07.10.2026 | 10:00
Μια φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα του ΣΕΒ ήταν αρκετή για να ανοίξει μια πολύ μεγαλύτερη πολιτική συζήτηση από εκείνη που αφορά απλώς τη νέα επιδότηση του βιομηχανικού ρεύματος.
Ο πρωθυπουργός έβαλε δημόσια στο τραπέζι κάτι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα ακουγόταν σχεδόν απαγορευμένο στην ευρωπαϊκή συζήτηση: ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να προχωρεί με τον ίδιο ρυθμό και με οποιοδήποτε οικονομικό κόστος, εάν το αποτέλεσμα είναι να απειλούνται ολόκληροι κλάδοι της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Και χρησιμοποίησε μία φράση που δύσκολα περνά απαρατήρητη:
«Και αν πρέπει κάπου να πατήσουμε φρένο, για να μπορέσουμε να προστατεύσουμε αυτούς τους κλάδους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, δεν πρέπει να διστάσουμε να το κάνουμε».
Δεν ήταν μια αποστροφή εκτός κειμένου. Προηγήθηκε η επισήμανση του πρωθυπουργού ότι η Ευρώπη πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιδίωξή της να παραμείνει πρωταγωνίστρια στην πράσινη μετάβαση και στην πραγματικότητα ότι για συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους η προσαρμογή είναι εξαιρετικά ακριβή.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πολιτική είδηση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αμφισβήτησε τον στόχο της απανθρακοποίησης ούτε ζήτησε ανατροπή της ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.
Έθεσε όμως πλέον ανοιχτά ζήτημα ρυθμού και κόστους.
Με άλλα λόγια, το ερώτημα μετατοπίζεται από το «πόσο γρήγορα μπορεί να γίνει η πράσινη μετάβαση» στο «πόσο γρήγορα μπορεί να γίνει χωρίς η Ευρώπη να χάσει τη βιομηχανία της».
Και αυτή η διαφοροποίηση δεν είναι καθόλου αμελητέα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αναγνωρίσει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας και ο σκληρός διεθνής ανταγωνισμός πιέζουν την ευρωπαϊκή παραγωγή. Το Clean Industrial Deal σχεδιάστηκε ακριβώς για να συνδέσει την απανθρακοποίηση με την ανταγωνιστικότητα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε ενεργοβόρους κλάδους όπως ο χάλυβας, τα μέταλλα και τα χημικά.
Άρα ο Μητσοτάκης δεν ανοίγει μια συζήτηση στο κενό. Επιχειρεί να τοποθετήσει την Ελλάδα μέσα σε μια ήδη εξελισσόμενη ευρωπαϊκή μάχη για το πώς θα συμβιβαστούν οι κλιματικοί στόχοι με την επιβίωση της παραγωγικής βάσης.
Πίσω από αυτή τη συζήτηση βρίσκεται και η διάγνωση του Μάριο Ντράγκι για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με χαμηλότερη παραγωγικότητα, δημογραφικές πιέσεις, αυξημένο ενεργειακό κόστος και πολύ σκληρότερο παγκόσμιο ανταγωνισμό, την ώρα που η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση απαιτούν τεράστιες επενδύσεις.
Αυτό είναι ουσιαστικά το πολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο πάτησε ο Έλληνας πρωθυπουργός.
Γιατί η απανθρακοποίηση μπορεί να αποτελεί στρατηγικό στόχο, όμως εάν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πληρώνουν πολλαπλάσιο ενεργειακό κόστος από τους διεθνείς ανταγωνιστές τους, τότε η συζήτηση δεν είναι μόνο περιβαλλοντική.
Γίνεται βιομηχανική, κοινωνική και τελικά γεωπολιτική.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο πρωθυπουργός συνέδεσε ευθέως το ενεργειακό ζήτημα με τον διεθνή ανταγωνισμό.
Προειδοποίησε ότι υπάρχουν χώρες με τέτοια παραγωγική δυνατότητα ώστε να μπορούν ουσιαστικά να «πλημμυρίσουν τις ευρωπαϊκές αγορές» με προϊόντα που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και στον αφανισμό ευρωπαϊκών βιομηχανικών κλάδων.
Το μήνυμα είναι σαφές: η Ευρώπη δεν μπορεί να επιβάλλει στη δική της παραγωγή ένα πανάκριβο μοντέλο προσαρμογής και ταυτόχρονα να αφήνει την αγορά της εκτεθειμένη σε προϊόντα που παράγονται υπό διαφορετικούς όρους κόστους.
Εδώ η πράσινη μετάβαση συναντά πλέον την ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική.
Υπάρχει, ασφαλώς, και μία γεωπολιτική σύμπτωση που προκαλεί ενδιαφέρον.
Η παρέμβαση Μητσοτάκη γίνεται ενώ ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο βρίσκεται στην Ελλάδα, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ ακολουθεί σαφώς διαφορετική ενεργειακή και κλιματική πολιτική από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η χρονική σύμπτωση είναι πολιτικά ενδιαφέρουσα, δεν υπάρχει όμως τεκμηρίωση ότι η δήλωση Μητσοτάκη συνδέεται με την επίσκεψη Ρούμπιο.
Άλλωστε, η τοποθέτηση του πρωθυπουργού εντάσσεται πολύ πιο άμεσα στη μεγάλη εσωτερική ευρωπαϊκή συζήτηση για το ενεργειακό κόστος και την ανταγωνιστικότητα.
Και η απόσταση από την αμερικανική προσέγγιση παραμένει σημαντική: ο Μητσοτάκης δεν ζητά εγκατάλειψη της πράσινης μετάβασης. Ζητά ευελιξία εκεί όπου το κόστος της απειλεί την ευρωπαϊκή παραγωγή.
Η πολιτική δήλωση συνοδεύτηκε και από χρήματα.
Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε νέα παρέμβαση ύψους 95 εκατ. ευρώ για τη μείωση του ενεργειακού βάρους της ελληνικής βιομηχανίας.
Στο μέτρο θα περιλαμβάνονται κλάδοι όπως τα τσιμέντα, τα τρόφιμα, τα χαρτικά και τα πλαστικά, ενώ προβλέπεται πρόσθετη στήριξη ενεργοβόρων επιχειρήσεων πέρα από την αντιστάθμιση εκπομπών.
«Οι έκτακτες συνθήκες απαιτούν […] και έκτακτες παρεμβάσεις», είπε ο πρωθυπουργός απευθυνόμενος στον πρόεδρο του ΣΕΒ.
Η κυβέρνηση είχε ήδη αυξήσει κατά 75 εκατ. ευρώ την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους CO₂ για 50 επιχειρήσεις και είχε μειώσει κατά 50% τη συνεισφορά 23.000 επιχειρήσεων στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, με τον πρωθυπουργό να τοποθετεί το συνολικό ύψος προηγούμενων παρεμβάσεων κοντά στο μισό δισ. ευρώ.
Η Κομισιόν, πάντως, δεν εγκαταλείπει την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης.
Μόλις τον Ιούλιο παρουσίασε σχέδιο ώστε το ποσοστό εξηλεκτρισμού της ευρωπαϊκής ενεργειακής κατανάλωσης να αυξηθεί από περίπου 23% σε 46% έως το 2040, υποστηρίζοντας ότι έτσι η Ευρώπη θα μπορούσε να εξοικονομεί έως και 260 δισ. ευρώ ετησίως από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η δύσκολη εξίσωση.
Η Αθήνα δεν λέει «όχι» στην πράσινη μετάβαση. Λέει πλέον ότι υπάρχει σημείο στο οποίο το κόστος της μπορεί να απαιτήσει φρένο.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πολιτικό μήνυμα.
Γιατί όταν ένας πρωθυπουργός κράτους-μέλους της ΕΕ λέει δημοσίως ότι η προστασία της βιομηχανίας μπορεί να δικαιολογήσει επιβράδυνση συγκεκριμένων πλευρών της μετάβασης, το ερώτημα περνά πλέον στις Βρυξέλλες:
Πράσινη μετάβαση με κάθε κόστος ή πράσινη μετάβαση με όρους που θα επιτρέψουν στην ευρωπαϊκή βιομηχανία να βρίσκεται ακόμη εδώ όταν αυτή ολοκληρωθεί;
Πηγή: pagenews.gr