«Εξαφανίστηκαν» 23 δισ. από τις καταθέσεις: Ο πληθωρισμός έφαγε τις αποταμιεύσεις των Ελλήνων
Πηγή Φωτογραφίας: pixabay//«Εξαφανίστηκαν» 23 δισ. από τις καταθέσεις: Ο πληθωρισμός έφαγε τις αποταμιεύσεις των Ελλήνων
Οι αριθμοί στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Ελλήνων μπορεί να ανέβηκαν. Η πραγματική αξία των χρημάτων τους, όμως, ακολούθησε την αντίθετη κατεύθυνση.
Η τετραετία 2022-2025 άφησε έναν βαρύ λογαριασμό στους καταθέτες, καθώς η έκρηξη του πληθωρισμού δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση των επιτοκίων που πλήρωναν οι τράπεζες στις αποταμιεύσεις.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό:
περισσότερα από 23 δισ. ευρώ αγοραστικής δύναμης εκτιμάται ότι χάθηκαν μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Δεν πρόκειται φυσικά για 23 δισ. ευρώ που αφαιρέθηκαν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς.
Πρόκειται για κάτι λιγότερο ορατό, αλλά εξίσου πραγματικό για το νοικοκυριό:
την αξία που έχασαν οι καταθέσεις επειδή οι τιμές ανέβαιναν πολύ ταχύτερα από τους τόκους που εισέπρατταν οι αποταμιευτές.
Οι καταθέσεις αυξήθηκαν – η αξία τους όμως μειώθηκε
Αυτό είναι το παράδοξο που αποτυπώνεται στα στοιχεία.
Οι καταθέσεις που εξετάζονται στο σχετικό γράφημα αυξήθηκαν από 141,3 δισ. ευρώ το 2022 σε 155 δισ. ευρώ το 2025.
Δηλαδή σχεδόν 14 δισ. ευρώ περισσότερα.
Θα περίμενε κανείς ότι οι αποταμιευτές έγιναν πλουσιότεροι.
Όμως ο πληθωρισμός άλλαξε εντελώς την εικόνα.
Το 2022, όταν η ενεργειακή κρίση εκτόξευσε τις τιμές, ο πληθωρισμός έφτασε στο 9,6%, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο γράφημα.
Την ίδια χρονιά, το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων ήταν μόλις 0,10%.
Η διαφορά ήταν τεράστια.
Και ουσιαστικά σήμαινε ότι ένας καταθέτης που άφηνε τα χρήματά του αδρανή στην τράπεζα διατηρούσε σχεδόν ανέπαφο το ονομαστικό κεφάλαιό του, αλλά έχανε γρήγορα την πραγματική αγοραστική του δύναμη.
Το 2022 ήταν η χρονιά του μεγάλου σοκ
Η πραγματική απόδοση των καταθέσεων το 2022 υπολογίζεται στο -8,67%.
Με απλά λόγια, ακόμη και μετά τους τόκους, η αξία των χρημάτων σε όρους αγοραστικής δύναμης υποχώρησε δραματικά.
Οι εκτιμώμενοι τόκοι για τους καταθέτες ήταν μόλις 141,3 εκατ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η εκτιμώμενη απώλεια αγοραστικής δύναμης έφτασε τα 12,25 δισ. ευρώ.
Μόνο μέσα σε μία χρονιά.
Αυτό ήταν το πραγματικό σοκ της πληθωριστικής κρίσης.
Οι τράπεζες ανέβασαν τα επιτόκια – αλλά όχι αρκετά
Η εικόνα βελτιώθηκε το 2023.
Το μέσο επιτόκιο καταθέσεων ανέβηκε στο 0,51%, ενώ ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε στο 3,5%.
Οι τόκοι των καταθετών αυξήθηκαν σημαντικά, στα περίπου 747,7 εκατ. ευρώ.
Παρά ταύτα, η πραγματική απόδοση παρέμεινε αρνητική στο -2,89%.
Το 2024 το μέσο επιτόκιο υποχώρησε ελαφρά στο 0,45%, με πληθωρισμό 2,7%, αφήνοντας πραγματική απόδοση περίπου -2,19%.
Και το 2025 η απόσταση άνοιξε ξανά: πληθωρισμός 2,9% έναντι μέσου επιτοκίου καταθέσεων μόλις 0,31%, με πραγματική απόδοση -2,52%, σύμφωνα με τα στοιχεία του γραφήματος.
Τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνουν πόσο χαμηλές παρέμειναν οι αποδόσεις: τον Δεκέμβριο του 2025 το σταθμισμένο μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,31%, ενώ οι καταθέσεις νοικοκυριών μίας ημέρας απέδιδαν μόλις 0,03%.
12,25 δισ. χάθηκαν σε αγοραστική δύναμη μέσα σε έναν χρόνο
Τα ποσά αποκαλύπτουν την πραγματική έκταση της πίεσης.
Με βάση τα στοιχεία του γραφήματος, η εκτιμώμενη απώλεια αγοραστικής δύναμης ήταν:
- 12,25 δισ. ευρώ το 2022
- 4,24 δισ. ευρώ το 2023
- 3,29 δισ. ευρώ το 2024
- 3,90 δισ. ευρώ το 2025
Συνολικά, πρόκειται για περίπου 23,7 δισ. ευρώ μέσα στην τετραετία.
Και εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο σημείο:
ο πληθωρισμός λειτούργησε σαν ένας αόρατος φόρος πάνω στις αποταμιεύσεις.
Ο καταθέτης δεν είδε 1.000 ευρώ να γίνονται 900 στον λογαριασμό του.
Είδε όμως τα ίδια 1.000 ευρώ να αγοράζουν λιγότερα προϊόντα, λιγότερη ενέργεια και λιγότερες υπηρεσίες.
Το μεγάλο παράδοξο: Οι Έλληνες συνέχισαν να αποταμιεύουν
Κι όμως, παρά την αρνητική πραγματική απόδοση, οι καταθέσεις συνέχισαν να αυξάνονται.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι το 2025 οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 10,4 δισ. ευρώ, φτάνοντας συνολικά τα 213 δισ. ευρώ – το υψηλότερο επίπεδο μετά το 2010. Η άνοδος προήλθε σχεδόν εξίσου από επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Αυτό δείχνει κάτι βαθύτερο για τη συμπεριφορά του Έλληνα αποταμιευτή.
Μετά από μία δεκαετία οικονομικής κρίσης, capital controls, πανδημία, ενεργειακή κρίση και γεωπολιτική αβεβαιότητα, η τραπεζική κατάθεση εξακολουθεί να λειτουργεί ως καταφύγιο ασφάλειας και ρευστότητας.
Ακόμη και όταν η πραγματική της απόδοση είναι αρνητική.
Γιατί οι καταθέτες πήραν τόσο λίγα από την άνοδο των επιτοκίων;
Εδώ βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον τραπεζικό σκέλος.
Όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε επιθετικά τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, το κόστος δανεισμού ανέβηκε γρήγορα.
Οι αποδόσεις των καταθέσεων όμως δεν ακολούθησαν στον ίδιο βαθμό.
Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων ακολούθησαν αργότερα την καθοδική πορεία των βασικών επιτοκίων, ενώ οι αποδόσεις των overnight καταθέσεων παρέμειναν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Το αποτέλεσμα ήταν μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο κόστος του χρήματος για τον δανειολήπτη και στην αμοιβή του αποταμιευτή.
Στα τέλη του 2025, για παράδειγμα, το μέσο επιτόκιο νέων δανείων ήταν 4,24%, έναντι μόλις 0,31% στις νέες καταθέσεις.
Ο καταθέτης πληρώνεται με 0,31% – ο δανειολήπτης με πάνω από 4%
Αυτή η διαφορά είναι καθοριστική.
Τον Δεκέμβριο του 2025 το spread μεταξύ του μέσου επιτοκίου νέων δανείων και νέων καταθέσεων διαμορφωνόταν στις 3,93 ποσοστιαίες μονάδες.
Και η απόσταση ήταν ακόμη μεγαλύτερη σε συγκεκριμένες κατηγορίες.
Τα νέα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου βρίσκονταν στο 3,44%, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια έφταναν το 14,62%.
Για τον μέσο αποταμιευτή, επομένως, το μήνυμα ήταν σκληρό:
το χρήμα είχε υψηλή τιμή όταν το δανειζόταν, αλλά πολύ χαμηλή όταν το κατέθετε.
Και το 2026 η εικόνα δεν έχει αλλάξει θεαματικά
Ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση της μεγάλης πληθωριστικής κρίσης, οι αποδόσεις των απλών τραπεζικών καταθέσεων παραμένουν χαμηλές.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι τον Ιούνιο του 2026 το μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,36%.
Το αντίστοιχο επιτόκιο νέων δανείων ήταν 4,65%.
Το spread παρέμενε έτσι στις 4,29 ποσοστιαίες μονάδες.
Άρα το πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε μαζί με τον πληθωρισμό του 9,6%.
Απλώς έγινε λιγότερο βίαιο.
Τα χρήματα στην τράπεζα δεν είναι πάντα «αποταμίευση»
Η τετραετία 2022-2025 υπενθύμισε μια βασική οικονομική αρχή που συχνά ξεχνιέται:
άλλο η διατήρηση του κεφαλαίου και άλλο η διατήρηση της αξίας του.
Ένας τραπεζικός λογαριασμός μπορεί να προστατεύει τα 10.000 ευρώ ονομαστικά.
Αν όμως οι τιμές αυξάνονται κατά 3% και η κατάθεση αποδίδει 0,3%, η πραγματική αξία αυτών των χρημάτων μειώνεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθεση παύει να έχει χρησιμότητα.
Παραμένει εργαλείο ασφάλειας, άμεσης ρευστότητας και χαμηλού κινδύνου.
Σημαίνει όμως ότι σε περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού, η απλή αδράνεια των χρημάτων έχει κόστος.
Ο μεγάλος χαμένος της πληθωριστικής κρίσης ήταν ο συντηρητικός αποταμιευτής
Η ελληνική οικονομία πέρασε από μια εντυπωσιακή περίοδο ανάκαμψης, οι τράπεζες επέστρεψαν σε υψηλή κερδοφορία και οι καταθέσεις αυξήθηκαν.
Όμως πίσω από αυτούς τους θετικούς αριθμούς υπάρχει ένας μεγάλος χαμένος:
ο καταθέτης που κράτησε τις οικονομίες του σε λογαριασμούς με σχεδόν μηδενική απόδοση.
Από το 2022 έως το 2025 οι καταθέσεις αυξήθηκαν ονομαστικά, αλλά ο πληθωρισμός αφαίρεσε πάνω από 23 δισ. ευρώ πραγματικής αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσιάζονται στο γράφημα.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο παραπλανητική πλευρά του πληθωρισμού.
Δεν χρειάζεται να εξαφανίσει ούτε ένα ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό.
Αρκεί να κάνει κάθε ευρώ που βρίσκεται μέσα σε αυτόν να αξίζει λιγότερο.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο