Γεωπολιτική Οικονομία

Οι δασμοί Τραμπ σπρώχνουν τη Βραζιλία στην Ασία – Το μπούμερανγκ της αμερικανικής εμπορικής πίεσης

Οι δασμοί Τραμπ σπρώχνουν τη Βραζιλία στην Ασία – Το μπούμερανγκ της αμερικανικής εμπορικής πίεσης
Η Ουάσιγκτον ανεβάζει το κόστος για τα βραζιλιάνικα προϊόντα, αλλά το αποτέλεσμα μπορεί να είναι γεωπολιτικά αντίστροφο: ο Λούλα επιταχύνει το άνοιγμα προς Κίνα, Νότια Κορέα και Σιγκαπούρη, ενώ η Mercosur αναζητά νέες αγορές μακριά από τις ΗΠΑ

Η νέα δασμολογική επίθεση του Ντόναλντ Τραμπ στη Βραζιλία εξελίσσεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ακόμη μία εμπορική σύγκρουση. Απειλεί να επιταχύνει μια γεωοικονομική μετατόπιση της μεγαλύτερης οικονομίας της Λατινικής Αμερικής προς την Ασία, ακριβώς τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να περιορίσουν την οικονομική και πολιτική επιρροή της Κίνας.

Η επιβολή δασμών 25% σε σειρά βραζιλιάνικων προϊόντων αποτελεί συνέχεια μιας εμπορικής στρατηγικής που χαρακτηρίζει την πολιτική Τραμπ ήδη από την πρώτη του θητεία: οι δασμοί δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως οικονομικό εργαλείο προστασίας της αμερικανικής παραγωγής, αλλά ως μοχλός πολιτικής και γεωπολιτικής πίεσης.

Μόνο που στην περίπτωση της Βραζιλίας δημιουργείται ένα σοβαρό ερώτημα για την Ουάσιγκτον:

Τι συμβαίνει όταν οι δασμοί δεν φέρνουν τον αντίπαλο πιο κοντά, αλλά τον στέλνουν στην αγκαλιά των ανταγωνιστών σου;

Από τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα στη Βραζιλία

Η δασμολογική πολιτική αποτελεί ίσως το πιο αναγνωρίσιμο οικονομικό όπλο του Τραμπ.

Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ–Κίνας, που ξεκίνησε το 2018, έφθασε μέχρι τον Αύγουστο του 2020 να καλύπτει αμερικανικά και κινεζικά προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 735 δισ. δολαρίων.

Στη δεύτερη προεδρία Τραμπ η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο. Τον Απρίλιο του 2025 οι αμερικανικοί δασμοί σε κινεζικά προϊόντα έφθασαν ακόμη και στο 145%, με το Πεκίνο να απαντά με δασμούς έως 125%.

Οι συντελεστές στη συνέχεια αποκλιμακώθηκαν, όμως η βασική φιλοσοφία παρέμεινε:

η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά χρησιμοποιείται ως διαπραγματευτικό όπλο.

Η Βραζιλία βρίσκεται πλέον μέσα σε αυτή τη λογική.

Η Ουάσιγκτον πιέζει – Ο Λούλα κοιτάζει Ανατολικά

Η απάντηση της Μπραζίλια δεν περιορίζεται σε αντίποινα.

Ο πρόεδρος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα επιχειρεί να διαφοροποιήσει τις αγορές της χώρας, χρησιμοποιώντας παράλληλα τη Mercosur ως όχημα για βαθύτερες εμπορικές σχέσεις εκτός της αμερικανικής σφαίρας.

Η κατεύθυνση είναι σαφής: Ασία.

Στις πρόσφατες επαφές του με τον Σι Τζινπίνγκ, ο Λούλα έθεσε στο τραπέζι την επέκταση της συνεργασίας Κίνας–Βραζιλίας σε στρατηγικούς τομείς και τεχνολογίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Την ίδια ώρα, η Βραζιλία επιδιώκει επανεκκίνηση των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Mercosur και Νότιας Κορέας, ενώ η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Mercosur–Σιγκαπούρης προσθέτει έναν ακόμη εμπορικό διάδρομο προς την Ασία.

Το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον γίνεται δύσκολο να αγνοηθεί:

αν η αμερικανική αγορά γίνεται ακριβότερη, η Βραζιλία θα αναζητήσει άλλες.

Η μεγάλη αντίφαση: Η Αμερική έχει εμπορικό πλεόνασμα

Η σύγκρουση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον εάν εξεταστούν οι εμπορικές ροές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του US Census Bureau που επικαλείται η ανάλυση, μέσα στο 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη εξαγάγει προς τη Βραζιλία αγαθά αξίας 21,718 δισ. δολαρίων, ενώ είχαν εισαγάγει βραζιλιάνικα προϊόντα περίπου 13,949 δισ. δολαρίων.

Δηλαδή, στις συγκεκριμένες εμπορευματικές ροές, οι ΗΠΑ πουλούν στη Βραζιλία πολύ περισσότερα από όσα αγοράζουν.

Η Ουάσιγκτον εξάγει μεταξύ άλλων πρώτες ύλες και διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα, ενώ η Βραζιλία προμηθεύει την αμερικανική οικονομία με αργό πετρέλαιο και μέταλλα.

Πρόκειται συνεπώς για μια αλληλεξάρτηση που δύσκολα χωρά στο απλοϊκό σχήμα «δασμοί εναντίον ενός εμπορικού αντιπάλου».

Το πετρέλαιο δείχνει πόσο βαθιά είναι η σχέση

Η ενεργειακή διάσταση είναι χαρακτηριστική.

Κατά τους πρώτους μήνες του 2026, έως τον Μάιο, η Βραζιλία εξήγαγε καθαρά προς τις ΗΠΑ περίπου 357.000 βαρέλια αργού ημερησίως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται από την αμερικανική Energy Information Administration.

Προς την αντίθετη κατεύθυνση, οι ΗΠΑ εξήγαγαν περίπου 938.000 βαρέλια ημερησίως διυλισμένων προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται καύσιμα και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα.

Η σχέση, επομένως, δεν είναι απλώς ένας κατάλογος εισαγωγών και εξαγωγών.

Είναι μια ενεργειακή αλυσίδα δύο κατευθύνσεων.

Και όσο περισσότερο πολιτικοποιείται, τόσο αυξάνονται τα κίνητρα της Βραζιλίας να δημιουργήσει εναλλακτικές.

Από το 25% στο 50% και ξανά στο 25%

Η πίεση δεν ξεκίνησε τώρα.

Στις αρχές του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε παγκόσμιους δασμούς 25% στον χάλυβα και το αλουμίνιο, επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τη Βραζιλία.

Η κυβέρνηση Λούλα αρχικά απέφυγε την άμεση εμπορική σύγκρουση, θεωρώντας ότι τα μέτρα δεν στόχευαν ειδικά τη χώρα.

Η κατάσταση άλλαξε όταν τον Αύγουστο του 2025 οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς 50% σε σειρά βραζιλιάνικων προϊόντων, συνδέοντας πλέον την εμπορική πολιτική με πολιτικές κατηγορίες εναντίον της κυβέρνησης Λούλα.

Η κίνηση ερμηνεύτηκε στη Βραζιλία και ως ευρύτερη πίεση απέναντι στους BRICS, την ομάδα στην οποία το Πεκίνο και η Μόσχα επιδιώκουν μεγαλύτερη οικονομική χειραφέτηση από τη δυτική αρχιτεκτονική.

Τώρα, οι νέοι δασμοί 25% ανοίγουν ακόμη έναν γύρο αντιπαράθεσης.

Η Βραζιλία πηγαίνει και στον ΠΟΕ

Η Μπραζίλια δεν περιορίζεται στη διπλωματική διαφοροποίηση.

Προσφεύγει και στο θεσμικό πεδίο, επιδιώκοντας διαδικασία στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (WTO) απέναντι στην αμερικανική δασμολογική πολιτική.

Έτσι, ο Λούλα ακολουθεί μια διπλή στρατηγική:

από τη μία αμφισβητεί θεσμικά την Ουάσιγκτον και από την άλλη επιταχύνει τη δημιουργία εναλλακτικών εμπορικών δικτύων.

Και το δεύτερο μπορεί μακροπρόθεσμα να αποδειχθεί σημαντικότερο από το πρώτο.

Το πραγματικό παιχνίδι λέγεται Κίνα

Πίσω από τη διαμάχη ΗΠΑ–Βραζιλίας βρίσκεται αναπόφευκτα το Πεκίνο.

Η Κίνα δεν χρειάζεται να πείσει τη Βραζιλία να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ. Της αρκεί να παρουσιάζεται ως αγορά, επενδυτής και τεχνολογικός εταίρος όταν η Ουάσιγκτον αυξάνει το οικονομικό κόστος της συνεργασίας.

Για το Πεκίνο, η Βραζιλία έχει τεράστια στρατηγική σημασία: διαθέτει πετρέλαιο, σιδηρομετάλλευμα, αγροτικά προϊόντα, κρίσιμες πρώτες ύλες και μια αγορά άνω των 200 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Παράλληλα, αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής και ένα από τα πολιτικά βαριά χαρτιά των BRICS.

Εάν η κινεζική επιρροή ενισχυθεί περαιτέρω στη Βραζιλία, δεν πρόκειται απλώς για εμπορική επιτυχία του Πεκίνου αλλά για γεωπολιτικό κέρδος στην ίδια την αμερικανική ήπειρο.

Το μπούμερανγκ της στρατηγικής Τραμπ

Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο ρίσκο για την αμερικανική πολιτική.

Οι δασμοί μπορούν να εξαναγκάσουν εταιρείες να αλλάξουν προμηθευτές. Μπορούν να προστατεύσουν συγκεκριμένους κλάδους. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόσπαση εμπορικών παραχωρήσεων.

Όταν όμως χρησιμοποιούνται επανειλημμένα ως εργαλείο πολιτικού εξαναγκασμού, δίνουν στις τρίτες χώρες έναν ισχυρό λόγο να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και αυτό ακριβώς επιχειρεί σήμερα η Βραζιλία.

Δεν εγκαταλείπει την αμερικανική αγορά. Χτίζει όμως περισσότερες εξόδους κινδύνου.

Από το «America First» στο… Asia Next;

Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι μια πολιτική σχεδιασμένη για να ενισχύσει την αμερικανική διαπραγματευτική ισχύ μπορεί να επιταχύνει ακριβώς εκείνη την εξέλιξη που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αποτρέψει: την οικοδόμηση ενός περισσότερο πολυπολικού εμπορικού συστήματος, στο οποίο οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν μικρότερη ανάγκη από τις ΗΠΑ.

Η Βραζιλία δεν πρόκειται αύριο να αντικαταστήσει την Ουάσιγκτον με το Πεκίνο ή τη Σεούλ.

Αλλά κάθε νέα συμφωνία της Mercosur στην Ασία, κάθε κινεζική επένδυση και κάθε νέος εμπορικός διάδρομος μειώνει σταδιακά το κόστος μιας μελλοντικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ.

Και εκεί βρίσκεται το γεωπολιτικό παράδοξο των δασμών Τραμπ: όσο περισσότερο η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί την οικονομική της ισχύ για να πιέσει τη Βραζιλία, τόσο περισσότερο δίνει στον Λούλα λόγους να οικοδομήσει έναν κόσμο στον οποίο αυτή η αμερικανική ισχύς θα μετρά λιγότερο.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο