που η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει πληγές που άνοιξαν οι εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Διπλωματικές πηγές που παρακολουθούν τις διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες σημειώνουν ότι η μάχη για τα αγροτικά κονδύλια δεν αφορά μόνο την παραγωγή.
Αφορά και την πολιτική συνοχή της περιφέρειας.
Παράλληλα, το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται το πακέτο της ΔΕΘ.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ.
Η κατεύθυνση είναι ήδη σαφής:
Το πραγματικό κοινό όμως είναι άλλο.
Η μεσαία τάξη.
Η κοινωνική κατηγορία που έδωσε διαδοχικές εκλογικές νίκες στη Νέα Δημοκρατία και η οποία σήμερα εμφανίζει σημάδια κόπωσης λόγω πληθωρισμού, στεγαστικής πίεσης και αυξημένου κόστους ζωής.
«Η επόμενη πολιτική μάχη θα δοθεί στο διαθέσιμο εισόδημα και όχι στους μακροοικονομικούς δείκτες», παραδέχονται ακόμη και κυβερνητικά στελέχη.
Στο Μαξίμου παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και το ευρωπαϊκό πολιτικό ημερολόγιο.
Αρκετές κυβερνήσεις πιέζουν για ολοκλήρωση της συμφωνίας πριν από τις γαλλικές εκλογές του 2027.
Ωστόσο δεν αποκλείεται οι διαπραγματεύσεις να παραταθούν μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του ίδιου έτους.
Για την Αθήνα, ο χρόνος έχει ιδιαίτερη σημασία.
Όσο πιο γρήγορα υπάρξει σαφήνεια για τα διαθέσιμα κονδύλια, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δυνατότητα σχεδιασμού της επόμενης πολιτικής περιόδου.
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι οι επόμενοι μήνες θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική της κυβέρνησης μέχρι τις εκλογές.
Η στρατηγική βασίζεται σε δύο παραδοχές:
Πρώτον, ότι η Ελλάδα πρέπει να διασφαλίσει ισχυρή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την επόμενη δεκαετία.
Δεύτερον, ότι οι πολίτες πρέπει να δουν άμεσα οφέλη στην καθημερινότητά τους.
Η ΔΕΘ του 2026 δεν αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη οικονομική εξαγγελία.
Αντιμετωπίζεται ως η πρώτη μεγάλη πολιτική μάχη της επόμενης εκλογικής περιόδου.
Και το πακέτο του 1 δισ. ευρώ ως το βασικό εργαλείο για ένα φθινοπωρινό rebound που η κυβέρνηση θεωρεί κρίσιμο για την ανάκτηση της πολιτικής πρωτοβουλίας.