Σαμαράς: Η «δεξαμενή» που τρομάζει τη ΝΔ – Πόσο μπορεί να κοστίσει στον Μητσοτάκη ένα νέο κόμμα

Σαμαράς: Η «δεξαμενή» που τρομάζει τη ΝΔ – Πόσο μπορεί να κοστίσει στον Μητσοτάκη ένα νέο κόμμα

Η ΝΔ βρίσκεται στο 26,5% και η τελευταία Interview καταγράφει διψήφια δυνητική δεξαμενή για τον πρώην πρωθυπουργό – Το πραγματικό πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι μόνο πόσο θα πάρει ο Σαμαράς, αλλά από ποιους θα το πάρει

Το ερώτημα γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά αλλάζει.

Δεν είναι πλέον μόνο:

θα κάνει κόμμα;

Το πολιτικά σημαντικότερο ερώτημα είναι:

εάν το κάνει, από πού θα αντλήσει ψηφοφόρους και πόσο μπορεί να επηρεάσει τη δυνατότητα της Νέας Δημοκρατίας να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές του 2027;

Η σημερινή συνέντευξη του Νίκου Τσιούτσια στον ΣΚΑΪ έδωσε ένα μέρος της απάντησης.

Όχι με εκλογικά ποσοστά.

Με το πολιτικό προφίλ του ακροατηρίου στο οποίο φαίνεται ότι θέλει να απευθυνθεί ο Αντώνης Σαμαράς.

Και η τελευταία δημοσκόπηση της Interview προσθέτει το δεύτερο κομμάτι του παζλ.

Η ΝΔ βρίσκεται στην πρόθεση ψήφου στο 26,5%, από 26,8% στην προηγούμενη μέτρηση, ενώ ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά εμφανίζει ήδη μια διψήφια δυνητική δεξαμενή ψηφοφόρων που δηλώνουν ότι είναι πολύ ή αρκετά πιθανό να το ψηφίσουν. Το 79% απαντά αρνητικά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Σαμαράς έχει σήμερα διψήφιο κόμμα.

Σημαίνει όμως ότι υπάρχει πολιτικός χώρος τον οποίο μπορεί να επιχειρήσει να μετατρέψει σε ψήφο.

Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα για το Μαξίμου.

Το 26,5% αλλάζει ολόκληρη την εξίσωση

Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να βρίσκεται καθαρά στην πρώτη θέση.

Στην τελευταία Interview καταγράφεται στο 26,5%, με την ΕΛ.Α.Σ. δεύτερη στο 14,5% και το ΠΑΣΟΚ τρίτο στο 10,1%.

Άρα αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει άμεση απειλή για την πρωτιά της ΝΔ.

Υπάρχει όμως διαφορετικό πρόβλημα.

Η απόσταση ανάμεσα στο σημερινό 26,5% και σε ένα ποσοστό που θα επέτρεπε στη ΝΔ να διεκδικήσει με πολύ καλύτερους όρους την αυτοδυναμία είναι ήδη μεγάλη.

Επομένως ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη εκλογική διαρροή προς τα δεξιά μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλη σημασία.

Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται απαραίτητα να γίνει μεγάλο κόμμα για να δημιουργήσει πρόβλημα στον Μητσοτάκη.

Αρκεί να αφαιρέσει κρίσιμο αριθμό ψηφοφόρων από τη ΝΔ.

Το λάθος με το «5%-8%»

Εδώ χρειάζεται μία καθαρή διάκριση.

Στη δημόσια συζήτηση κυκλοφορούν σενάρια για το πόσο θα μπορούσε να πάρει ένα κόμμα Σαμαρά.

Η τελευταία Interview, όμως, δεν δίνει πρόθεση ψήφου για υπαρκτό κόμμα Σαμαρά.

Ρωτά τους πολίτες πόσο πιθανό είναι να ψήφιζαν ένα τέτοιο κόμμα.

Και καταγράφει διψήφια δυνητική δεξαμενή.

Η δεξαμενή δεν είναι εκλογικό αποτέλεσμα.

Ένα μέρος μπορεί τελικά να επιλέξει ΝΔ.

Άλλο μπορεί να κατευθυνθεί προς Ελληνική Λύση ή Φωνή Λογικής.

Άλλοι μπορεί να απέχουν.

Και άλλοι μπορεί να δηλώνουν σήμερα θετικοί στον Σαμαρά αλλά να αλλάξουν επιλογή όταν μπροστά τους υπάρξουν πραγματικό κόμμα, ψηφοδέλτια, πρόγραμμα και υποψήφιος πρωθυπουργός.

Γι’ αυτό το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι ακόμη «πόσο παίρνει».

Είναι πόσους μπορεί να μετακινήσει.

Η πρώτη δεξαμενή: Η παραδοσιακή Νέα Δημοκρατία

Η σημερινή συνέντευξη Τσιούτσια έδειξε πού βρίσκεται η πρώτη και προφανέστερη στόχευση.

Στον κόσμο που εξακολουθεί να αισθάνεται Νέα Δημοκρατία, αλλά θεωρεί ότι η σημερινή ΝΔ έχει μετακινηθεί υπερβολικά προς το Κέντρο.

Η χαρακτηριστικότερη φράση ήταν:

«Ο Αντώνης Σαμαράς δεν έχει κλείσει καμία πόρτα με την παράταξη. Υπάρχει το κόμμα του κυρίου Μητσοτάκη.»

Πρόκειται για εξαιρετικά συγκεκριμένη πολιτική κατασκευή.

Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να πει στους ψηφοφόρους:

«φύγετε από τη Νέα Δημοκρατία».

Μπορεί να επιχειρήσει να τους πει:

«η Νέα Δημοκρατία έφυγε από εσάς».

Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο για το Μαξίμου.

Η δεύτερη δεξαμενή: Οι ψηφοφόροι στα δεξιά της ΝΔ

Υπάρχει και ένας δεύτερος χώρος.

Ψηφοφόροι που έχουν ήδη απομακρυνθεί από τη ΝΔ και σήμερα βρίσκονται στην Ελληνική Λύση, στη Φωνή Λογικής, σε μικρότερα σχήματα ή στην αδιευκρίνιστη ψήφο.

Τα ελληνοτουρκικά.

Η παράνομη μετανάστευση.

Η οικογένεια.

Η εθνική ταυτότητα.

Η ασφάλεια.

Η σχέση με την Ευρώπη.

Είναι ζητήματα πάνω στα οποία ο Σαμαράς διαθέτει ήδη διακριτό πολιτικό στίγμα.

Ο Τσιούτσιας σήμερα επέλεξε ακριβώς αυτά τα πεδία για να χαράξει τη διαφορά από τον Μητσοτάκη.

Για τα ελληνοτουρκικά υποστήριξε:

«Το ζήτημα δεν είναι εάν κάνεις διάλογο. Είναι με ποιον μιλάς, τι λες όταν συζητάς, ποια είναι τα θέματα που θέτεις στο τραπέζι, πότε σταματάς έναν διάλογο, πότε τον επαναφέρεις, με ποιους όρους τον διεξάγεις.»

Άρα η προσπάθεια δεν θα είναι μόνο να πάρει δυσαρεστημένους σημερινούς ψηφοφόρους της ΝΔ.

Θα είναι και να επαναπατρίσει πρώην ψηφοφόρους της.

Η τρίτη δεξαμενή: Η μεσαία τάξη

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σημερινής παρέμβασης.

Ο Τσιούτσιας δεν έμεινε στα εθνικά.

Πέρασε στην οικονομία.

Και επιτέθηκε στην κυβέρνηση ακριβώς εκεί όπου η ΝΔ έχτισε μεγάλο μέρος της κοινωνικής της συμμαχίας το 2019 και το 2023.

Στη μεσαία τάξη.

«Η κυβέρνηση του κυρίου Μητσοτάκη έχει διαλύσει τη μεσαία τάξη κανονικότατα», υποστήριξε.

Στη συνέχεια έβαλε στο τραπέζι έμμεσους φόρους, τεκμήρια, ΦΠΑ, κόστος ενέργειας και ακρίβεια.

Αυτό δείχνει ότι ένα ενδεχόμενο εγχείρημα Σαμαρά δεν θέλει να περιοριστεί σε μια ατζέντα εθνικών θεμάτων.

Θέλει οικονομικό ακροατήριο.

Ελεύθερους επαγγελματίες.

Μικρομεσαίους.

Αυτοαπασχολούμενους.

Παραγωγούς.

Ανθρώπους που αισθάνονται ότι πληρώνουν πολλούς φόρους χωρίς να θεωρούν τους εαυτούς τους εύπορους.

Και αυτή είναι μια δεξαμενή στην οποία η ΝΔ δεν έχει την πολυτέλεια μεγάλων απωλειών.

Η τέταρτη δεξαμενή: Η ξεχασμένη περιφέρεια

Η συνέντευξη δεν ξεκίνησε τυχαία από τη Λέσβο.

«Αυτή είναι η Ελλάδα της απίσχνανσης», είπε ο Τσιούτσιας, περιγράφοντας την κατάσταση στην περιφέρεια και στον πρωτογενή τομέα.

Αγρότες.

Κτηνοτρόφοι.

Μικρές πόλεις.

Χωριά.

Περιφέρειες που χάνουν πληθυσμό.

Είναι ένα κοινό διαφορετικό από το μητροπολιτικό κεντρώο ακροατήριο στο οποίο επένδυσε πολιτικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Και ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να επιχειρήσει να μετατρέψει την αίσθηση εγκατάλειψης της περιφέρειας σε πολιτική ταυτότητα.

Η πέμπτη και μεγαλύτερη δεξαμενή: Οι πολιτικά άστεγοι

Εδώ ο Τσιούτσιας έδωσε ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για το εύρος του σχεδίου.

Όταν ρωτήθηκε εάν ο Σαμαράς θα απευθυνθεί αποκλειστικά στη Δεξιά, απάντησε:

«Ο πολιτικός λόγος του Αντώνη Σαμαρά απευθύνεται σε όλους.»

Και έκανε αναφορά σε ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, ενεργούς πολίτες, διανοούμενους και ανθρώπους της κοινωνίας.

Αυτό σημαίνει ότι η φιλοδοξία —εφόσον τελικά δημιουργηθεί κόμμα— δεν φαίνεται να είναι η δημιουργία ενός μικρού καθαρόαιμου δεξιού σχηματισμού.

Η προσπάθεια θα μπορούσε να είναι ευρύτερη:

ένα εθνικό-πατριωτικό κόμμα με κοινωνικά συντηρητικές αναφορές αλλά και οικονομικό μήνυμα προς τη μεσαία τάξη.

Το μεγαλύτερο όπλο Σαμαρά είναι το μεγαλύτερο ρίσκο του

Υπάρχει όμως ένα παράδοξο.

Ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει ένα πλεονέκτημα που κανένας από τους σημερινούς μικρότερους σχηματισμούς δεξιά της ΝΔ δεν διαθέτει.

Έχει υπάρξει πρωθυπουργός.

Έχει υπάρξει πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Έχει κυβερνήσει.

Έχει διεθνείς σχέσεις και αναγνωρισιμότητα.

Αυτό του δίνει βαρύτητα.

Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και το βασικό του μειονέκτημα.

Δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως «νέο».

Η ηλικία του τέθηκε μάλιστα ευθέως στη σημερινή συνέντευξη.

Η απάντηση του Τσιούτσια ήταν χαρακτηριστική: υπενθύμισε ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός σε μεγάλη ηλικία και επέμεινε ότι για τον Σαμαρά:

«Ο στόχος είναι πάντα η πατρίδα.»

Επομένως το εγχείρημα θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην εμπειρία του πρώην πρωθυπουργού και στην ανάγκη να παρουσιάσει νέα πρόσωπα.

Γιατί το πρόβλημα για τον Μητσοτάκη δεν είναι η πρωτιά

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Με τη ΝΔ στο 26,5% και τον δεύτερο στο 14,5%, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν απειλείται σήμερα άμεσα ως προς την πρώτη θέση.

Απειλείται όμως δυνητικά ως προς κάτι διαφορετικό:

την κυβερνησιμότητα.

Αν ένας νέος φορέας Σαμαρά αφαιρέσει καθαρή εκλογική δύναμη από τη ΝΔ, ακόμη και χωρίς να γίνει μεγάλο κόμμα, αυξάνει την απόσταση της ΝΔ από ένα αυτοδύναμο αποτέλεσμα.

Και τότε η συζήτηση της επόμενης ημέρας αλλάζει.

Από το «ποιος θα είναι πρώτος» περνά στο:

«με ποιον μπορεί να κυβερνήσει ο πρώτος;»

Αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για το Μαξίμου από μια απλή δημοσκοπική απώλεια.

Θα μπορούσε να συνεργαστεί μετά με τη ΝΔ;

Η ερώτηση τέθηκε ουσιαστικά και σήμερα στον Τσιούτσια.

Εάν ένα κόμμα Σαμαρά αφαιρούσε κρίσιμες μονάδες από τη ΝΔ και στη συνέχεια η Νέα Δημοκρατία χρειαζόταν συνεργασία, τι θα συνέβαινε;

Καθαρή απάντηση δεν δόθηκε.

Και αυτή η ασάφεια πιθανότατα θα διατηρηθεί όσο δεν υπάρχει επίσημο κόμμα.

Γιατί μια πρόωρη απάντηση ότι «θα συνεργαστούμε» θα αποδυνάμωνε την αυτονομία του εγχειρήματος.

Ενώ μια κατηγορηματική άρνηση θα δημιουργούσε αμέσως το ερώτημα ποια κυβέρνηση θα μπορούσε να σχηματιστεί.

Το πραγματικό δίλημμα για τη ΝΔ

Η περίπτωση Σαμαρά δημιουργεί ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Εάν μετακινηθεί περισσότερο προς τα δεξιά για να κλείσει τις διαρροές, κινδυνεύει να χάσει μέρος του Κέντρου.

Εάν παραμείνει σταθερά στην κεντρώα στρατηγική που του έδωσε δύο εκλογικές νίκες, αφήνει περισσότερο χώρο σε έναν αντίπαλο που μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί την παραδοσιακή Κεντροδεξιά.

Και εάν επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση με τον Σαμαρά, μπορεί να τον βοηθήσει να αποκτήσει ακριβώς αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένα νέο κόμμα:

έναν καθαρό αντίπαλο.

Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να νικήσει τον Μητσοτάκη

Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο συμπέρασμα.

Ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάζεται να απειλήσει τη ΝΔ για την πρώτη θέση για να αλλάξει το πολιτικό παιχνίδι.

Δεν χρειάζεται καν να πλησιάσει τη Νέα Δημοκρατία.

Χρειάζεται να συγκεντρώσει αρκετή δύναμη ώστε να μετατρέψει ένα μέρος της σημερινής εκλογικής γεωγραφίας της Κεντροδεξιάς σε διαφορετικό κόμμα.

Η Interview δείχνει ότι υπάρχει διψήφια δυνητική δεξαμενή, όχι ότι αυτή η δεξαμενή θα μετατραπεί ολόκληρη σε ψήφο.

Αυτό είναι το μεγάλο άγνωστο.

Αλλά μετά τη σημερινή συνέντευξη Τσιούτσια γνωρίζουμε κάτι περισσότερο:

ξέρουμε πλέον πού θα μπορούσε να ψάξει αυτές τις ψήφους ο Σαμαράς.

Στην παραδοσιακή ΝΔ.

Στα δεξιά της.

Στη μεσαία τάξη.

Στην περιφέρεια.

Και στους πολίτες που δηλώνουν ότι δεν αισθάνονται πλέον πολιτικά εκπροσωπούμενοι.

Εάν ο πρώην πρωθυπουργός αποφασίσει τελικά να περάσει από τις παρεμβάσεις στην κάλπη, τότε το κρίσιμο ερώτημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν θα είναι μόνο πόσο θα πάρει ο Σαμαράς.

Θα είναι πόσο από αυτό θα το πάρει από τη Νέα Δημοκρατία.

Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για το ποιος —και κυρίως πώς— θα κυβερνήσει την Ελλάδα μετά τις εκλογές του 2027.

Πηγή: pagenews.gr

Μάτα Χάρι
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Μάτα Χάρι Δημοσιογράφος Πολιτικού & Παραπολιτικού Ρεπορτάζ
Δημοσιογράφος με εμπειρία στο πολιτικό και παραπολιτικό ρεπορτάζ, με έμφαση στις εξελίξεις, το πολιτικό παρασκήνιο και τα κέντρα αποφάσεων. Απόφοιτος Δημοσιογραφίας, με εξειδίκευση στην πολιτική επικοινωνία και τα ψηφιακά ΜΜΕ.