Η αποχώρηση της Θεοδώρας Τζάκρη από το κόμμα «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο» δεν αποτελεί ακόμη ένα μεμονωμένο κομματικό επεισόδιο. Αντιθέτως, αναδεικνύει το βαθύτερο πρόβλημα στρατηγικής και πολιτικής ταυτότητας που αντιμετωπίζει σήμερα ο ευρύτερος χώρος της Κεντροαριστεράς, σε μια περίοδο όπου οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Αριστεράς, Κέντρου και Σοσιαλδημοκρατίας επαναχαράσσονται.
Η πρώην αντιπρόεδρος του κόμματος ανακοίνωσε την παραίτησή της, καταγγέλλοντας ότι ο πολιτικός φορέας που συνίδρυσε με τον Στέφανο Κασσελάκη απομακρύνθηκε από τις ιδρυτικές του αρχές και εξελίχθηκε, όπως υποστήριξε, σε ένα «αρχηγικό κόμμα», με πολιτικές επιλογές που δεν συνάδουν με τη δική της σοσιαλιστική και αντιδεξιά πολιτική ταυτότητα.
«Δεν θυμάμαι να συμφωνήσαμε ότι αυτή η προσπάθεια θα εξελισσόταν σε ένα αρχηγικό κόμμα», ανέφερε χαρακτηριστικά στην ανακοίνωσή της.
Η παρέμβασή της δεν περιορίστηκε σε οργανωτικά ζητήματα. Αντιθέτως, αμφισβήτησε συνολικά τη νέα πολιτική κατεύθυνση του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι πραγματοποιείται διάλογος με πολιτικές δυνάμεις που η ίδια χαρακτηρίζει «ακροδεξιές» και «ακρονεοφιλελεύθερες».
Λίγες ώρες αργότερα, ο Στέφανος Κασσελάκης επιχείρησε να αντιστρέψει την πολιτική εικόνα, δηλώνοντας δημόσια ότι η αποχώρηση δεν ήταν μονομερής απόφαση της κυρίας Τζάκρη.
Όπως ανέφερε, ο ίδιος είχε ήδη ζητήσει την παραίτησή της, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι το κόμμα ακολουθεί πλέον μια διαφορετική στρατηγική.
Η σημαντικότερη ίσως φράση της παρέμβασής του ήταν ότι:
«Οι Δημοκράτες είναι πλέον στο φιλελεύθερο κέντρο.»
Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς επιβεβαιώνει τη σταδιακή μετατόπιση του κόμματος από τη ριζοσπαστική αριστερή ρητορική προς έναν περισσότερο κεντρώο και φιλελεύθερο πολιτικό χώρο.
Η σύγκρουση Τζάκρη–Κασσελάκη δεν αφορά μόνο δύο πολιτικά πρόσωπα.
Αφορά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της ελληνικής Κεντροαριστεράς.
Από τη μία πλευρά, η Θεοδώρα Τζάκρη επιμένει ότι παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στον «πατριωτικό σοσιαλισμό», υποστηρίζοντας ότι η προσωπική της πολιτική διαδρομή παραμένει συνεπής εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Από την άλλη, ο Στέφανος Κασσελάκης δείχνει να επιλέγει μια στρατηγική διεύρυνσης προς το πολιτικό κέντρο, επιχειρώντας να προσελκύσει ψηφοφόρους πέρα από τα παραδοσιακά όρια της Αριστεράς.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, δημιουργεί αναπόφευκτες συγκρούσεις με στελέχη που θεωρούν ότι αλλοιώνεται η ιδεολογική φυσιογνωμία του κόμματος.
Η αποχώρηση της κυρίας Τζάκρη έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά εσωτερικών εντάσεων που έχουν καταγραφεί τους τελευταίους μήνες.
Ήδη από το συνέδριο του κόμματος είχαν διατυπωθεί δημόσιες καταγγελίες για υπερσυγκέντρωση εξουσιών στην ηγεσία, ενώ εκατοντάδες στελέχη είχαν επιλέξει να αποχωρήσουν, κάνοντας λόγο για «αρχηγικό μοντέλο» λειτουργίας και ιδεολογική μετατόπιση.
Η δημόσια σύγκρουση μεταξύ των δύο πλευρών απλώς επιβεβαιώνει ότι η εσωκομματική κρίση δεν έχει εκτονωθεί.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία.
Η αποχώρηση της Θεοδώρας Τζάκρη πραγματοποιείται την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί μέσω της ΕΛ.Α.Σ. να ανασυγκροτήσει τον χώρο της προοδευτικής παράταξης, ενώ το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του ως βασικός εκφραστής της Κεντροαριστεράς.
Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε μετακίνηση στελεχών αποκτά ευρύτερη πολιτική σημασία.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για προσωπικές επιλογές, αλλά για αναζήτηση πολιτικής εκπροσώπησης σε έναν χώρο που παραμένει κατακερματισμένος.
Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο το πολιτικό μέλλον της Θεοδώρας Τζάκρη.
Αφορά κυρίως το κατά πόσο ο Στέφανος Κασσελάκης μπορεί να ολοκληρώσει τη μετάβαση του κόμματός του προς το «φιλελεύθερο κέντρο» χωρίς νέες αποχωρήσεις και χωρίς να απολέσει τον πυρήνα των στελεχών που τον ακολούθησαν μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ.
Η αποχώρηση της μέχρι πρότινος αντιπροέδρου αποτελεί ίσως το πιο ηχηρό μέχρι σήμερα μήνυμα ότι η αναζήτηση νέας πολιτικής ταυτότητας συνοδεύεται από υψηλό εσωτερικό πολιτικό κόστος.
Πηγή: pagenews.gr