Από τη Συνταγματική Αναθεώρηση στη μάχη για την επόμενη τετραετία
Μετωπική επίθεση στο ΠΑΣΟΚ, σαφή προεκλογικά διλήμματα και ένα πρώτο περίγραμμα της κυβερνητικής ατζέντας έως το 2030 περιείχε η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε σε έναν εσωκομματικό απολογισμό. Επιχείρησε να μετατρέψει τη Συνταγματική Αναθεώρηση, τη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και τις εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ σε τρία πεδία πολιτικής σύγκρουσης με την αντιπολίτευση.
Στην πράξη, η τοποθέτησή του σηματοδότησε την είσοδο της κυβέρνησης σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, με τη Νέα Δημοκρατία να επιδιώκει να επαναφέρει στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης το δίλημμα ανάμεσα στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και στην επιστροφή, όπως υποστηρίζει, στην πολιτική αστάθεια και στον λαϊκισμό.
Η ομιλία επικεντρώθηκε στη Συνταγματική Αναθεώρηση και στην προετοιμασία των κυβερνητικών θέσεων ενόψει της ΔΕΘ, ενώ ο πρωθυπουργός παρουσίασε τις προτεινόμενες αλλαγές ως «τομή για την Ελλάδα του 2030».
Σκληρή επίθεση στο ΠΑΣΟΚ για το «παρών»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να ξεκινήσει την πολιτική του αντεπίθεση από τη στάση του ΠΑΣΟΚ στη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δήλωσε «παρών» στα άρθρα για τα οποία είχε καταθέσει διαφορετικές προτάσεις, ενώ καταψήφισε τις υπόλοιπες κυβερνητικές εισηγήσεις. Η Νέα Δημοκρατία, αντίθετα, δήλωσε ότι στηρίζει συνολικά το δικό της πακέτο αναθεώρησης.
Ο πρωθυπουργός παρουσίασε την επιλογή του ΠΑΣΟΚ όχι ως θεσμική επιφύλαξη, αλλά ως προσπάθεια αποφυγής πολιτικού κόστους.
«Απαράδεκτο ένα θεσμικό, υποτίθεται, κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ να συμφωνεί στην Αναθεώρηση με 15 από τις θέσεις μας και μετά να κρύβεται πίσω από ένα δειλό “παρών”, που το κάνει απόν από τη μάχη για τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της πατρίδας μας.»
Η φράση αυτή αποτυπώνει τη στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στον Νίκο Ανδρουλάκη: να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως ένα κόμμα που επιδιώκει να εκφράσει τον θεσμικό και μεταρρυθμιστικό χώρο, αλλά διστάζει να συναινέσει όταν η συναίνεση μπορεί να προσφέρει πολιτικό πλεονέκτημα στην κυβέρνηση.
Ο κ. Μητσοτάκης κλιμάκωσε την επίθεση, μεταφέροντας τη σύγκρουση από τη συγκυριακή ψηφοφορία στη μακροπρόθεσμη πολιτική αποτίμηση.
«Θα το καταγράψει η Ιστορία, δείχνοντας ποιο κόμμα θέλει και μπορεί να συγκρουστεί με τις αγκυλώσεις του χθες και ποιες δυνάμεις προτιμούν να μένουν αμήχανοι θεατές.»
Το πολιτικό σχέδιο πίσω από την επίθεση
Η σύγκρουση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των άρθρων. Αφορά και το ποιο κόμμα θα κατοχυρώσει στην κοινή γνώμη την ταυτότητα της μεταρρυθμιστικής δύναμης.
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως τον βασικό φορέα θεσμικών αλλαγών και το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη που, παρά την κεντρώα του παράδοση, επιλέγει την τακτική απόσταση από την κυβέρνηση ακόμη και όταν υπάρχουν σημεία σύγκλισης.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, αυτό είναι κρίσιμο ενόψει των επόμενων εκλογών. Η μάχη δεν θα δοθεί μόνο απέναντι στα κόμματα της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης, αλλά κυρίως στον χώρο του πολιτικού Κέντρου, όπου η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ διεκδικούν ψηφοφόρους με κοινές αναφορές στη σταθερότητα, στην ευρωπαϊκή πορεία και στις μεταρρυθμίσεις.
Η επίθεση Μητσοτάκη δείχνει ότι η κυβέρνηση θεωρεί το ΠΑΣΟΚ τον βασικό ανταγωνιστή για το εκλογικό ακροατήριο που δεν επιθυμεί ούτε πολιτική ανατροπή ούτε ανεξέλεγκτες παροχές, αλλά ζητεί ταυτόχρονα αποτελεσματικό κράτος, κοινωνική προστασία και θεσμικές εγγυήσεις.
Οι μεγάλες αλλαγές που προβάλλει η κυβέρνηση
Ο πρωθυπουργός συνέδεσε τη Συνταγματική Αναθεώρηση με μια ευρύτερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του κράτους.
Στις κυβερνητικές κατευθύνσεις περιλαμβάνονται αλλαγές στον τρόπο διερεύνησης ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών υπουργών, επαναπροσδιορισμός της μονιμότητας στο Δημόσιο σε συνδυασμό με την αξιολόγηση, θεσμικά αναχώματα απέναντι σε νέες δημοσιονομικές εκτροπές και συνταγματική ενίσχυση της υποχρέωσης της Πολιτείας για προσιτή στέγη.
Ο κ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Βουλή δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δικαστήριο με βάση τις κομματικές σκοπιμότητες, στέλνοντας μήνυμα ότι η κυβέρνηση θέλει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι υποθέσεις πιθανών ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων.
Η κυβερνητική στόχευση είναι διπλή: από τη μία να απαντήσει στην κοινωνική δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και από την άλλη να εμφανίσει τη ΝΔ ως δύναμη που δεν φοβάται να αγγίξει δύσκολα θεσμικά ζητήματα.
Η ΔΕΘ ως «καθρέφτης της αλήθειας»
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο της ομιλίας ήταν η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Ο πρωθυπουργός την περιέγραψε ως πεδίο στο οποίο θα κριθεί τόσο η αξιοπιστία της κυβέρνησης όσο και η σοβαρότητα των προτάσεων της αντιπολίτευσης.
«Καθρέφτης της αλήθειας για όλους και τεστ αξιοπιστίας η φετινή ΔΕΘ.»
Με αυτή τη φράση ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να μετατοπίσει τη συζήτηση από το ύψος των εξαγγελιών στη δυνατότητα πραγματικής χρηματοδότησής τους.
Επιτέθηκε σε όσους υπόσχονται φορολόγηση μόνο του πλουσιότερου 1%, υποστηρίζοντας ότι όταν κυβέρνησαν επιβάρυναν το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας, ενώ άσκησε κριτική και σε κόμματα που αρνούνται την κοστολόγηση των προγραμμάτων τους από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.
«Θα κριθούν όσοι λένε ότι τάχα θα φορολογήσουν το 1% του πλούτου και όταν κυβέρνησαν φορολόγησαν το 99% των Ελλήνων, μειώνοντας τους φόρους μόνο στα καζίνο.»
Και συνέχισε:
«Θα κριθούν και όσοι δείχνουν σοβαροί, αλλά αρνούνται την κοστολόγηση των εξαγγελιών τους, λέγοντας ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους κάνει “μπακάλικους υπολογισμούς”.»
Στο επίκεντρο η μεσαία τάξη
Ο πρωθυπουργός έδωσε το πρώτο καθαρό στίγμα των εξαγγελιών της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη.
Η στόχευση θα είναι η μεσαία τάξη, με ιδιαίτερη αναφορά στους ελεύθερους επαγγελματίες και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις — δύο κοινωνικές και επαγγελματικές κατηγορίες που έχουν δεχθεί ισχυρή πίεση από το κόστος ζωής, τη φορολογία και το αυξημένο λειτουργικό κόστος.
«Οι ανακοινώσεις θα αφορούν τη στήριξη της μεσαίας τάξης, με ιδιαίτερη έμφαση σε ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίους.»
Η επιλογή δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Η μεσαία τάξη αποτέλεσε κεντρικό πυλώνα της εκλογικής επικράτησης της Νέας Δημοκρατίας το 2019 και το 2023, όμως τα τελευταία χρόνια έχει εμφανίσει σημάδια κόπωσης.
Η ακρίβεια, η στέγαση, το κόστος ενέργειας, οι ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις, καθώς και η αίσθηση ότι η ανάπτυξη δεν μεταφέρεται με τον ίδιο ρυθμό στο διαθέσιμο εισόδημα, συνθέτουν ένα δύσκολο πολιτικό περιβάλλον.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ότι αντιλαμβάνεται αυτή την πίεση και θέλει να χρησιμοποιήσει τη ΔΕΘ όχι μόνο για την ανακοίνωση άμεσων μέτρων, αλλά και για την παρουσίαση ενός ευρύτερου αναπτυξιακού και μεταρρυθμιστικού σχεδίου.
«Μην περιμένετε κατάλογο ετήσιων εξαγγελιών, αλλά οδικό χάρτη προς τα επόμενα καλύτερα χρόνια.»
Το σχέδιο για την Ελλάδα του 2030
Ο πρωθυπουργός κάλεσε τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να μεταφέρουν στην κυβέρνηση τα αιτήματα των τοπικών κοινωνιών, δίνοντας έμφαση σε λύσεις που θα είναι ορατές στην καθημερινότητα των πολιτών.
«Εστιάζουμε στα “θέλω” της κοινωνίας, στις ορατές λύσεις σε πραγματικά προβλήματα.»
Παράλληλα, προανήγγειλε ότι το κυβερνητικό σχέδιο που θα παρουσιαστεί στη ΔΕΘ θα συνδυάζει άμεσα μέτρα και μεταρρυθμίσεις με σταδιακή απόδοση.
«Στη ΔΕΘ θα είμαστε συγκεκριμένοι στο σχέδιό μας για την Ελλάδα του 2030, με μέτρα άμεσα, αλλά και μεταρρυθμίσεις που θα αποδίδουν σταδιακά.»
Το μήνυμα αυτό δείχνει ότι το Μέγαρο Μαξίμου δεν θέλει η φετινή ΔΕΘ να περιοριστεί σε ένα παραδοσιακό πακέτο φοροελαφρύνσεων. Στόχος είναι να παρουσιαστεί μια συνολική αφήγηση για την επόμενη κυβερνητική περίοδο, με έμφαση στη σταθερότητα, στις επενδύσεις, στην αλλαγή του κράτους και στη σταδιακή βελτίωση των εισοδημάτων.
Η ακρίβεια και οι διεθνείς κίνδυνοι
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε την οικονομική πολιτική και με τις διεθνείς εξελίξεις, επισημαίνοντας ότι η νέα ένταση στα Στενά του Ορμούζ δημιουργεί ασταθές περιβάλλον και μπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών.
«Η τελευταία ένταση στο Ορμούζ δημιουργεί εκ νέου ασταθές σκηνικό που μεταφράζεται αυτόματα σε αυξήσεις.»
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει να αποδώσει ένα μέρος των πληθωριστικών πιέσεων σε εξωτερικούς παράγοντες, χωρίς όμως να αρνείται την ανάγκη εσωτερικών παρεμβάσεων.
«Ευθύνη μας είναι να δημιουργούμε διαρκώς αναχώματα στην εισαγόμενη ακρίβεια, με την εξάντληση κάθε δημοσιονομικού περιθωρίου.»
Το πολιτικό στοίχημα για την κυβέρνηση είναι δύσκολο: πρέπει να διατηρήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία, να αποτρέψει νέες πληθωριστικές πιέσεις και ταυτόχρονα να ενισχύσει τα εισοδήματα πριν από την εκλογική αναμέτρηση.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Αντεπίθεση κατά της αντιπολίτευσης
Το τρίτο μέτωπο της πρωθυπουργικής ομιλίας αφορούσε τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι κατέρρευσε ακόμη μία καταγγελία που είχε χρησιμοποιηθεί από την αντιπολίτευση για να πλήξει την κυβέρνηση και κατηγόρησε πολιτικούς αντιπάλους και μέσα ενημέρωσης για συστηματική παραγωγή τοξικότητας.
«Κατέρρευσε ένας ακόμη πύργος από λάσπη που έχτιζε επί μήνες η αντιπολίτευση.»
Ο πρωθυπουργός υιοθέτησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, συνδέοντας το τοξικό πολιτικό κλίμα με τη βία.
«Οι εργολάβοι της τοξικότητας να αναλογιστούν πώς διέσυραν συναδέλφους τους με τις αθλιότητές τους και πώς προσφέρουν ιδεολογικό οξυγόνο στις φλόγες της βίας.»
Αναφέρθηκε μάλιστα στη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα, υποστηρίζοντας ότι η ακραία ρητορική μπορεί να δημιουργεί περιβάλλον κοινωνικής και πολιτικής έντασης.
«Πολιτική επιλογή των αντιπάλων μας είναι το δηλητήριο του λαϊκισμού, με μόνο στόχο τη φθορά της κυβέρνησης.»
Η συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας
Η ομιλία είχε σαφή εσωκομματικό χαρακτήρα.
Ο πρωθυπουργός ζήτησε από τους βουλευτές να λειτουργήσουν ως δίαυλοι επικοινωνίας με την κοινωνία, να μεταφέρουν προτάσεις και να υπερασπιστούν πιο επιθετικά το κυβερνητικό έργο.
Η πρόσκληση να καταθέσουν εισηγήσεις στο Γραφείο του Αντιπροέδρου δείχνει προσπάθεια μεγαλύτερης συμμετοχής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στη διαμόρφωση του πολιτικού προγράμματος.
Η κίνηση έχει και εσωκομματική διάσταση. Σε περιόδους φθοράς, οι κυβερνητικοί βουλευτές βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με την κοινωνική δυσαρέσκεια στις περιφέρειές τους. Η ενεργός συμμετοχή τους στην προετοιμασία της ΔΕΘ μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο συσπείρωσης και περιορισμού των εσωτερικών αποστάσεων.
Το δίλημμα της κάλπης
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ότι θέλει οι επόμενες εκλογές να έχουν χαρακτήρα δημοψηφίσματος για τη συνέχιση της κυβερνητικής πορείας.
«Η Κυριακή της κάλπης είναι η κρισιμότερη μάχη που έχουμε δώσει. Θα κρίνει αν η πατρίδα θα συνεχίσει να προοδεύει ή θα χάσει σε μία στιγμή όσα κατέκτησε με κόπο εδώ και επτά χρόνια.»
Απέρριψε την ιδέα μιας χαλαρής ή «δοκιμαστικής» ψήφου και προειδοποίησε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για πειραματισμούς.
«Δεν υπάρχουν δοκιμαστικές εκλογές διαμαρτυρίας, πρόβες τζενεράλε με δήθεν μηνύματα και περιθώρια για ρίσκα καταστροφής.»
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να επαναφέρει το δίλημμα σταθερότητας που της απέδωσε εκλογικά στο παρελθόν. Η στρατηγική της βασίζεται στην εκτίμηση ότι μεγάλο μέρος των πολιτών μπορεί να είναι δυσαρεστημένο, αλλά δεν έχει ακόμη πειστεί ότι υπάρχει ασφαλής και αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
«Τρίτη τετραετία για να μη γυρίσουμε τρεις τετραετίες πίσω»
Η πιο καθαρή προεκλογική αναφορά του πρωθυπουργού ήταν η υπεράσπιση του στόχου για τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία.
«Γιατί μία τρίτη τετραετία; Για να μη γυρίσουμε τρεις τετραετίες πίσω.»
Με αυτή τη φράση ο Κυριάκος Μητσοτάκης συμπύκνωσε το κεντρικό αφήγημα που αναμένεται να προβάλλει η Νέα Δημοκρατία έως τις εκλογές: ότι μια πολιτική αλλαγή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα, την επενδυτική πορεία και τις μεταρρυθμίσεις.
«Η πατρίδα μας δεν αντέχει ούτε να πισωγυρίσει ούτε να αιχμαλωτιστεί σε αδιέξοδα ακυβερνησίας ή διακομματικών παζαριών. Ζητά καθαρές λύσεις, καθαρούς ορίζοντες, σταθερό και έμπειρο χέρι στο τιμόνι της.»
Η ομιλία του πρωθυπουργού αποκάλυψε τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα κινηθεί η κυβερνητική στρατηγική το επόμενο διάστημα.
Πρώτον, η Νέα Δημοκρατία θα επιδιώξει να μονοπωλήσει την έννοια της θεσμικής μεταρρύθμισης, πιέζοντας το ΠΑΣΟΚ να επιλέξει ανάμεσα στη συναίνεση και στην αντιπολιτευτική διαφοροποίηση.
Δεύτερον, θα επιχειρήσει να επανασυνδεθεί με τη μεσαία τάξη μέσω στοχευμένων μέτρων, χωρίς να εγκαταλείψει τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Τρίτον, θα ανεβάσει τους τόνους απέναντι στην αντιπολίτευση, παρουσιάζοντας την κριτική της ως πολιτική τοξικότητα και λαϊκισμό.
Τέταρτον, θα επαναφέρει το δίλημμα της πολιτικής σταθερότητας, προειδοποιώντας ότι οι εκλογές δεν προσφέρονται για ψήφο διαμαρτυρίας.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το επιχείρημα της σταθερότητας από μόνο του δεν αρκεί. Για να παραμείνει κυρίαρχη, πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει τη σταθερότητα σε καλύτερα εισοδήματα, λειτουργικότερο κράτος, προσιτή στέγη και ορατή βελτίωση της καθημερινότητας.
Η φετινή ΔΕΘ θα είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμασία αυτής της στρατηγικής. Εκεί θα φανεί εάν ο «οδικός χάρτης για την Ελλάδα του 2030» θα περιλαμβάνει μέτρα ικανά να ανακτήσουν τη χαμένη εμπιστοσύνη ή θα παραμείνει κυρίως ένα ισχυρό προεκλογικό αφήγημα.
