Χρειάστηκαν μόλις 72 ώρες για να μετατραπεί μια διαφαινόμενη εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Καναδά σε έναν νέο οικονομικό πόλεμο στη Βόρεια Αμερική.
Την Τρίτη, ο Ντόναλντ Τραμπ έδινε την εικόνα ότι η Ουάσιγκτον και η Οτάβα βρίσκονταν ουσιαστικά μπροστά σε ένα «DEAL». Η αμερικανική κυβέρνηση ανέβαλε μάλιστα έως τις 22 Αυγούστου την εφαρμογή πρόσθετων δασμών, δίνοντας στις δύο πλευρές χρόνο να ολοκληρώσουν τις διαπραγματεύσεις.
Μέχρι την Παρασκευή, όμως, όλα είχαν ανατραπεί.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ ανακάλεσε τη διαπραγματευτική ομάδα του, κατηγορώντας την αμερικανική πλευρά ότι άλλαξε τους όρους την τελευταία στιγμή. Η Ουάσιγκτον απάντησε ότι ήταν ο Καναδάς εκείνος που υπαναχώρησε από δεσμεύσεις που είχαν ήδη συμφωνηθεί.
Και από τα ξημερώματα του Σαββάτου, οι αμερικανικοί δασμοί 50% τέθηκαν σε ισχύ σε καναδικά προϊόντα δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μία ακόμη εμπορική διαφωνία του Τραμπ.
Είναι μια επικίνδυνη ρωγμή σε μία από τις βαθύτερα ενοποιημένες οικονομικές σχέσεις στον πλανήτη.
Οι 72 ώρες που άλλαξαν τα πάντα
Το χρονικό δείχνει πόσο κοντά βρέθηκαν οι δύο πλευρές στη συμφωνία — και πόσο γρήγορα κατέρρευσε η εμπιστοσύνη.
Τρίτη 18 Αυγούστου: Η κυβέρνηση Τραμπ αναστέλλει προσωρινά την εφαρμογή των νέων δασμών. Η επίσημη προεδρική απόφαση μεταφέρει την έναρξή τους στις 00:01 της 22ας Αυγούστου.
Τετάρτη: Ο Κάρνεϊ ανακοινώνει ότι έχει σημειωθεί «ουσιαστική πρόοδος», αν και προειδοποιεί ότι απομένει σημαντική δουλειά.
Παρασκευή 21 Αυγούστου: Οι συνομιλίες καταρρέουν. Η Οτάβα αποσύρει τους διαπραγματευτές της.
Σάββατο 22 Αυγούστου: Οι αμερικανικοί δασμοί 50% ενεργοποιούνται και ο Καναδάς ανακοινώνει αντίποινα.
Κυριακή 23 Αυγούστου: Ο Τραμπ ανεβάζει ακόμη περισσότερο τους τόνους:
«Ο Καναδάς θέλει τα οφέλη του να είναι Πολιτεία, χωρίς να είναι Πολιτεία!!!»
Και καταλήγει:
«Όχι άλλο!!!»
Η εκδοχή της Οτάβα: «Ζήτησαν πάρα πολλά»
Ο Κάρνεϊ παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τις τελευταίες ώρες των διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με τον Καναδό πρωθυπουργό, η αμερικανική πλευρά έφερε στο τραπέζι νέες απαιτήσεις την τελευταία στιγμή, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο δασμούς αλλά και ζητήματα που η Οτάβα θεωρεί ότι αγγίζουν την ίδια την οικονομική της κυριαρχία.
Μεταξύ αυτών, ο Κάρνεϊ υποστήριξε ότι υπήρξαν απαιτήσεις σχετικά με:
- την αυτοκινητοβιομηχανία,
- τις μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες του Καναδά,
- την πολιτιστική πολιτική,
- τις προστασίες της γαλλικής γλώσσας.
«Τις τελευταίες ώρες, την τελευταία ώρα, οι ΗΠΑ επιχείρησαν να περιορίσουν τη δυνατότητά μας να συνάπτουμε άλλες εμπορικές συμφωνίες», είπε ο Κάρνεϊ.
Όταν ρωτήθηκε πώς ερμηνεύει την κίνηση της Ουάσιγκτον, η απάντησή του ήταν χαρακτηριστική:
«Είναι ένα power play. Και τότε γίνεται ζήτημα κυριαρχίας»
Και συμπύκνωσε τη θέση του Καναδά σε μία φράση:
«Ζήτησαν πάρα πολλά και πρόσφεραν πολύ λίγα».
Η Ουάσιγκτον απαντά: Ο Καναδάς υπαναχώρησε
Η αμερικανική κυβέρνηση απορρίπτει αυτή την αφήγηση.
Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Jamieson Greer υποστήριξε ότι η Οτάβα ήταν εκείνη που αρνήθηκε να ολοκληρώσει μια συμφωνία στους όρους που είχαν ήδη διαμορφωθεί.
«Ο Καναδάς αρνήθηκε να οριστικοποιήσει την εμπορική συμφωνία υπό τους όρους που είχαν συμφωνηθεί νωρίτερα αυτή την εβδομάδα», δήλωσε.
Κατηγόρησε μάλιστα την καναδική πλευρά ότι παρουσίασε νέες απαιτήσεις και υπαναχώρησε από προηγούμενες δεσμεύσεις, ανατρέποντας την ισορροπία που είχε επιτευχθεί.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι είχε προσφέρει στον Καναδά σημαντικές μειώσεις δασμών σε χάλυβα, αλουμίνιο, αυτοκίνητα και ξυλεία, καθώς και μια ευρύτερη οικονομική και στρατηγική συνεργασία σε κρίσιμα ορυκτά, αεροδιαστημική, ψηφιακό εμπόριο και ελέγχους εξαγωγών.
Με απλά λόγια, οι δύο κυβερνήσεις δεν διαφωνούν μόνο για το ποιος ευθύνεται.
Διαφωνούν ακόμη και για το τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί.
Δασμοί 50% – και ο Καναδάς απαντά «δολάριο προς δολάριο»
Η κατάρρευση των συνομιλιών είχε άμεση οικονομική συνέπεια.
Οι ΗΠΑ ενεργοποίησαν πρόσθετους δασμούς 50% σε σειρά καναδικών προϊόντων, με την κυβέρνηση Τραμπ να επικαλείται το Section 338 του Tariff Act του 1930.
Τα μέτρα αγγίζουν προϊόντα από γαλακτοκομικά και αλκοολούχα μέχρι οχήματα, τσιμέντο και ακόμη και είδη όπως μπαστούνια χόκεϊ. Εξαιρέσεις προβλέπονται μεταξύ άλλων για ενέργεια, ποτάσα και ορισμένα κρίσιμα ορυκτά.
Ο Κάρνεϊ απάντησε ότι η χώρα του θα αντιδράσει «δολάριο προς δολάριο».
Τα καναδικά αντίμετρα αναμένεται να στοχεύσουν αμερικανικούς κλάδους όπως:
- χάλυβας,
- γαλακτοκομικά,
- ηλεκτρονικά,
- αγροτικός εξοπλισμός,
- συσκευές,
- χαρτί και χαρτοπολτός.
Η εφαρμογή τους έχει προγραμματιστεί για τις 8 Σεπτεμβρίου.
Η γεωοικονομική βόμβα πίσω από τους δασμούς
Το πραγματικό διακύβευμα είναι μεγαλύτερο από το ύψος των προϊόντων που πλήττονται άμεσα.
Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς έχουν οικοδομήσει επί δεκαετίες αλυσίδες παραγωγής που λειτουργούν σχεδόν σαν μία ενιαία οικονομική μηχανή.
Ένα αυτοκίνητο μπορεί να περάσει τα σύνορα πολλές φορές κατά τη διάρκεια της παραγωγής του. Αμερικανικά εργοστάσια εξαρτώνται από καναδικό αλουμίνιο και πρώτες ύλες. Η αμερικανική ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται με καναδικό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια.
Γι’ αυτό και η σύγκρουση έχει διαφορετικό χαρακτήρα από έναν συμβατικό εμπορικό πόλεμο μεταξύ μακρινών οικονομιών.
Η Ουάσιγκτον επιβάλλει δασμούς σε μια παραγωγική αλυσίδα στην οποία συμμετέχουν και οι ίδιες οι αμερικανικές επιχειρήσεις.
Και τώρα απειλείται το ίδιο το USMCA
Η μεγαλύτερη στρατηγική σκιά αφορά πλέον το μέλλον της βορειοαμερικανικής εμπορικής αρχιτεκτονικής.
Ο ίδιος ο Λευκός Οίκος έχει δηλώσει ότι ο Τραμπ δεν συμφώνησε στην ανανέωση του USMCA στην υφιστάμενη μορφή του, θεωρώντας ότι δεν προσφέρει επαρκή οφέλη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό αλλάζει εντελώς την εξίσωση.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον απλώς το εάν ένας δασμός θα είναι 25%, 35% ή 50%.
Αφορά το ερώτημα εάν το μοντέλο οικονομικής ολοκλήρωσης που διαμόρφωσε τη Βόρεια Αμερική επί δεκαετίες μπορεί να επιβιώσει της δεύτερης προεδρίας Τραμπ.
Κάρνεϊ: Από τη διαπραγμάτευση στην «οικονομική ανεξαρτησία»
Η αντίδραση του Καναδά δείχνει επίσης μια βαθύτερη μετατόπιση.
Ο Κάρνεϊ έχει αρχίσει να μιλά ολοένα περισσότερο για μια ισχυρότερη και πιο ανεξάρτητη καναδική οικονομία, με διαφοροποίηση των εμπορικών εταίρων και μικρότερη έκθεση στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.
Η επίσημη καναδική κυβέρνηση αναφέρει ότι τους τελευταίους 18 μήνες έχει επικεντρωθεί στην ενίσχυση της οικονομίας στο εσωτερικό και στη διαφοροποίηση των διεθνών συνεργασιών της.
Η σύγκρουση με τον Τραμπ μπορεί να επιταχύνει αυτή την προσπάθεια.
Και αυτό δημιουργεί μια ειρωνεία για την Ουάσιγκτον:
μια πολιτική σχεδιασμένη για να αποσπάσει μεγαλύτερες παραχωρήσεις από τον Καναδά μπορεί τελικά να ωθήσει τον στενότερο οικονομικό εταίρο των ΗΠΑ να μειώσει μακροπρόθεσμα την εξάρτησή του από την αμερικανική αγορά.
Τραμπ εναντίον Κάρνεϊ: Η μάχη γίνεται πλέον πολιτική
Οι τελευταίες δηλώσεις δείχνουν ότι η σύγκρουση έχει ξεπεράσει την τεχνοκρατική διαπραγμάτευση.
Ο Τραμπ επαναφέρει τη γνωστή ρητορική ότι ο Καναδάς απολαμβάνει δυσανάλογα οφέλη από την πρόσβασή του στην αμερικανική οικονομία.
Ο Κάρνεϊ απαντά με τη γλώσσα της κυριαρχίας και της εθνικής αυτονομίας.
Και η αντιπαράθεση αρχίζει να μετατρέπεται σε πολιτικό τεστ και για τους δύο.
Για τον Τραμπ, το ερώτημα είναι εάν η επιθετική χρήση των δασμών μπορεί πράγματι να εξασφαλίσει καλύτερους όρους για τις ΗΠΑ χωρίς να προκαλέσει σημαντικό κόστος σε αμερικανικές επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Για τον Κάρνεϊ, το στοίχημα είναι εάν μπορεί να αντέξει μια σύγκρουση με τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της χώρας του χωρίς να υπονομεύσει την καναδική ανάπτυξη.
Από το «DEAL» στο «No more!!!»
Μέσα σε τρεις ημέρες, η ιστορία πέρασε από την αισιοδοξία για μια συμφωνία στην ενεργοποίηση δασμών 50%, στην ανακοίνωση καναδικών αντιποίνων και σε δημόσια ανταλλαγή κατηγοριών μεταξύ δύο από τους στενότερους συμμάχους του δυτικού κόσμου.
Αυτό ακριβώς κάνει την υπόθεση γεωοικονομικά σημαντική.
Δεν πρόκειται μόνο για χόκεϊ, γαλακτοκομικά, αυτοκίνητα ή χάλυβα.
Πρόκειται για το κατά πόσο η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει την οικονομική εξάρτηση ακόμη και των στενότερων συμμάχων της ως εργαλείο ισχύος.
Και η απάντηση του Κάρνεϊ δείχνει ότι η Οτάβα αρχίζει να αντιμετωπίζει αυτή την εξάρτηση όχι μόνο ως οικονομικό πλεονέκτημα αλλά και ως στρατηγική ευπάθεια.
Οι 72 ώρες που κατέστρεψαν τη συμφωνία μπορεί επομένως να αποδειχθούν κάτι πολύ μεγαλύτερο: η στιγμή που ΗΠΑ και Καναδάς άρχισαν να επανεξετάζουν μια οικονομική σχέση δεκαετιών.
Πηγή: pagenews.gr
