Η φετινή ΔΕΘ μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα τεράστιο λογιστικό γραφείο.
Δισεκατομμύρια προστίθενται, εκατομμύρια αφαιρούνται, φόροι μειώνονται, συντάξεις επανέρχονται στα προγράμματα, μισθοί ανεβαίνουν στις εξαγγελίες και κάθε πολιτικό κόμμα εμφανίζεται με τη δική του αριθμομηχανή για να αποδείξει ότι το δικό του σχέδιο «βγαίνει».
Μόνο που πίσω από αυτή τη μάχη αριθμών βρίσκεται μια πολύ πιο ουσιαστική πολιτική συζήτηση.
Δεν αρκεί να ξέρουμε πόσο κοστίζει ένα μέτρο. Πρέπει να ξέρουμε ποιος το πληρώνει, ποιος ωφελείται και ποια οικονομία επιχειρεί να δημιουργήσει.
Και αυτή είναι ίσως η συζήτηση που κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον θόρυβο της ΔΕΘ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε από τη Θεσσαλονίκη το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πολιτικής αντιπαράθεσης.
Όταν ρωτήθηκε για την επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού στο Δημόσιο, η απάντησή του ήταν απολύτως λογιστική:
«Ο προϋπολογισμός δεν αντέχει 13η σύνταξη και 13ο μισθό στο Δημόσιο. Πολύ απλά, δεν βγαίνουν οι αριθμοί».
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αν προστεθούν οι συγκεκριμένες δαπάνες στις υπόλοιπες προτάσεις της αντιπολίτευσης, το δημοσιονομικό κόστος γίνεται μη διαχειρίσιμο.
Και ο Μητσοτάκης προειδοποίησε ήδη ότι μέχρι τις εκλογές του 2027 περιμένει ένα «κρεσέντο παροχολογίας».
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη γραμμή της προεκλογικής σύγκρουσης: η Νέα Δημοκρατία θέλει να εμφανιστεί ως ο πολιτικός εγγυητής ότι η Ελλάδα δεν θα επιστρέψει στη λογική “δώσε τα όλα” χωρίς δημοσιονομικό λογαριασμό.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.
Όταν μια οικονομία παράγει υψηλότερα δημόσια έσοδα, όταν η κυβέρνηση προβάλλει την ανάπτυξη και όταν η χώρα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, το ερώτημα της αντιπολίτευσης γίνεται αναπόφευκτο:
Γιατί δεν μπορεί μεγαλύτερο μέρος αυτού του δημοσιονομικού αποτελέσματος να επιστρέψει σε μισθωτούς, συνταξιούχους και νοικοκυριά;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πραγματική σύγκρουση.
Όχι στο αν χρειάζεται κοστολόγηση — προφανώς χρειάζεται.
Αλλά στο πού επιλέγει κάθε κυβέρνηση να διαθέσει τον δημοσιονομικό χώρο που έχει στη διάθεσή της.
Γιατί και το να μειώνεις έναν φόρο είναι πολιτική επιλογή.
Και το να αυξάνεις μία κοινωνική δαπάνη είναι πολιτική επιλογή.
Και το να αποπληρώνεις ταχύτερα το δημόσιο χρέος αντί να χρηματοδοτείς μία νέα παροχή είναι επίσης πολιτική επιλογή.
Η αριθμητική περιγράφει το κόστος. Δεν αποφασίζει την πολιτική.
Η σύγκρουση Μητσοτάκη με το ΠΑΣΟΚ δείχνει ακριβώς πώς θα κινηθεί η επόμενη περίοδος.
Το ΠΑΣΟΚ έχει επαναφέρει δυναμικά τη συζήτηση για τη 13η σύνταξη, ενώ η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο διεκδικήσεων και πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η κυβέρνηση απαντά ζητώντας κοστολόγηση.
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να απαντήσει ότι οι προτάσεις του είναι κοστολογημένες και κοινωνικά δικαιότερες.
Άρα η διαφωνία δεν είναι μόνο λογιστική.
Είναι σύγκρουση για το πόσο μεγάλο μέρος των διαθέσιμων πόρων πρέπει να κατευθυνθεί σε μόνιμες εισοδηματικές ενισχύσεις και πόσο πρέπει να παραμείνει ως δημοσιονομικό απόθεμα ασφαλείας.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση σε διαφορετικό πεδίο.
Με την «Πατριωτική Εισφορά» προτείνει ετήσια επιβάρυνση 1% στην καθαρή περιουσία του πλουσιότερου 1% των Ελλήνων, σε αντικατάσταση άλλων γενικών επιβαρύνσεων πάνω στην ίδια περιουσία.
Η πολιτική στόχευση είναι εμφανής: να μεταφέρει τη συζήτηση από το «πόσα μπορεί να δώσει το κράτος» στο «ποιος πρέπει να πληρώνει περισσότερο για να μπορεί το κράτος να δώσει περισσότερα».
Όμως και εδώ η πολιτική εξαγγελία συναντά τη δύσκολη πραγματικότητα της εφαρμογής.
Τι ακριβώς περιλαμβάνεται στην καθαρή περιουσία;
Πώς αποτιμώνται συμμετοχές σε μη εισηγμένες επιχειρήσεις;
Πώς αντιμετωπίζονται εταιρικά και επενδυτικά σχήματα;
Πώς αποφεύγεται η μεταφορά κεφαλαίων ή φορολογικής κατοικίας;
Η ίδια η ΕΛ.Α.Σ. διευκρίνισε ότι η εισφορά θα αφορά υψηλή κινητή και ακίνητη περιουσία — μετοχές, ομόλογα και καταθέσεις μεταξύ άλλων — και όχι τη συζήτηση που προκλήθηκε για κοσμήματα σε θυρίδες.
Άρα και εδώ το σύνθημα πρέπει κάποια στιγμή να γίνει φορολογικός μηχανισμός.
Κάπου εδώ εμφανίζεται το πραγματικό πρόβλημα.
Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, η πολιτική συζήτηση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε δημοπρασία αριθμών.
Ο ένας υπόσχεται μεγαλύτερο μισθό.
Ο άλλος περισσότερες φοροελαφρύνσεις.
Ο τρίτος επαναφέρει συντάξεις.
Ο τέταρτος φορολογεί περισσότερο τον πλούτο.
Και στο τέλος ο ψηφοφόρος καλείται να συγκρίνει αριθμούς που πολλές φορές αφορούν διαφορετικά έτη, διαφορετικές δημοσιονομικές παραδοχές και διαφορετικές ομάδες πολιτών.
Η ΔΕΘ υπήρξε ιστορικά χώρος παρουσίασης οικονομικής πολιτικής.
Σήμερα κινδυνεύει να μετατραπεί σε πολιτικό χρηματιστήριο υποσχέσεων, όπου η αξία κάθε εξαγγελίας μετριέται πρώτα από το μέγεθος του αριθμού της.
Υπάρχει όμως κάτι που καμία κοστολόγηση από μόνη της δεν μπορεί να απαντήσει.
Δύο προγράμματα μπορεί να κοστίζουν ακριβώς το ίδιο και να έχουν εντελώς διαφορετικό κοινωνικό αποτέλεσμα.
Ένα δισ. ευρώ μπορεί να κατευθυνθεί σε οριζόντια φορολογική μείωση.
Μπορεί να δοθεί σε συνταξιούχους.
Μπορεί να χρηματοδοτήσει επενδύσεις.
Μπορεί να μειώσει ασφαλιστικές εισφορές.
Μπορεί να πάει σε παιδεία, υγεία ή στέγη.
Όλες οι επιλογές έχουν το ίδιο λογιστικό κόστος των €1 δισ.
Δεν έχουν όμως την ίδια πολιτική φιλοσοφία ούτε τους ίδιους κερδισμένους.
Γι’ αυτό η ουσιαστική ερώτηση προς κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν μπορεί να σταματά στο «πού θα βρείτε τα λεφτά;»
Πρέπει να συνεχίζει:
«Πού ακριβώς θέλετε να πάνε τα λεφτά — και γιατί εκεί;»
Αυτό είναι τελικά το πολιτικό ενδιαφέρον της φετινής ΔΕΘ.
Ο Μητσοτάκης επενδύει στη δημοσιονομική αξιοπιστία, στη σταδιακή αύξηση εισοδημάτων και σε παρεμβάσεις που η κυβέρνηση θεωρεί συμβατές με τις αντοχές του προϋπολογισμού.
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να πιέσει για μεγαλύτερη κοινωνική αναδιανομή και αποκατάσταση εισοδηματικών απωλειών.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να ξαναφέρει στο κέντρο της συζήτησης τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και την αναδιανομή, με την «Πατριωτική Εισφορά» ως πολιτικό σύμβολο του σχεδίου του.
Και οι τρεις, όμως, θα κριθούν στο ίδιο σημείο:
όχι μόνο αν βγαίνουν οι αριθμοί, αλλά αν βγαίνει η ζωή των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται.
Το Documento περιγράφει τη φετινή εικόνα ως τη ΔΕΘ των «λογιστών», ασκώντας σκληρή κριτική τόσο στην κυβέρνηση όσο και στον Αλέξη Τσίπρα.
Πίσω από την πολεμική διατύπωση υπάρχει πράγματι ένα ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα.
Η δημοσιονομική υπευθυνότητα είναι απαραίτητη. Η Ελλάδα γνωρίζει καλύτερα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες τι συμβαίνει όταν η πολιτική αγνοεί επί χρόνια τους αριθμούς.
Αλλά και το αντίστροφο είναι εξίσου σημαντικό:
η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα Excel που απλώς «βγαίνει».
Οι αριθμοί είναι το όριο μέσα στο οποίο ασκείται πολιτική. Δεν είναι η ίδια η πολιτική.
Και μέχρι τις εκλογές του 2027, Μητσοτάκης, Ανδρουλάκης και Τσίπρας θα πρέπει να απαντήσουν σε κάτι δυσκολότερο από την κοστολόγηση των προγραμμάτων τους:
ποια Ελλάδα θέλουν να χρηματοδοτήσουν με αυτά τα χρήματα.
Πηγή: pagenews.gr