Η στρατηγική της πίεσης επιστρέφει στο προσκήνιο
Η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εισέρχεται σε μια ακόμη πιο επικίνδυνη φάση, καθώς ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει την περαιτέρω κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον της Τεχεράνης. Παρά τις συνεχείς αεροπορικές επιδρομές και τις αυξανόμενες οικονομικές κυρώσεις, η ιρανική ηγεσία δεν δείχνει διατεθειμένη να εγκαταλείψει τις στρατηγικές της επιδιώξεις.
Η κατάρρευση της προσωρινής συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός που είχε επιτευχθεί πριν από έναν μήνα οδηγεί τις δύο πλευρές σε έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης, με ολοένα και μεγαλύτερο κόστος για την περιφερειακή σταθερότητα και την παγκόσμια οικονομία.
Το Στενό του Ορμούζ παραμένει το μεγάλο διακύβευμα
Πίσω από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις βρίσκεται η πραγματική αιτία της κρίσης: ο έλεγχος του Στενού του Ορμούζ, της σημαντικότερης ενεργειακής θαλάσσιας οδού του πλανήτη.
Από το συγκεκριμένο πέρασμα διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου, καθώς και μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Για την Τεχεράνη, το Ορμούζ αποτελεί το ισχυρότερο γεωπολιτικό της χαρτί. Για την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της στον Κόλπο, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην περιοχή αποτελεί αδιαπραγμάτευτη στρατηγική προτεραιότητα.
Η διαφωνία αυτή μετατρέπει τη θαλάσσια δίοδο σε ένα από τα πιο επικίνδυνα γεωπολιτικά σημεία του κόσμου.
Ο Λευκός Οίκος εξετάζει νέους στόχους
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει συζητήσει με τους συνεργάτες του το ενδεχόμενο επέκτασης των αμερικανικών επιχειρήσεων.
Στο τραπέζι βρίσκονται σχέδια για πλήγματα σε:
- εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας,
- στρατηγικές γέφυρες,
- ενεργειακές υποδομές,
- την υπόγεια πυρηνική εγκατάσταση Pickaxe Mountain,
- ακόμη και το νησί Kharg, από όπου πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Παρότι αρκετοί ειδικοί θεωρούν ορισμένα από αυτά τα σενάρια εξαιρετικά υψηλού ρίσκου, η δημόσια συζήτησή τους καταδεικνύει ότι η Ουάσιγκτον αναζητά νέους μοχλούς πίεσης απέναντι στην Τεχεράνη.
Οι αναλυτές βλέπουν κίνδυνο επανάληψης των ίδιων λαθών
Παρά την αυξανόμενη στρατιωτική πίεση, αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι η στρατηγική αυτή δύσκολα θα οδηγήσει σε πολιτική υποχώρηση του Ιράν.
Ο πρώην αναλυτής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για τη Μέση Ανατολή Jonathan Panikoff, σήμερα συνεργάτης του Atlantic Council, υπογραμμίζει ότι:
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι τα νέα πλήγματα θα αναγκάσουν το Ιράν να αλλάξει τη στρατηγική του. Αντίθετα, είναι πιθανότερο να ενισχύσουν την αποφασιστικότητα της ιρανικής ηγεσίας.»
Η εκτίμηση αυτή αντανακλά την ευρύτερη ανησυχία ότι η στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο αντί για διπλωματική λύση.
Το Ιράν απειλεί με επέκταση της σύγκρουσης
Η Τεχεράνη έχει ήδη προειδοποιήσει ότι δεν θα περιορίσει τις απαντήσεις της στον Περσικό Κόλπο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ζητήσει από τους συμμάχους της, τους Χούθι της Υεμένης, να είναι έτοιμοι να κλείσουν το Στενό Bab el-Mandeb, στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες πλήξουν κρίσιμες ενεργειακές υποδομές του Ιράν.
Εάν επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο σενάριο, θα τεθούν υπό απειλή δύο από τις σημαντικότερες ενεργειακές και εμπορικές αρτηρίες του πλανήτη: το Ορμούζ και το Bab el-Mandeb.
Η ενεργειακή ασφάλεια ξανά στο επίκεντρο
Η διεθνής αγορά παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία τις εξελίξεις.
Η παραμικρή διαταραχή στη ναυσιπλοΐα του Περσικού Κόλπου ή της Ερυθράς Θάλασσας θα μπορούσε να προκαλέσει:
- νέα άνοδο στις τιμές του πετρελαίου,
- αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου,
- ενίσχυση του παγκόσμιου πληθωρισμού,
- νέες πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες,
- επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης.
Οι ενεργειακές αγορές αντιδρούν ήδη νευρικά σε κάθε πληροφορία που αφορά πιθανή επέκταση των συγκρούσεων.
Ο πολιτικός κίνδυνος για τον Τραμπ
Η νέα κρίση δημιουργεί και σοβαρές πολιτικές προκλήσεις για τον Αμερικανό πρόεδρο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος περιορισμό των αμερικανικών στρατιωτικών εμπλοκών στο εξωτερικό και επικέντρωση στην οικονομία.
Ωστόσο, η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με το Ιράν απειλεί να εξελιχθεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, με σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κόστος, ιδιαίτερα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αφορά πλέον αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Πρόκειται για μια σύγκρουση γεωοικονομίας, ενεργειακής ασφάλειας και ελέγχου των θαλάσσιων εμπορικών διαδρόμων. Όποιος ελέγχει τα στρατηγικά περάσματα του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας αποκτά σημαντική επιρροή στις διεθνείς αγορές ενέργειας και στο παγκόσμιο εμπόριο.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και να περιορίσει τη στρατηγική επιρροή του Ιράν. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, χρησιμοποιεί τη γεωγραφική της θέση ως βασικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, γνωρίζοντας ότι κάθε αναταραχή στην περιοχή μπορεί να επηρεάσει τις τιμές της ενέργειας και τη διεθνή οικονομία.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η στρατηγική της πίεσης θα οδηγήσει σε νέα διαπραγμάτευση ή αν θα εγκλωβίσει τις δύο πλευρές σε έναν κύκλο κλιμάκωσης χωρίς ξεκάθαρη διέξοδο
Πηγή: pagenews.gr
