Οικονομία

23 δισ. για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας: Το σχέδιο που παίρνει τη σκυτάλη από το Ταμείο Ανάκαμψης

23 δισ. για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας: Το σχέδιο που παίρνει τη σκυτάλη από το Ταμείο Ανάκαμψης
Η Αθήνα προετοιμάζεται για τη μεγάλη μετάβαση μετά το RRF – Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 κινητοποιεί περίπου 23 δισ. ευρώ για υποδομές, περιφέρειες, ψηφιακό μετασχηματισμό, τεχνητή νοημοσύνη και πράσινες επενδύσεις – Το μεγάλο στοίχημα είναι να μη χαθεί η επενδυτική ορμή όταν κλείσει η κάνουλα των έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά στοιχήματα της επόμενης πενταετίας.

Η εποχή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) πλησιάζει στο τέλος της και μαζί της ολοκληρώνεται ένας πρωτοφανής κύκλος ευρωπαϊκής χρηματοδότησης που τροφοδότησε επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις, υποδομές, ψηφιακά έργα και την πράσινη μετάβαση.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον απλό:

Τι θα κρατήσει την επενδυτική μηχανή της ελληνικής οικονομίας σε λειτουργία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης;

Ένα μεγάλο μέρος της απάντησης βρίσκεται στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, το οποίο έχει ήδη ενεργοποιηθεί και εξελίσσεται σε βασικό εθνικό χρηματοδοτικό εργαλείο για την επόμενη ημέρα των δημοσίων επενδύσεων.

Συνολικά, το νέο πλαίσιο κινητοποιεί περίπου 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων: 17,1 δισ. ευρώ για τη νέα περίοδο και επιπλέον περίπου 5,8 δισ. ευρώ για την ολοκλήρωση έργων και υποχρεώσεων της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου.

Το μεγάλο «μαξιλάρι» μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Το μέγεθος του προγράμματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς λόγω της χρονικής συγκυρίας.

Το RRF αποτέλεσε έκτακτη ευρωπαϊκή απάντηση στην πανδημία και δημιούργησε ένα επενδυτικό περιβάλλον που δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμο.

Η Ελλάδα επομένως πρέπει να περάσει από μια περίοδο εξαιρετικά υψηλής ευρωπαϊκής χρηματοδότησης σε ένα πιο σταθερό μοντέλο ανάπτυξης, στο οποίο οι εθνικοί πόροι, το ΕΣΠΑ, οι ιδιωτικές επενδύσεις και οι Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα θα πρέπει να λειτουργούν πολύ πιο συντονισμένα.

Το ΕΠΑ 2026-2030 έχει σχεδιαστεί ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση.

Το επίσημο πλαίσιο προβλέπει συμπληρωματικότητα με τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα και το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά και μεγαλύτερη αξιοποίηση εγγυήσεων, δανείων, συμμετοχών σε κεφάλαιο και ΣΔΙΤ με στόχο τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Από 5,6 δισ. σε 16,7 δισ. δημόσιες επενδύσεις

Οι αριθμοί δείχνουν πόσο έχει αλλάξει το επενδυτικό τοπίο στην Ελλάδα.

Το 2019, οι διαθέσιμοι πόροι του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων βρίσκονταν στα 5,6 δισ. ευρώ.

Το 2025 έφθασαν τα 14,6 δισ. ευρώ.

Και για το 2026 ο προϋπολογισμός ανεβαίνει στο ιστορικό επίπεδο των 16,7 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 6,4% του ΑΕΠ.

Η αύξηση είναι τεράστια.

Μέσα σε επτά χρόνια, οι διαθέσιμοι πόροι για δημόσιες επενδύσεις έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί.

Το δύσκολο κομμάτι όμως ξεκινά τώρα: να μετατραπεί αυτή η χρηματοδοτική ισχύς σε μόνιμη παραγωγική ικανότητα.

Πού θα πάνε τα 23 δισ.

Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης δεν επικεντρώνεται σε έναν μόνο τομέα.

Οι προτεραιότητές του καλύπτουν κρίσιμα πεδία για την επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας:

υποδομές και μεταφορές, πράσινη ανάπτυξη, ψηφιακό μετασχηματισμό και τεχνητή νοημοσύνη, κοινωνική συνοχή, πολιτική προστασία και ανθεκτικότητα απέναντι σε φυσικές καταστροφές, ανταγωνιστικότητα και περιφερειακή ανάπτυξη.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια να συνδεθεί το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων όχι μόνο με την κατασκευή έργων αλλά με τη μεταμόρφωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Και εκεί βρίσκεται η πραγματική οικονομική σημασία του.

600 εκατ. για ΣΔΙΤ – 800 εκατ. για φυσικές καταστροφές

Μέρος της νέας αρχιτεκτονικής έχει ήδη αρχίσει να αποκτά συγκεκριμένη μορφή.

Στο πλαίσιο του ΕΠΑ έχει εγκριθεί Ειδικό Πρόγραμμα ΣΔΙΤ αρχικού προϋπολογισμού 600 εκατ. ευρώ, καθώς και Ειδικό Πρόγραμμα Φυσικών Καταστροφών ύψους 800 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα έχει προβλεφθεί ειδικό πρόγραμμα για τη Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση με δημόσια δαπάνη 150 εκατ. ευρώ.

Η σημασία των ΣΔΙΤ είναι ιδιαίτερη.

Εάν τα δημόσια κεφάλαια χρησιμοποιηθούν ως βάση για την κινητοποίηση πολύ μεγαλύτερων ιδιωτικών επενδύσεων, η πραγματική οικονομική επίδραση του προγράμματος μπορεί να ξεπεράσει σημαντικά το ονομαστικό ύψος των διαθέσιμων πόρων.

Η μεγάλη μάχη των υποδομών

Οι υποδομές θα παραμείνουν ένας από τους σημαντικότερους προορισμούς των δημοσίων επενδύσεων.

Μεταφορές, οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα, ύδρευση, αντιπλημμυρικά έργα, ενεργειακές υποδομές και παρεμβάσεις στις περιφέρειες αποτελούν έργα με διπλή οικονομική επίδραση.

Βραχυπρόθεσμα δημιουργούν κατασκευαστική δραστηριότητα και θέσεις εργασίας.

Μακροπρόθεσμα μπορούν να μειώσουν το κόστος μεταφοράς, να βελτιώσουν τη συνδεσιμότητα της χώρας και να κάνουν περιοχές εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων περισσότερο ελκυστικές για ιδιωτικές επενδύσεις.

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του νέου προγράμματος: να μεταφερθεί μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης έξω από την Αθήνα και τα μεγάλα τουριστικά κέντρα.

AI και ψηφιακή Ελλάδα μπαίνουν στον επενδυτικό χάρτη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η τεχνητή νοημοσύνη εντάσσεται πλέον ρητά στις στρατηγικές προτεραιότητες του ΕΠΑ.

Δεν πρόκειται απλώς για έναν τεχνολογικό όρο που προστέθηκε στο πρόγραμμα.

Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, τα data centres, τα δίκτυα, οι υπολογιστικές υποδομές, η κυβερνοασφάλεια και η αξιοποίηση της AI μπορούν να εξελιχθούν σε έναν νέο επενδυτικό άξονα για την Ελλάδα.

Το ερώτημα είναι εάν η χώρα θα χρησιμοποιήσει τους διαθέσιμους πόρους μόνο για να αγοράσει τεχνολογία ή εάν θα καταφέρει να δημιουργήσει εγχώρια τεχνογνωσία, εταιρείες και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η δεύτερη επιλογή είναι εκείνη που μπορεί να αφήσει πραγματικό αναπτυξιακό αποτύπωμα μετά το τέλος των προγραμμάτων.

Η πράσινη μετάβαση παραμένει στο παιχνίδι

Η πράσινη ανάπτυξη αποτελεί επίσης κεντρική προτεραιότητα.

Η Ελλάδα έχει ήδη προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όμως η επόμενη φάση απαιτεί περισσότερα από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα.

Δίκτυα ηλεκτρισμού, αποθήκευση ενέργειας, διαχείριση νερού, ενεργειακή αποδοτικότητα, προστασία από ακραία καιρικά φαινόμενα και νέες υποδομές πολιτικής προστασίας θα απαιτήσουν τεράστια κεφάλαια τα επόμενα χρόνια.

Το ΕΠΑ επιχειρεί να αποτελέσει έναν από τους εθνικούς χρηματοδοτικούς πυλώνες αυτής της μετάβασης.

Το μεγάλο στοίχημα των περιφερειών

Η ανάπτυξη της επόμενης ημέρας δεν μπορεί να περιοριστεί στην Αττική.

Το ΕΠΑ διαθέτει ξεχωριστά περιφερειακά προγράμματα και συνδέεται άμεσα με την Εθνική Στρατηγική για την Τοπική και Περιφερειακή Ανάπτυξη.

Αυτό είναι κρίσιμο για μια χώρα που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δημογραφική πίεση, εγκατάλειψη της υπαίθρου και μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ περιοχών.

Ένα έργο ύδρευσης σε ένα νησί, μια νέα οδική σύνδεση στη Βόρεια Ελλάδα ή μια ψηφιακή υποδομή σε μια περιφερειακή πόλη μπορεί να μην έχει το επικοινωνιακό βάρος ενός μεγάλου έργου στην Αθήνα.

Μπορεί όμως να έχει πολύ μεγαλύτερη τοπική οικονομική επίδραση.

Το μεγάλο ρίσκο: Το επενδυτικό κενό μετά το RRF

Εδώ βρίσκεται και η δύσκολη πλευρά της ιστορίας.

Τα 23 δισ. ευρώ δεν αποτελούν ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης.

Το ποσό περιλαμβάνει τόσο το νέο ΕΠΑ όσο και πόρους που απαιτούνται για την ολοκλήρωση υποχρεώσεων της προηγούμενης περιόδου. Επιπλέον, το RRF αποτέλεσε ένα εξαιρετικά ισχυρό και έκτακτο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο που δεν μπορεί απλώς να αντικατασταθεί ευρώ προς ευρώ από εθνικούς πόρους.

Η πραγματική πρόκληση επομένως δεν είναι να βρεθεί ένα πρόγραμμα που θα «αντικαταστήσει» μηχανικά το Ταμείο Ανάκαμψης.

Είναι να αποφευχθεί ένα επενδυτικό κενό όταν η συμβολή του RRF αρχίσει να υποχωρεί.

Και αυτό απαιτεί πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων.

Τα 23 δισ. πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα

Εδώ ακριβώς αποκτά σημασία η μόχλευση.

Εάν κάθε ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης μπορεί να κινητοποιεί επιπλέον ιδιωτικά κεφάλαια μέσω ΣΔΙΤ, δανείων, εγγυήσεων και επενδυτικών σχημάτων, τότε το ΕΠΑ μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης και όχι απλώς ως κρατικό πορτοφόλι.

Το ίδιο το επίσημο πλαίσιο προβλέπει διεύρυνση των χρηματοδοτικών μέσων ακριβώς για αυτόν τον σκοπό.

Για την ελληνική οικονομία αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή νοοτροπίας που απαιτείται μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.

Το κράτος δεν χρειάζεται να χρηματοδοτεί τα πάντα.

Πρέπει όμως να μπορεί να χρησιμοποιεί τους διαθέσιμους πόρους ώστε να ξεκλειδώνει πολλαπλάσιες επενδύσεις.

Η Ελλάδα της επόμενης ημέρας θα κριθεί στην εκτέλεση

Τα χρήματα λοιπόν υπάρχουν.

Το σχέδιο υπάρχει.

Και το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης έχει ήδη ενεργοποιηθεί για τα τομεακά και περιφερειακά του προγράμματα.

Αυτό που μένει να αποδειχθεί είναι το δυσκολότερο: η εκτέλεση.

Πόσο γρήγορα θα ωριμάζουν τα έργα; Πόσο αποτελεσματικά θα γίνονται οι διαγωνισμοί; Πόσο γρήγορα θα ξεπερνιούνται γραφειοκρατικά και δικαστικά εμπόδια; Και κυρίως, πόσα από τα έργα θα δημιουργήσουν πραγματική παραγωγική αξία αντί να εξαντληθούν απλώς στην απορρόφηση κονδυλίων;

Η Ελλάδα έχει μπροστά της μια σπάνια ευκαιρία.

Το Ταμείο Ανάκαμψης έδωσε στην οικονομία μια τεράστια χρηματοδοτική ώθηση.

Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης των περίπου 23 δισ. ευρώ καλείται τώρα να βοηθήσει ώστε αυτή η ώθηση να μη χαθεί όταν η έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ολοκληρωθεί.

Γιατί το πραγματικό τεστ δεν είναι πόσα δισεκατομμύρια θα ανακοινωθούν.

Είναι πόσα από αυτά θα μετατραπούν σε δρόμους, επιχειρήσεις, τεχνολογία, θέσεις εργασίας και παραγωγική δύναμη που θα εξακολουθεί να υπάρχει όταν τα ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης θα έχουν τελειώσει.

Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο