Τέσσερις διαφορετικές διαδρομές για την εξέλιξη της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών εξετάζει η Rystad Energy, επιχειρώντας να αποτυπώσει τις πιθανές συνέπειες για τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Η ανάλυση καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των πιθανών εξελίξεων: από την πλήρη επίλυση της κρίσης και την επιστροφή της αγοράς στην κανονικότητα, μέχρι την επανέναρξη των εχθροπραξιών και την ταυτόχρονη διακοπή της ναυσιπλοΐας σε δύο από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του κόσμου.
Ως πιθανότερο ενδεχόμενο αξιολογείται μια περιορισμένη συμφωνία, χωρίς οριστική επίλυση των προβλημάτων. Ωστόσο, η ενεργειακή εταιρεία δεν αποκλείει ούτε μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας ούτε μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει ισχυρό σοκ στην προσφορά.
Πλήρης επίλυση της κρίσης με πιθανότητα μόλις 5%
Το ευνοϊκότερο σενάριο για τις αγορές είναι η πλήρης διπλωματική επίλυση της κρίσης. Η Rystad Energy, πάντως, του αποδίδει πιθανότητα μόλις 5%, καθώς για να πραγματοποιηθεί θα απαιτούνταν σημαντικές υποχωρήσεις και από τις δύο πλευρές.
Μια τέτοια εξέλιξη θα προϋπέθετε άμεση αποκλιμάκωση, δεσμευτικούς περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, άρση των διεθνών κυρώσεων και πλήρη αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στην περιοχή.
Σε αυτή την περίπτωση, το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου που έχει ενσωματωθεί στις τιμές του πετρελαίου θα περιοριζόταν αισθητά. Οι εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο θα επανέρχονταν σταδιακά σε φυσιολογικούς ρυθμούς και τα ασιατικά διυλιστήρια θα αποκτούσαν ξανά πρόσβαση στις ποιότητες όξινου αργού που χρειάζονται για τη λειτουργία τους.
Η αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων θα οδηγούσε σε αποκλιμάκωση των τιμών των πετρελαϊκών προϊόντων και των περιθωρίων κέρδους των διυλιστηρίων. Η πτώση της τιμής του Brent, ωστόσο, δεν θα ήταν απαραίτητα απότομη, καθώς η αυξημένη ζήτηση από τα διυλιστήρια και η πιθανή αναπλήρωση στρατηγικών αποθεμάτων θα μπορούσαν να προσφέρουν στήριξη στην αγορά.
Περιορισμένη συμφωνία το πιθανότερο σενάριο
Η Rystad Energy θεωρεί πιθανότερη, με ποσοστό 40%, την επίτευξη μιας περιορισμένης συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.
Σε αυτό το σενάριο, η ένταση των στρατιωτικών επιθέσεων θα περιοριζόταν και η διπλωματία θα επέστρεφε στο προσκήνιο. Μια ενδιάμεση συμφωνία θα επέτρεπε τη σταδιακή αποκατάσταση μέρους των εμπορικών και ενεργειακών ροών, χωρίς όμως να επιλύει οριστικά το πυρηνικό ζήτημα ή να εξαλείφει τη δυνατότητα του Ιράν να ασκεί πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές.
Η επιστροφή στην κανονικότητα θα απαιτούσε χρόνο. Οι δεξαμενές αποθήκευσης στον Κόλπο θα έπρεπε να αποσυμφορηθούν, τα προγράμματα φόρτωσης να επανασχεδιαστούν και οι ναυτιλιακές εταιρείες να πειστούν ότι οι διαδρομές είναι και πάλι ασφαλείς.
Κατά τη μεταβατική περίοδο, τα περιθώρια διύλισης θα μπορούσαν να παραμείνουν υψηλά. Τα ασιατικά διυλιστήρια θα συνέχιζαν να ανταγωνίζονται για τις διαθέσιμες ποσότητες όξινου αργού, ενώ οι αμερικανικές μονάδες θα αναζητούσαν περισσότερες βαριές ποιότητες από τον Καναδά και τη Νότια Αμερική.
Η Ευρώπη θα απορροφούσε μεγαλύτερες ποσότητες ελαφρού γλυκού αργού και θα αντιμετώπιζε αυξημένο ανταγωνισμό για ντίζελ και άλλα μεσαία αποστάγματα. Οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να υποχωρήσουν από τα υψηλά της κρίσης, αλλά θα διατηρούσαν ένα σημαντικό γεωπολιτικό ασφάλιστρο.
Παρατεταμένη στασιμότητα και ακριβές μεταφορές
Το τρίτο σενάριο, στο οποίο αποδίδεται πιθανότητα 35%, προβλέπει μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας.
Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα επιτυγχανόταν ουσιαστική πολιτική συμφωνία, αλλά ούτε θα επέστρεφε η σύγκρουση σε πλήρη στρατιωτική ένταση. Η παγκόσμια αγορά θα αναγκαζόταν να λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό τη διαρκή απειλή νέων επιθέσεων και διακοπών στις μεταφορές.
Οι εμπορικές διαδρομές θα προσαρμόζονταν, όμως οι ναύλοι, τα ασφάλιστρα των πλοίων και το συνολικό κόστος μεταφοράς θα παρέμεναν αυξημένα.
Καθοριστικής σημασίας θα ήταν η διατήρηση των σαουδαραβικών εξαγωγών από το λιμάνι Γιανμπού, στην Ερυθρά Θάλασσα. Από το συγκεκριμένο λιμάνι εξέρχονται περίπου 4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, εκ των οποίων περίπου 2,5 εκατομμύρια συνεχίζουν προς τον νότο μέσω του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Η ανάλυση της Rystad προϋποθέτει ότι αυτή η διαδρομή θα παραμείνει λειτουργική. Ακόμη και τότε, όμως, η απειλή επιθέσεων θα συνέχιζε να επιβαρύνει τα κόστη ασφάλισης και μεταφοράς.
Εάν το παγκόσμιο έλλειμμα αργού και υγρών καυσίμων διατηρηθεί ή επιδεινωθεί, οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη υψηλότερα. Οι αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων θα περιόριζαν ενδεχομένως τις πιο ακραίες ανατιμήσεις, χωρίς όμως να επιλύσουν το πρόβλημα της ασυμβατότητας ανάμεσα στις διαθέσιμες ποιότητες πετρελαίου και τις τεχνικές ανάγκες των διυλιστηρίων.
Αρκετές ασιατικές μονάδες έχουν σχεδιαστεί για επεξεργασία όξινου αργού και δεν μπορούν εύκολα να το αντικαταστήσουν με ελαφρύτερες ποιότητες. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής τους και να κρατήσει σε υψηλά επίπεδα τις τιμές του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων.
Το ακραίο σενάριο της νέας πολεμικής κλιμάκωσης
Το δυσμενέστερο σενάριο συγκεντρώνει πιθανότητα 20% και προβλέπει κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, επανέναρξη και διεύρυνση των εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, καθώς και διακοπή των ενεργειακών ροών τόσο από τα Στενά του Ορμούζ όσο και από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Μια ταυτόχρονη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα δύο στρατηγικά περάσματα θα δημιουργούσε έλλειμμα πολύ μεγαλύτερο από τις δυνατότητες των εναλλακτικών διαδρομών και των διαθέσιμων μηχανισμών ασφαλείας.
Σε περίπτωση αποκλεισμού του Μπαμπ ελ Μαντέμπ από τους Χούθι, οι σαουδαραβικές εξαγωγές που μεταφέρονται μέσω του Γιανμπού δεν θα μπορούσαν να φτάσουν εύκολα στις ασιατικές αγορές. Η συγκεκριμένη διαδρομή, η οποία χρησιμοποιείται ως εναλλακτική επιλογή για την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ, θα έχανε έτσι μεγάλο μέρος της αξίας της.
Μέρος του πετρελαίου θα μπορούσε να κινηθεί προς τον βορρά, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και του αγωγού SUMED, χωρίς όμως να μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως τις νότιες ροές.
Τα πολύ μεγάλα και πλήρως φορτωμένα δεξαμενόπλοια αντιμετωπίζουν περιορισμούς λόγω μεγέθους και βυθίσματος. Αυτό σημαίνει ότι θα απαιτούνταν μικρότερα πλοία, μερική φόρτωση ή πρόσθετες μεταφορτώσεις, με αποτέλεσμα την περαιτέρω αύξηση του κόστους.
Οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα των πλοίων, στη δυναμικότητα των λιμανιών και των αγωγών θα δυσκόλευαν σημαντικά την αναδρομολόγηση των φορτίων. Το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές θα διευρυνόταν απότομα και οι ελλείψεις κατάλληλων ποιοτήτων αργού θα ενίσχυαν την πίεση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι τιμές του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων θα μπορούσαν να αυξηθούν κατακόρυφα, πλήττοντας τις μεταφορές, τη βιομηχανία και τις περισσότερο ευάλωτες οικονομίες.
Μια συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων θα ήταν πιθανή, αλλά η αποτελεσματικότητά της θα παρέμενε περιορισμένη. Τα διαθέσιμα αποθέματα βρίσκονται σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και δεν είναι πάντοτε συμβατά με τον εξοπλισμό και τις ανάγκες των διυλιστηρίων.
Οι ακραία υψηλές τιμές θα οδηγούσαν τελικά σε περιορισμό της ζήτησης στις οδικές και αεροπορικές μεταφορές, στα πετροχημικά προϊόντα και στις αναδυόμενες οικονομίες που δεν μπορούν εύκολα να απορροφήσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Οι αντοχές της αγοράς περιορίζονται
Το βασικό ερώτημα για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά δεν αφορά πλέον μόνο την ένταση της αντιπαράθεσης, αλλά και το χρονικό διάστημα για το οποίο μπορούν να διατηρηθούν οι φυσικές ροές πετρελαίου.
Μέχρι σήμερα, οι απώλειες από τα Στενά του Ορμούζ έχουν αντισταθμιστεί εν μέρει από τη χρήση αποθεμάτων, από εναλλακτικές διαδρομές και από την ενεργοποίηση πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας.
Τα διαθέσιμα περιθώρια, όμως, μειώνονται. Μεγάλο μέρος της πλεονάζουσας παραγωγής έχει ήδη αξιοποιηθεί, ενώ τα στρατηγικά και εμπορικά αποθέματα βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με την αρχή της κρίσης.
Όσο περισσότερο διαρκούν οι διαταραχές, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος νέων ανατιμήσεων. Η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί κυρίως από τη δυνατότητα διατήρησης των ροών προς την Ασία, από το κατά πόσο τα διυλιστήρια μπορούν να προσαρμοστούν σε διαφορετικές ποιότητες αργού και από την εξέλιξη των διπλωματικών και στρατιωτικών κινήσεων.
Όσο εντονότερη γίνεται η σύγκρουση, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα ανόδου του πετρελαίου. Το τελικό μέγεθος της ανατίμησης θα εξαρτηθεί από το αν η αγορά θα μπορέσει να καλύψει τις φυσικές ελλείψεις ή θα βρεθεί μπροστά σε μια παρατεταμένη απώλεια κρίσιμων ενεργειακών ροών.
Πηγή: Pagenews.gr
