Η όγδοη συνάντηση δεν είναι μια ακόμη διμερής επαφή
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου πραγματοποιεί την όγδοη επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία, όμως αυτή τη φορά η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική.
Παρότι οι δύο ηγέτες εξακολουθούν να εμφανίζουν κοινό μέτωπο απέναντι στο Ιράν, οι τελευταίοι μήνες αποκάλυψαν αποκλίνουσες προσεγγίσεις ως προς τη διαχείριση της ευρύτερης περιφερειακής κρίσης.
Το Ισραήλ βλέπει μόνο το Ιράν
Για τον Νετανιάχου, η βασική αποστολή της επίσκεψης είναι σαφής.
Η ισραηλινή κυβέρνηση επιδιώκει:
- διατήρηση της αμερικανικής πίεσης προς την Τεχεράνη,
- στενότερο συντονισμό για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν,
- διατήρηση της στρατηγικής αποτροπής,
- επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ με νέες αραβικές χώρες.
Ο ίδιος ο Νετανιάχου δήλωσε πριν από την αναχώρησή του ότι «πρώτο θέμα στην ατζέντα είναι το Ιράν», χαρακτηρίζοντάς το κορυφαία απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ.
Ο Τραμπ αλλάζει προτεραιότητες
Στον Λευκό Οίκο, όμως, οι προτεραιότητες φαίνεται να είναι ευρύτερες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιθυμεί να συζητήσει:
- την εφαρμογή της συμφωνίας ασφαλείας στον Λίβανο,
- τη σταδιακή αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από τμήματα του νότιου Λιβάνου,
- τις εξελίξεις στη Συρία,
- τη σταθεροποίηση του μεταπολεμικού περιβάλλοντος στη Μέση Ανατολή.
Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι μετά από μήνες συγκρούσεων απαιτείται μετάβαση από τη στρατιωτική φάση στη διπλωματική διαχείριση.
Το νέο σημείο τριβής: Συρία και Λίβανος
Σύμφωνα με αμερικανικές πληροφορίες, ο Τραμπ έχει ήδη ζητήσει από τον Νετανιάχου να εξετάσει την αναδιάταξη ή σταδιακή αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από περιοχές της Συρίας και του Λιβάνου.
Το αίτημα αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διαφωνίες ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Το Ισραήλ θεωρεί ότι η στρατιωτική παρουσία είναι απαραίτητη για την αποτροπή νέων επιθέσεων από τη Χεζμπολάχ και φιλοϊρανικές οργανώσεις, ενώ η Ουάσιγκτον επιδιώκει να μειώσει τις πιθανότητες νέας περιφερειακής ανάφλεξης.
Η πολιτική διάσταση της επίσκεψης
Η επίσκεψη πραγματοποιείται λίγους μήνες πριν από τις ισραηλινές εκλογές.
Για τον Νετανιάχου, μια θετική εικόνα δίπλα στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών ενισχύει το προφίλ του ως ηγέτη με διεθνές κύρος και άμεση πρόσβαση στον σημαντικότερο στρατηγικό σύμμαχο του Ισραήλ.
Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση της ισχυρής σχέσης με το Ισραήλ και στην ανάγκη να εμφανιστεί ως ηγέτης που επιδιώκει ευρύτερη σταθερότητα στην περιοχή.
Από τον “άξονα πολέμου” στον “άξονα σταθεροποίησης”
Η συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου αποτυπώνει μια σταδιακή μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Μετά τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν, η Ουάσιγκτον φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην εδραίωση νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, η οποία περιλαμβάνει την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τη σταθεροποίηση της Συρίας και τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ.
Για το Ισραήλ, όμως, η εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική στρατηγική προτεραιότητα. Αυτή η διαφορά έμφασης δεν σημαίνει ρήξη, αλλά δείχνει ότι οι δύο σύμμαχοι εισέρχονται σε μια νέα φάση, όπου η διαχείριση της «επόμενης ημέρας» αποκτά εξίσου μεγάλη σημασία με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν στον Λευκό Οίκο θα επηρεάσουν όχι μόνο την πορεία των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, αλλά και τον ευρύτερο συσχετισμό δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και την περιοχή του Κόλπου.
