Η Μυτιλήνη αποτέλεσε το βήμα από το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να επαναφέρει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τη συνολική κριτική του απέναντι στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Με μια ομιλία υψηλών πολιτικών τόνων, ο επικεφαλής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης περιέγραψε μια χώρα που –κατά την εκτίμησή του– επιβαρύνεται από τρεις παράλληλες κρίσεις: την ακρίβεια, τη διαφθορά και την απαξίωση των θεσμών.
«Η χώρα μας, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, έχει τρία μεγάλα βάρη: το βάρος της ακρίβειας, το βάρος της διαφθοράς και το βάρος της πρωτοφανούς κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς», δήλωσε χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα της πολιτικής του παρέμβασης.
Η κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, απορρίπτει την εικόνα αυτή, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ισχυρότερη οικονομική θέση από ό,τι πριν από επτά χρόνια, με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, σημαντική μείωση της ανεργίας, ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και αυξημένες ξένες επενδύσεις.
Η ακρίβεια στο επίκεντρο της πολιτικής σύγκρουσης
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο πρώην πρωθυπουργός στο ζήτημα του κόστους ζωής, υποστηρίζοντας ότι η επιβάρυνση των νοικοκυριών θυμίζει τις πιο δύσκολες περιόδους της οικονομικής κρίσης.
«Η ακρίβεια είναι σαν ένα αόρατο μνημόνιο. Σήμερα δεν έχουμε οριζόντιες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, έχουμε όμως μια ανάλογη –ίσως και βαρύτερη για κάποιους– μείωση της αγοραστικής δύναμης», ανέφερε.
Μάλιστα επικαλέστηκε δημοσκοπικά ευρήματα για να ενισχύσει το επιχείρημά του.
«Έτριβα τα μάτια μου όταν είδα τις δημοσκοπήσεις. Οι πολίτες απαντούν ότι περνούσαν καλύτερα το 2019, δηλαδή μέσα στα μνημόνια. Το λένε γιατί σήμερα αισθάνονται στην τσέπη τους αυτόν τον αόρατο φόρο της ακρίβειας», υποστήριξε.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το αυξημένο κόστος ζωής αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για τα νοικοκυριά, αποδίδοντας όμως μεγάλο μέρος των πιέσεων στις διεθνείς πληθωριστικές εξελίξεις που ακολούθησαν την ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, προβάλλει ως αντίβαρο τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, τις φορολογικές μειώσεις και τα μέτρα στήριξης των εισοδημάτων.
ΟΠΕΚΕΠΕ και διαφθορά
Στο επίκεντρο της ομιλίας βρέθηκε και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, την οποία ο Αλέξης Τσίπρας συνέδεσε με τις καταγγελίες που διατυπώνονται για τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων.
«Η διαφθορά είναι ένας αόρατος φόρος. Κάθε ευρώ που δεν πηγαίνει εκεί που πρέπει, είναι ένα ευρώ λιγότερο για τα δημόσια σχολεία, τα νοσοκομεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες», ανέφερε.
Συνεχίζοντας, εξαπέλυσε ευθεία επίθεση κατά της κυβέρνησης.
«Πρόκειται για ένα μοντέλο διακυβέρνησης που βασίζεται πάνω στην απάτη», δήλωσε, συνδέοντας την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ με το ζήτημα του μη εμβολιασμού των αιγοπροβάτων στη Λέσβο.
«Δεν προχώρησαν στον εμβολιασμό γιατί τότε θα ήταν υποχρεωμένοι να καταγράψουν το πραγματικό ζωικό κεφάλαιο και θα έσκαγε το απόστημα», υποστήριξε.
Η κυβέρνηση απορρίπτει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, επισημαίνοντας ότι οι αρμόδιες αρχές διερευνούν κάθε σχετική υπόθεση και ότι όπου εντοπίζονται παρατυπίες ενεργοποιούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Οι θεσμοί και η εμπιστοσύνη των πολιτών
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο πρώην πρωθυπουργός και για τη λειτουργία των θεσμών.
«Δεν εμπιστεύονται οι πολίτες τη Δικαιοσύνη. Αυτό δεν είναι απλώς ένα πολιτικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας», τόνισε.
Αναφερόμενος στις πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του πρώην γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, χρησιμοποίησε ακόμη πιο σκληρή γλώσσα.
«Ποτέ άλλοτε δεν ήρθε τόσο κοντά η νύχτα στο Μέγαρο Μαξίμου», είπε χαρακτηριστικά.
Και συνέχισε:
«Άνθρωποι που μιλάνε με τη γλώσσα των μαφιόζων. Πού βρισκόμαστε; Στην Κολομβία ή στην Ελλάδα;»
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει επανειλημμένα απορρίψει ανάλογες αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι η λειτουργία της Δικαιοσύνης είναι ανεξάρτητη και ότι οι πολιτικές επιθέσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις θεσμικές διαδικασίες.
Η Λέσβος ως πολιτικό παράδειγμα
Σημαντικό μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε στα προβλήματα της Λέσβου και ιδιαίτερα της κτηνοτροφίας.
Ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε στις συνομιλίες που είχε με παραγωγούς του νησιού.
«Συγκλονίστηκα όταν κτηνοτρόφος από τον Μεσότοπο μου είπε ότι αναγκάστηκε να σφάξει περίπου 1.800 αιγοπρόβατα και δεν έχει λάβει ούτε ένα ευρώ αποζημίωση», είπε.
Παράλληλα, ζήτησε την άμεση οικονομική ενίσχυση των πληγέντων.
«Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να αποζημιωθούν τώρα, όπως προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί, όχι σε έναν ή δύο χρόνους», ανέφερε.
«Υπάρχουν δύο Ελλάδες»
Ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να δώσει ιδεολογική διάσταση στην αντιπαράθεση, παρουσιάζοντας δύο διαφορετικά μοντέλα χώρας.
«Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Η Ελλάδα της παραγωγής, του μόχθου και της εντιμότητας και η Ελλάδα της λαμογιάς και της ανεντιμότητας», δήλωσε.
Με τη διατύπωση αυτή επιχείρησε να περιγράψει τη βασική πολιτική του αφήγηση, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη πρέπει να στηρίζεται στην παραγωγή και όχι σε πελατειακές πρακτικές.
Η κυβέρνηση, αντίθετα, επιμένει ότι η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών στηρίζεται στην αύξηση των επενδύσεων, στις εξαγωγές, στον τουρισμό και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στο εξωτερικό.
Το μεταφορικό ισοδύναμο
Ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε και στο μεταφορικό ισοδύναμο, υπενθυμίζοντας ότι θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια της δικής του διακυβέρνησης.
«Τα 80 εκατομμύρια που δίνονται σήμερα πρέπει να γίνουν 160 και να καταβάλλονται στην ώρα τους. Είναι θέμα πολιτικής βούλησης», ανέφερε.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι συνεχίζει τη χρηματοδότηση του μέτρου, ενώ εξετάζει παρεμβάσεις για τη βελτίωση της εφαρμογής του, στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων.
Το μήνυμα της επιστροφής
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ως δύναμη κυβερνητικής προοπτικής.
«Δεν ήρθαμε μόνο για να διαμαρτυρόμαστε. Δεν ήρθαμε μόνο για να ασκούμε αντιπολίτευση. Ήρθαμε να δώσουμε ελπίδα, αισιοδοξία και προοπτική. Έχουμε την εμπειρία. Γνωρίζουμε τι θέλουμε να κάνουμε αλλά και πώς θα το κάνουμε», τόνισε.
Η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα σηματοδοτεί την προσπάθειά του να επανέλθει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο με μια συνολική κριτική απέναντι στην κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, το κυβερνητικό στρατόπεδο αντιπαραθέτει τους δείκτες της οικονομίας, τις επενδύσεις, τη μείωση της ανεργίας και τη δημοσιονομική σταθερότητα, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή εικόνα της χώρας δεν συγκρίνεται με εκείνη της περιόδου της οικονομικής κρίσης.
Η πολιτική αντιπαράθεση, όπως διαμορφώνεται, αναμένεται να κινηθεί το επόμενο διάστημα γύρω από δύο διαφορετικές αφηγήσεις: από τη μία, την κριτική της αντιπολίτευσης για την καθημερινότητα, το κόστος ζωής και τη λειτουργία των θεσμών, και από την άλλη, την κυβερνητική έμφαση στη μακροοικονομική πρόοδο, τη σταθερότητα και την αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
