Ο Άδωνις Γεωργιάδης έβαλε με ωμό και πολιτικά καθαρό τρόπο το δίλημμα των επόμενων εκλογών: η Ελλάδα δεν καλείται απλώς να επιλέξει πρώτο κόμμα, αλλά να αποφασίσει εάν την επομένη της κάλπης θα υπάρχει λειτουργική κυβέρνηση.
Με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί μεγάλη δημοσκοπική απόσταση από τους αντιπάλους της, αλλά χωρίς να προκύπτει σήμερα βεβαιότητα αυτοδυναμίας, ο υπουργός προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη περίοδος ακυβερνησίας θα προκαλούσε άμεσο πλήγμα στην οικονομία, στις επενδύσεις και στη λειτουργία του κράτους.
«Ακυβερνησία στην Ελλάδα θα ήταν καταστροφή», είπε, χωρίς να αφήσει περιθώριο παρερμηνείας.
Εκλογές το 2027 και όχι πολιτικά παιχνίδια
Ο Άδωνις Γεωργιάδης εμφανίστηκε βέβαιος ότι οι εθνικές εκλογές θα διεξαχθούν το 2027, στο τέλος της συνταγματικής θητείας.
«Δεν έχω αλλάξει ποτέ γνώμη. Από την αρχή πίστευα ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027», σημείωσε.
Στην πολιτική του ανάγνωση, η επιλογή αυτή απορρέει από τη θεσμική αντίληψη του Κυριάκου Μητσοτάκη.
«Ο Μητσοτάκης είναι θεσμικός άνθρωπος. Του αρέσει η κανονικότητα. Στις κανονικές ευρωπαϊκές χώρες οι κυβερνήσεις δεν κάνουν εκλογές όποτε τις συμφέρει, αλλά όταν προβλέπεται».
Η γραμμή αυτή υπηρετεί δύο στόχους. Πρώτον, ακυρώνει τα σενάρια πρόωρων εκλογών. Δεύτερον, παρουσιάζει την ολοκλήρωση της τετραετίας ως απόδειξη θεσμικής σταθερότητας και όχι ως εκλογικό τακτικισμό.
Η δημοσκοπική εικόνα
Η τελευταία έρευνα της Marc, που πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 23 Ιουλίου σε δείγμα 1.178 ψηφοφόρων, δίνει στη Νέα Δημοκρατία 30,8% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος. Η ΕΛΑΣ ακολουθεί με 16,8% και το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο 11%. Η διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος διαμορφώνεται στις 14 μονάδες.
Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η ΝΔ διατηρεί αδιαμφισβήτητη πολιτική πρωτοκαθεδρία. Δεν αρκεί όμως από μόνο του για να απαντήσει στο ερώτημα της αυτοδυναμίας.
Η εκλογική αριθμητική εξαρτάται από:
- το ακριβές ποσοστό του πρώτου κόμματος,
- τον αριθμό των κομμάτων που θα μπουν στη Βουλή,
- το ποσοστό που θα μείνει εκτός Κοινοβουλίου,
- και τη διασπορά της ψήφου σε μικρότερους σχηματισμούς.
Η σημερινή εικόνα, με πολλά κόμματα γύρω ή πάνω από το όριο του 3%, ενισχύει το ενδεχόμενο μιας ιδιαίτερα κατακερματισμένης Βουλής.
Γιατί οι συνεργασίες δεν είναι αυτονόητες
Ο υπουργός δεν αμφισβήτησε θεωρητικά τη δυνατότητα κυβερνήσεων συνεργασίας. Αμφισβήτησε την πολιτική δυνατότητα να σχηματιστούν με τα σημερινά κόμματα και τις σημερινές ηγεσίες.
«Δεν βλέπω κανένα κόμμα να θέλει να συνεργαστεί με κανένα άλλο κόμμα», είπε.
Η παρατήρηση αυτή αντανακλά ένα υπαρκτό πρόβλημα. Το ΠΑΣΟΚ αποκλείει ή θέτει εξαιρετικά αυστηρούς όρους για συνεργασία με τη ΝΔ. Τα κόμματα δεξιότερα της κυβέρνησης κινούνται σε καταγγελτική γραμμή. Η Αριστερά είναι πολυδιασπασμένη και τα επιμέρους κόμματά της διατηρούν σοβαρές πολιτικές και προσωπικές αντιθέσεις.
Ακόμη και κόμματα που θεωρητικά θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε επιμέρους πολιτικές αποφεύγουν να προαναγγείλουν συνεργασίες, φοβούμενα εκλογική φθορά.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι απλώς μαθηματικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
«Η Ελλάδα δεν είναι Βέλγιο»
Το ισχυρότερο επιχείρημα του Άδωνι αφορά τη λειτουργία του ελληνικού κράτους.
«Όταν σταματάς να έχεις κυβέρνηση, το πρώτο που συμβαίνει στο ελληνικό Δημόσιο είναι ότι σταματούν όλοι να υπογράφουν».
Η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από:
- δημόσιες συμβάσεις,
- διοικητικές εγκρίσεις,
- αδειοδοτήσεις,
- πληρωμές συγχρηματοδοτούμενων έργων,
- αποφάσεις υπουργείων και οργανισμών,
- και την απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων.
Σε περιόδους πολιτικής αβεβαιότητας, η διοίκηση γίνεται περισσότερο αμυντική. Υπηρεσιακοί παράγοντες αποφεύγουν αποφάσεις που μπορεί να αμφισβητηθούν από την επόμενη κυβέρνηση, ενώ επενδυτές και επιχειρήσεις αναμένουν να δουν ποιος θα κυβερνήσει και με ποιο πρόγραμμα.
«Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Βέλγιο ούτε Ιταλία, χώρες που έχουν μάθει να λειτουργούν επί μακρόν χωρίς κανονική κυβέρνηση. Εδώ, χωρίς κυβέρνηση, η μηχανή σταματά», ήταν το νόημα της παρέμβασής του.
Το δίλημμα της αυτοδυναμίας
Η επιχειρηματολογία υπέρ της αυτοδυναμίας δεν στηρίζεται μόνο στην επιθυμία της ΝΔ να κυβερνήσει μόνη της. Στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι εναλλακτικές κυβερνητικές πλειοψηφίες δεν είναι σήμερα ορατές.
Από τη σκοπιά της Νέας Δημοκρατίας, το μήνυμα προς τους ψηφοφόρους θα είναι σαφές:
Η ψήφος στο πρώτο κόμμα δεν αρκεί. Χρειάζεται ποσοστό που να εξασφαλίζει κυβερνησιμότητα.
Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιδιώξει να μετατρέψει τη μεγάλη διαφορά από την αντιπολίτευση σε θετική ψήφο σταθερότητας.
Ο πραγματικός αντίπαλος της ΝΔ
Ο βασικός αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι σήμερα ένα κόμμα που την πλησιάζει δημοσκοπικά. Είναι η φθορά, η χαλαρή ψήφος και η αντίληψη ότι η πρωτιά της είναι εξασφαλισμένη.
Όταν ένα κόμμα προηγείται με διψήφια διαφορά, ένα μέρος των ψηφοφόρων του μπορεί να θεωρήσει ότι έχει την πολυτέλεια να στείλει μήνυμα δυσαρέσκειας σε μικρότερο κόμμα. Αυτό, όμως, μπορεί να μειώσει το ποσοστό του πρώτου κόμματος κάτω από το επίπεδο που απαιτείται για αυτοδυναμία.
Η στρατηγική του Άδωνι Γεωργιάδη αποσκοπεί ακριβώς στην αντιμετώπιση αυτής της χαλαρότητας. Προειδοποιεί ότι η κατακερματισμένη ψήφος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε δημιουργική συνεργασία. Μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο, δεύτερες κάλπες ή ασταθή κυβερνητικά σχήματα.
Η σημερινή δημοσκοπική εικόνα δίνει στη ΝΔ καθαρή πολιτική υπεροχή, αλλά όχι λευκή επιταγή. Το στοίχημα του 2027 θα είναι να πείσει ότι η αυτοδυναμία δεν αποτελεί κομματική πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση οικονομικής και θεσμικής σταθερότητας.
Πηγή: pagenews.gr
