Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια πρωτοφανή πολιτική μετατόπιση.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα καταγράφει ποσοστά που προσεγγίζουν το 17%-18%, διεκδικώντας πλέον σταθερά τη δεύτερη θέση και περιορίζοντας αισθητά τη διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία.
Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να καταρρέει οργανωτικά και εκλογικά, με τη μεγάλη πλειονότητα των ψηφοφόρων του να μετακινείται προς το νέο εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού.
Πρόκειται για ένα σπάνιο πολιτικό φαινόμενο: ένας πρώην αρχηγός να παίρνει μαζί του σχεδόν ολόκληρη την εκλογική βάση του κόμματος που άφησε πίσω.
Ενώ οι δημοσκοπήσεις ευνοούν την ΕΛΑΣ, στο εσωτερικό της Κεντροαριστεράς μεγαλώνει η δυσαρέσκεια για τη στάση του Αλέξη Τσίπρα απέναντι στα πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.
Πολλοί περιμένουν ένα πολιτικό «σήμα» για το αν θα ενταχθούν στο νέο σχήμα, χωρίς όμως να γνωρίζουν εάν τελικά θα έχουν θέση στα ψηφοδέλτια ή στον νέο κομματικό μηχανισμό.
Η τακτική αυτή ερμηνεύεται από τους επικριτές του ως ένα παρατεταμένο πολιτικό βασανιστήριο, που διατηρεί δεκάδες πρώην στελέχη σε κατάσταση αβεβαιότητας.
Η μεγαλύτερη ίσως πολιτική ειρωνεία αφορά την ίδια την ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ.
Για χρόνια κορυφαία στελέχη του κόμματος αντιδρούσαν στον έντονο αρχηγικό χαρακτήρα της λειτουργίας του, προβάλλοντας το μοντέλο του «πρώτου μεταξύ ίσων».
Οι σημερινές εξελίξεις όμως φαίνεται να αποδεικνύουν το αντίθετο.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η εκλογική βάση δεν ακολούθησε ούτε τις εσωκομματικές τάσεις ούτε τα ιστορικά στελέχη.
Ακολούθησε σχεδόν αποκλειστικά τον Αλέξη Τσίπρα.
Με άλλα λόγια, το πολιτικό κεφάλαιο βρισκόταν περισσότερο στο πρόσωπό του παρά στον κομματικό μηχανισμό.
Η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου επιτάχυνε ακόμη περισσότερο την αποδόμηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Όσοι παραμένουν στην Κουμουνδούρου καλούνται πλέον να διαχειριστούν ένα κόμμα που διαθέτει ιστορία, αλλά ολοένα και μικρότερη εκλογική βάση.
Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι αν επιχειρούν να διασώσουν έναν αυτόνομο πολιτικό φορέα ή απλώς να διαχειριστούν το τέλος μιας εποχής.
Παρά την εντυπωσιακή δημοσκοπική εκκίνηση, τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο.
Το ποσοστό του 17%-18% αποτελεί μια ισχυρή αφετηρία, αλλά όχι απαραίτητα την εκλογική οροφή του νέου κόμματος.
Για να εξελιχθεί σε πραγματικό διεκδικητή της εξουσίας, η ΕΛΑΣ θα πρέπει να υπερβεί το όριο του 20%, διευρύνοντας την επιρροή της πέρα από τους πρώην ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.
Εκεί θα κριθεί αν ο Αλέξης Τσίπρας δημιουργεί πράγματι ένα νέο πολιτικό ρεύμα ή απλώς ανακυκλώνει την παλιά του εκλογική βάση.
Παράλληλα, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν έναν ακόμη κίνδυνο.
Η αίσθηση ότι το νέο κόμμα μπορεί να προχωρήσει χωρίς τα περισσότερα ιστορικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ενδέχεται να καλλιεργήσει εικόνα πολιτικής αλαζονείας.
Όταν ξεκινήσει η συγκρότηση των ψηφοδελτίων, η ηγεσία της ΕΛΑΣ θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα:
Η επιλογή αυτή θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία του νέου εγχειρήματος.
Η μέχρι σήμερα στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να του αποδίδει δημοσκοπικά, καθώς η προσωπική του απήχηση αποδεικνύεται ισχυρότερη από την οργανωτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, η επιτυχία αυτή συνοδεύεται από ένα πολιτικό κόστος. Η παρατεταμένη αναμονή στην οποία βρίσκονται δεκάδες πρώην στελέχη δημιουργεί εσωτερικές τριβές και ενισχύει την εικόνα ενός κόμματος που διαμορφώνεται με αυστηρά προσωποκεντρικά κριτήρια.
Εάν ο στόχος της ΕΛΑΣ είναι να εξελιχθεί σε έναν ευρύ προοδευτικό πόλο εξουσίας, η επόμενη φάση δεν θα κριθεί μόνο από τις δημοσκοπήσεις, αλλά και από την ικανότητα του Αλέξη Τσίπρα να μετατρέψει την προσωπική πολιτική του δυναμική σε συλλογικό πολιτικό σχέδιο. Διαφορετικά, το νέο εγχείρημα κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι αναπαράγει τον ίδιο αρχηγοκεντρικό τρόπο λειτουργίας που επί χρόνια κατηγορούσε μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ.
Πηγή: pagenews.gr