Μια νέα σύγκρουση ανοίγει στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής, αυτή τη φορά με επίκεντρο την Αρκτική.
Η Νορβηγία, ο σημαντικότερος πλέον προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περνά στην αντεπίθεση απέναντι στις Βρυξέλλες, υποστηρίζοντας ότι η ευρωπαϊκή πολιτική για τον περιορισμό νέων γεωτρήσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Αρκτική βρίσκεται σε ευθεία αντίφαση με όσα ζητούν στην πράξη μεγάλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Ο υπουργός Ενέργειας της Νορβηγίας Τέργιε Άασλαντ, μιλώντας στο περιθώριο της μεγάλης ενεργειακής διάσκεψης Offshore Northern Seas (ONS) στο Στάβανγκερ, έστειλε ένα εξαιρετικά αιχμηρό μήνυμα προς την Κομισιόν: η Ευρώπη δεν μπορεί από τη μία να ζητά περισσότερο νορβηγικό φυσικό αέριο και από την άλλη να πιέζει για περιορισμό της δραστηριότητας που θα εξασφαλίσει τις μελλοντικές ποσότητες.
«Όταν μιλάμε με τη Γερμανία, θέλουν αυτό το φυσικό αέριο. Και όταν μιλάμε με την Πολωνία, θέλουν αυτό το φυσικό αέριο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Νορβηγός υπουργός.
Και πίσω από τη σύγκρουση βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος θα τροφοδοτεί την Ευρώπη όταν αρχίσει να υποχωρεί σημαντικά η παραγωγή των σημερινών νορβηγικών κοιτασμάτων;
Η αντίφαση των Βρυξελλών
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ταχθεί από το 2021 υπέρ μιας διεθνούς προσπάθειας περιορισμού νέων εξορύξεων υδρογονανθράκων στην Αρκτική.
Όμως από τότε η ενεργειακή πραγματικότητα της Ευρώπης έχει αλλάξει δραματικά.
Μετά τη μεγάλη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία, η Νορβηγία εξελίχθηκε σε κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας εφοδιασμού.
Και αυτό ακριβώς χρησιμοποιεί τώρα το Όσλο ως βασικό επιχείρημα απέναντι στην Κομισιόν.
Ο Άασλαντ δείχνει ιδιαίτερα προς τη Γερμανία και την Πολωνία, δύο χώρες που όχι μόνο χρειάζονται τις νορβηγικές προμήθειες αλλά ενισχύουν τους μακροχρόνιους ενεργειακούς δεσμούς τους με το Όσλο.
Η πραγματικότητα στην αγορά φαίνεται πράγματι να ενισχύει το επιχείρημά του.
Μόλις στις 24 Αυγούστου, Equinor και Uniper υπέγραψαν συμφωνία διάρκειας 15 ετών για την προμήθεια της Γερμανίας με περισσότερες από 30 TWh φυσικού αερίου ετησίως — περίπου 2,8 δισ. κυβικά μέτρα τον χρόνο. Οι παραδόσεις ξεκινούν την 1η Ιανουαρίου 2027 και θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος του 2041.
«Η Ευρώπη έχει 27 ενεργειακές αγορές»
Ο Νορβηγός υπουργός προχώρησε ακόμη περισσότερο, βάζοντας στο στόχαστρο τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση χαράσσει ενεργειακή πολιτική.
«Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι ότι έχουμε 27 ενεργειακές αγορές», είπε.
Κατά τον ίδιο, μπορεί η Κομισιόν να καταρτίζει κοινές στρατηγικές και ευρωπαϊκά σχέδια, όμως όταν έρχεται η ώρα των πραγματικών αποφάσεων για την ενεργειακή ασφάλεια, κάθε κράτος-μέλος ακολουθεί τις δικές του ανάγκες.
«Δεν συνομιλούν μεταξύ τους. Έχουν ωραία κείμενα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αλλά όταν μιλάμε για μια ρεαλιστική προσέγγιση και για την ενεργειακή πορεία του μέλλοντος, υπάρχουν 27 διαφορετικές στρατηγικές. Και νομίζω ότι αυτό είναι πρόβλημα», ανέφερε.
Πρόκειται για μια πολιτικά βαριά κατηγορία: ότι δηλαδή η ευρωπαϊκή πράσινη στρατηγική και η πραγματική ενεργειακή πολιτική των κρατών-μελών αρχίζουν να κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η Πολωνία αγοράζει κοιτάσματα – Η Γερμανία «κλειδώνει» αέριο έως το 2041
Το Όσλο δεν μιλά θεωρητικά.
Η Πολωνία έχει ενισχύσει τη νορβηγική παρουσία της μέσω της ORLEN, ενώ η ίδια η Equinor ανακοίνωσε στις 20 Αυγούστου νέα συμφωνία προμήθειας πολωνικής αργού από το κοίτασμα Johan Sverdrup.
Την ίδια ώρα, η 15ετής συμφωνία Equinor-Uniper δείχνει ότι η Γερμανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το φυσικό αέριο ως κρίσιμο κομμάτι του ενεργειακού της συστήματος για αρκετά χρόνια ακόμη.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Uniper Μίχαελ Λιούις χαρακτήρισε τη Νορβηγία «ακρογωνιαίο λίθο» της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας, ενώ η Equinor σημειώνει ότι η Γερμανία αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά της για φυσικό αέριο.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το επιχείρημα της νορβηγικής κυβέρνησης:
Εάν η Ευρώπη θέλει νορβηγικό αέριο για δεκαπέντε ακόμη χρόνια — και πιθανότατα περισσότερο — από πού θα προέλθουν οι νέες ποσότητες καθώς τα υφιστάμενα κοιτάσματα ωριμάζουν;
Το μεγάλο πρόβλημα: Η παραγωγή της Νορβηγίας θα πέσει
Αυτό είναι το πραγματικό άγχος πίσω από την επιθετική στάση του Όσλο.
Η Norwegian Offshore Directorate προειδοποιεί ότι και στα τρία βασικά σενάρια που εξετάζει, η συνολική παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στη νορβηγική υφαλοκρηπίδα υποχωρεί προς το 2050.
Για να περιοριστεί η πτώση, απαιτούνται περισσότερες έρευνες, νέες ανακαλύψεις, ανάπτυξη ήδη εντοπισμένων κοιτασμάτων και επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογία.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: τα διαφορετικά σενάρια μπορούν να οδηγήσουν σε εντελώς διαφορετική παραγωγική δυνατότητα μέχρι τα μέσα του αιώνα, ανάλογα με το ύψος των επενδύσεων και τις νέες ανακαλύψεις.
Και η Νορβηγία φοβάται ότι χωρίς νέα projects, η πτώση μπορεί να γίνει πολύ ταχύτερη.
Το Barents Sea γίνεται το νέο ενεργειακό σύνορο
Γι’ αυτό το βλέμμα στρέφεται όλο και περισσότερο προς τη Θάλασσα Μπάρεντς.
Πρόκειται για μία από τις περιοχές όπου η νορβηγική κυβέρνηση και η βιομηχανία βλέπουν σημαντικές δυνατότητες νέων ανακαλύψεων.
Ο Άασλαντ τη χαρακτήρισε «σημαντική περιοχή για τη μελλοντική ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης» και κάλεσε ουσιαστικά Ευρωπαίους αξιωματούχους να επισκεφθούν την περιοχή για να διαπιστώσουν επί τόπου τι διακυβεύεται.
Η νορβηγική πετρελαϊκή βιομηχανία κινείται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση. Equinor, Aker BP και Vår Energi ανακοίνωσαν στις 24 Αυγούστου νέα στρατηγική συνεργασία για την αναζήτηση μεγάλων νέων κοιτασμάτων στη νορβηγική υφαλοκρηπίδα, με στόχο discoveries που θα μπορούν να στηρίξουν νέα αυτόνομα projects και μακροχρόνια παραγωγή.
«Οι επενδύσεις πηγαίνουν στις ΗΠΑ και στην Ασία»
Ο Άασλαντ έθεσε όμως και ένα δεύτερο ζήτημα: την ανταγωνιστικότητα.
Κατά τον Νορβηγό υπουργό, οι ενεργειακές επενδύσεις μετακινούνται προς τις ΗΠΑ και την Ασία, καθώς οι εταιρείες αναζητούν πιο ελκυστικές συνθήκες και μεγαλύτερη πολιτική προβλεψιμότητα.
«Τι στηρίζει την Ευρώπη; Τίποτα», είπε χαρακτηριστικά.
Το μήνυμα είναι σαφές: εάν η Ευρώπη περιορίσει τις επενδύσεις στη δική της γειτονιά, αλλά εξακολουθήσει να χρειάζεται πετρέλαιο και φυσικό αέριο, υπάρχει κίνδυνος απλώς να μεταφέρει την εξάρτησή της σε μακρινότερους παραγωγούς.
Το περιβαλλοντικό αντεπιχείρημα
Η άλλη πλευρά της συζήτησης, όμως, είναι εξίσου ισχυρή.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις και επενδυτές που αντιτίθενται στην επέκταση των εξορύξεων στην Αρκτική προειδοποιούν ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά ευαίσθητο οικοσύστημα, όπου ένα σοβαρό πετρελαϊκό ατύχημα θα μπορούσε να έχει δυσανάλογα μεγάλες και μακροχρόνιες συνέπειες.
Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι η δημιουργία νέων κοιτασμάτων με διάρκεια ζωής δεκαετιών μπορεί να «κλειδώσει» την Ευρώπη σε πρόσθετη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων την ώρα που η ΕΕ επιχειρεί να επιταχύνει την απανθρακοποίηση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης: το Όσλο μιλά για ασφάλεια εφοδιασμού, ενώ οι επικριτές των νέων γεωτρήσεων μιλούν για τον κίνδυνο δημιουργίας μιας νέας μακροχρόνιας εξάρτησης.
Το νορβηγικό παράδοξο που η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει
Η σύγκρουση Νορβηγίας–Κομισιόν αποκαλύπτει μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.
Η Ευρώπη θέλει ταυτόχρονα τρία πράγματα: να εγκαταλείψει τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, να διατηρήσει ασφαλή και οικονομικά ανταγωνιστική την ενεργειακή τροφοδοσία της και να μειώσει γρήγορα τη χρήση πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η επίτευξη και των τριών ταυτόχρονα είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Η Νορβηγία απέκτησε τεράστια στρατηγική σημασία ακριβώς επειδή μπορεί να προσφέρει στην Ευρώπη κάτι που σήμερα έχει μεγάλη αξία: μεγάλες ποσότητες ενέργειας από έναν πολιτικά σταθερό, ευρωπαϊκό και στενά συνδεδεμένο με την ΕΕ εταίρο.
Όμως το Όσλο προειδοποιεί ότι αυτό δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο για πάντα.
Η παραγωγή των υφιστάμενων κοιτασμάτων θα μειώνεται. Η ίδια η νορβηγική αρμόδια αρχή λέει ότι χωρίς νέες έρευνες, επενδύσεις και τεχνολογία η πτώση θα επιταχυνθεί.
Έτσι, η Θάλασσα Μπάρεντς μετατρέπεται από ένα περιβαλλοντικό debate σε γεωπολιτικό ζήτημα.
Και το ερώτημα που θέτει ουσιαστικά η Νορβηγία στις Βρυξέλλες είναι δύσκολο να παρακαμφθεί:
Εάν η Ευρώπη δεν θέλει νέες γεωτρήσεις στη Νορβηγία αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται φυσικό αέριο, από ποιον ακριβώς θέλει να το αγοράζει;
Πηγή: pagenews.gr
