Ένα από τα πιο απαιτητικά φθινόπωρα των τελευταίων ετών στην εξωτερική πολιτική προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει η Αθήνα, καθώς τρία διαφορετικά μέτωπα αρχίζουν να συγκλίνουν πάνω στην ίδια γεωπολιτική γραμμή: Αιγαίο – Ανατολική Μεσόγειος – Κύπρος.
Στο επίκεντρο βρίσκονται το μέλλον του Great Sea Interconnector, η προσπάθεια της Τουρκίας να ενισχύσει θεσμικά τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» και η νέα κινητικότητα στο Κυπριακό μετά την παρέμβαση του Αντόνιο Γκουτέρες.
Κανένα από τα τρία ζητήματα δεν είναι καινούργιο.
Το καινούργιο είναι ότι πλέον αλληλοτροφοδοτούνται.
Η τύχη του ηλεκτρικού καλωδίου συνδέεται με το ποιος ασκεί δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η «Γαλάζια Πατρίδα» επιχειρεί να μεταφέρει τις τουρκικές διεκδικήσεις από τη στρατηγική ρητορική σε πιο θεσμοποιημένο επίπεδο. Και η επανεκκίνηση του Κυπριακού επαναφέρει την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο στο ίδιο διπλωματικό τραπέζι.
Το φθινόπωρο, επομένως, δεν θα κριθεί σε μία μόνο συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν.
Θα κριθεί στο εάν η αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών μπορεί να αντέξει όταν η συζήτηση επιστρέψει στα πραγματικά προβλήματα.
Το καλώδιο γίνεται τεστ κυριαρχικών δικαιωμάτων
Το πρώτο μεγάλο μέτωπο είναι ο Great Sea Interconnector, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και σε δεύτερη φάση Ισραήλ.
Το έργο είναι εξαιρετικά σημαντικό ενεργειακά.
Έχει σχεδιαστεί με μεταφορική ισχύ 1.000 MW, συνολικό μήκος άνω των 1.200 χιλιομέτρων και εκτιμώμενο προϋπολογισμό περίπου 1,9 δισ. ευρώ, ενώ το τμήμα Ελλάδας–Κύπρου έχει λάβει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση περίπου 657 εκατ. ευρώ.
Για την Κύπρο το έργο έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία, καθώς θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση του τελευταίου κράτους-μέλους της ΕΕ που δεν είναι συνδεδεμένο με το ηπειρωτικό ευρωπαϊκό δίκτυο.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό ή τεχνικό.
Είναι γεωπολιτικό.
Η Τουρκία έχει αμφισβητήσει δραστηριότητες που συνδέονται με υποθαλάσσιες έρευνες και καλωδιακές εργασίες σε περιοχές όπου προβάλλει δικές της θαλάσσιες αξιώσεις.
Και κάπως έτσι ένα έργο ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπεται σε δοκιμασία για το εάν η Αθήνα μπορεί να ασκεί στην πράξη τα δικαιώματα που θεωρεί ότι απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Η Αθήνα δεν μπορεί να αφήσει το καλώδιο να γίνει προηγούμενο
Εδώ βρίσκεται το δύσκολο ελληνικό δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, κανείς στην Αθήνα δεν επιθυμεί στρατιωτική κρίση με την Τουρκία για ένα ενεργειακό έργο.
Από την άλλη, εάν ένα ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο project δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω τουρκικών αντιδράσεων, δημιουργείται ένα εξαιρετικά προβληματικό προηγούμενο.
Το μήνυμα θα ήταν ότι η Άγκυρα μπορεί στην πράξη να επηρεάζει τη δυνατότητα τρίτων να υλοποιούν έργα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γι’ αυτό το καλώδιο έχει πλέον αξία πολύ μεγαλύτερη από τα μεγαβάτ που θα μεταφέρει.
Έχει γίνει τεστ γεωπολιτικής αξιοπιστίας.
Η Ευρώπη έχει ήδη πάρει θέση
Υπάρχει όμως και ένας σημαντικός ευρωπαϊκός παράγοντας.
Ο ευρωπαϊκός οργανισμός ENTSO-E ξεκαθάρισε τον Απρίλιο ότι ο Great Sea Interconnector είναι το μοναδικό έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας που περιλαμβάνεται στο ευρωπαϊκό δεκαετές σχέδιο ανάπτυξης δικτύων.
Παράλληλα, τόνισε ότι κανένα άλλο project που αφορά τη σύνδεση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν μπορεί να ενταχθεί χωρίς τη συγκατάθεση του αναγνωρισμένου κυπριακού διαχειριστή συστήματος.
Αυτό δεν λύνει το πρόβλημα επί του πεδίου.
Δίνει όμως στην Αθήνα και τη Λευκωσία ένα σημαντικό διπλωματικό επιχείρημα:
το καλώδιο δεν είναι διμερής ελληνική πρωτοβουλία. Είναι έργο ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.
Αθήνα και Λευκωσία ξαναβάζουν το έργο στις ράγες
Μετά από μήνες αβεβαιότητας, Ελλάδα και Κύπρος επιχειρούν να επαναφέρουν το project σε τροχιά.
Οι δύο κυβερνήσεις έχουν ζητήσει εκ νέου τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, αφού προηγουμένως συμφώνησαν να επικαιροποιηθούν τα οικονομικά και τεχνικά δεδομένα του έργου.
Άρα το ζήτημα έχει πλέον δύο ξεχωριστές πλευρές:
βιωσιμότητα και γεωπολιτική δυνατότητα υλοποίησης.
Ακόμη και αν λυθεί η πρώτη, η δεύτερη παραμένει.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» πάει από τους χάρτες στους νόμους
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι πιθανότατα ακόμη πιο σοβαρό μακροπρόθεσμα.
Η Τουρκία προωθεί νομοθετική ρύθμιση που συνδέεται με την κατοχύρωση θαλάσσιων δικαιοδοσιών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, μέσα στη λογική της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Αθήνα έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι οποιαδήποτε μονομερής τουρκική νομοθετική πράξη δεν παράγει έννομα αποτελέσματα σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει επίσης δηλώσει ότι η Ελλάδα δεν θα αποδεχθεί κανένα τετελεσμένο και ότι μια εσωτερική τουρκική νομοθετική πράξη δεν μπορεί να δεσμεύσει τρίτα κράτη βάσει του διεθνούς δικαίου.
Νομικά, αυτή η θέση είναι καθαρή.
Πολιτικά, όμως, το θέμα είναι πιο σύνθετο.
Γιατί ένας τουρκικός νόμος έχει σημασία ακόμη κι αν δεν δεσμεύει την Ελλάδα
Η πραγματική σημασία του νομοσχεδίου δεν βρίσκεται στο εάν μπορεί να αλλάξει μονομερώς το διεθνές δίκαιο.
Δεν μπορεί.
Βρίσκεται στο ότι μπορεί να ενσωματώσει τις τουρκικές διεκδικήσεις ακόμη βαθύτερα στην κρατική λειτουργία και στην εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση της Άγκυρας.
Άλλο είναι μια στρατιωτική θεωρία.
Άλλο ένας χάρτης.
Άλλο μια πολιτική δήλωση.
Και άλλο ένα νομοθετικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται μελλοντικά ως βάση για άδειες, έρευνες, επιχειρησιακές κινήσεις ή διπλωματικές αξιώσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, η «Γαλάζια Πατρίδα» κινδυνεύει να πάψει να είναι μόνο σύνθημα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και να αποκτήσει περισσότερο μόνιμο θεσμικό αποτύπωμα.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα για την Αθήνα
Η Ελλάδα δεν ανησυχεί επειδή ένας τουρκικός νόμος μπορεί να αλλάξει τα ελληνικά σύνορα.
Ανησυχεί επειδή τέτοιες κινήσεις μπορεί να χτίζουν σταδιακά ένα νομικοπολιτικό αφήγημα τουρκικών “κεκτημένων”.
Και όταν αυτά συσσωρεύονται, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον:
σε ενεργειακές έρευνες,
σε NAVTEX,
σε στρατιωτικές αποστολές,
σε διεθνείς οργανισμούς,
ή σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση.
Η Αθήνα επομένως βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα όχι άμεσης νομικής ισχύος, αλλά σταδιακής παγίωσης διεκδικήσεων.
Το Κυπριακό ξαναμπαίνει στο παιχνίδι
Το τρίτο μέτωπο μπορεί να αποδειχθεί το πιο ενδιαφέρον διπλωματικά.
Μετά από χρόνια στασιμότητας, το Κυπριακό παρουσιάζει νέα κινητικότητα.
Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες επισκέφθηκε την Κύπρο στα τέλη Ιουλίου και ανακοίνωσε ότι προτίθεται να συγκαλέσει νέα συνάντηση σε διευρυμένη μορφή 5+1, με τη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων και των τριών εγγυητριών δυνάμεων — Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
Η εξέλιξη είναι σημαντική.
Αλλά ο ίδιος ο Γκουτέρες έβαλε όρο:
δεν θέλει άλλη μια διεθνή συνάντηση χωρίς αποτέλεσμα.
Ζητά προηγουμένως πρόοδο σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, στη μεθοδολογία και στην ουσία.
Η Κύπρος επιστρέφει στο κέντρο της ελληνοτουρκικής εξίσωσης
Για την Αθήνα, αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρία και κίνδυνο.
Ευκαιρία, επειδή μετά από μακρά στασιμότητα ανοίγει ξανά ένας διπλωματικός δρόμος.
Κίνδυνο, επειδή οποιαδήποτε πραγματική διαπραγμάτευση για το Κυπριακό αναγκαστικά αγγίζει:
ασφάλεια,
εγγυήσεις,
στρατεύματα,
πολιτική ισότητα,
εδαφικό,
ενέργεια,
και τον μελλοντικό ρόλο της Τουρκίας στο νησί.
Η Λευκωσία επιμένει ότι η διαδικασία πρέπει να παραμείνει στο πλαίσιο λύσης που έχει διαμορφωθεί μέσω ΟΗΕ, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρα οποιαδήποτε πρόοδος θα απαιτήσει και από την Άγκυρα πραγματικές αποφάσεις.
Το παράδοξο του φθινοπώρου
Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση.
Ελλάδα και Τουρκία θέλουν να διατηρήσουν ήρεμο το πολιτικό κλίμα.
Ταυτόχρονα όμως επιστρέφουν στην ατζέντα ακριβώς τα ζητήματα που έχουν τη μεγαλύτερη δυναμική κρίσης:
θαλάσσιες δικαιοδοσίες,
ενεργειακά έργα,
Κύπρος.
Η μέχρι τώρα αποκλιμάκωση βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε μια πρακτική:
να αναπτύσσονται οι θετικές σχέσεις χωρίς να επιχειρείται άμεση επίλυση των πιο δύσκολων διαφορών.
Το φθινόπωρο όμως μπορεί να καταστήσει αυτή τη φόρμουλα δυσκολότερη.
Η ήρεμη περίοδος περνά στο πραγματικό crash test
Η Αθήνα θα επιχειρήσει να αποφύγει μια επιστροφή στην ένταση του 2020.
Η Άγκυρα επίσης έχει οικονομικούς και διπλωματικούς λόγους να μη διαλύσει το κλίμα αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, η πραγματική αξία μιας ελληνοτουρκικής ύφεσης δεν κρίνεται όταν τα δύσκολα θέματα παραμένουν στο συρτάρι.
Κρίνεται όταν εμφανίζονται πάνω στο τραπέζι.
Και τώρα εμφανίζονται.
Το καλώδιο απαιτεί αποφάσεις επί του πεδίου.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» απαιτεί ελληνική διπλωματική αντίδραση.
Το Κυπριακό απαιτεί ουσιαστική διαπραγμάτευση.
Το δύσκολο στοίχημα Μητσοτάκη
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρέπει να διατηρήσει την αποκλιμάκωση χωρίς να δώσει την εικόνα ότι η Αθήνα αποφεύγει να ασκήσει δικαιώματα για να μην ενοχλήσει την Τουρκία.
Και πρέπει να παραμείνει ανοιχτός στον διάλογο χωρίς να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Άγκυρα μπορεί να διευρύνει συνεχώς την ατζέντα των διαφορών.
Εσωτερικά, αυτό είναι πολιτικά ευαίσθητο.
Κάθε καθυστέρηση στο καλώδιο μπορεί να παρουσιαστεί ως υποχώρηση.
Κάθε τουρκική κίνηση για τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως απόδειξη ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν άλλαξε τις πραγματικές τουρκικές θέσεις.
Και οποιαδήποτε κινητικότητα στο Κυπριακό θα εξετάζεται υπό το πρίσμα των κόκκινων γραμμών Αθήνας και Λευκωσίας.
Το φθινόπωρο θα δείξει αν τα «ήρεμα νερά» έχουν βάθος
Η εξωτερική πολιτική μπαίνει έτσι σε μια φάση όπου η επικοινωνιακή διαχείριση δεν θα αρκεί.
Η Αθήνα θα χρειαστεί να δείξει ταυτόχρονα:
αποφασιστικότητα στο πεδίο,
νομική συνέπεια,
ευρωπαϊκές συμμαχίες,
και διάθεση διαλόγου.
Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από μια περίοδο απλής αποκλιμάκωσης.
Γιατί το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν Ελλάδα και Τουρκία μπορούν να αποφεύγουν τις κρίσεις όταν δεν αγγίζουν τις μεγάλες διαφορές.
Το ερώτημα είναι αν μπορούν να διαχειριστούν τις ίδιες τις διαφορές χωρίς να επιστρέψουν στην κρίση.
Και εκεί ακριβώς θα κριθεί το φθινόπωρο.
Το καλώδιο θα δείξει τι μπορεί να γίνει στο πεδίο. Η «Γαλάζια Πατρίδα» τι επιδιώκει θεσμικά η Τουρκία. Και το Κυπριακό αν υπάρχει πραγματικός χώρος για διπλωματία.
Αν και τα τρία μέτωπα ανοίξουν ταυτόχρονα, τα «ήρεμα νερά» των ελληνοτουρκικών θα περάσουν το δυσκολότερο τεστ τους.
Πηγή: pagenews.gr
