Μια από τις πιο παράδοξες ανατροπές της δεύτερης κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ εκτυλίσσεται αυτή την περίοδο στη Wall Street. Ο Σκοτ Μπέσεντ, ο άνθρωπος που μπήκε στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών με το κύρος ενός βετεράνου των αγορών, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με εκείνους που υποτίθεται ότι γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο: τους επενδυτές ομολόγων.
Το πρόβλημα για τον υπουργό Οικονομικών δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Αγγίζει τον πυρήνα της αποστολής του στο Treasury: τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στη μεγαλύτερη και σημαντικότερη αγορά κρατικού χρέους στον κόσμο.
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων έχουν κινηθεί αισθητά υψηλότερα. Από τα τέλη Μαρτίου, η απόδοση του 10ετούς Treasury έχει αυξηθεί από περίπου 4,32% στο 4,73%, ενώ του 30ετούς από 4,90% σε περίπου 5,28%, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το New Yorker.
Και όσο η αγορά πιέζει τις τιμές των ομολόγων χαμηλότερα και τις αποδόσεις υψηλότερα, τόσο ενισχύεται ένα ερώτημα που μέχρι πριν από λίγους μήνες θα φαινόταν σχεδόν αδιανόητο:
Μπορεί ο Μπέσεντ να χάσει την εμπιστοσύνη της ίδιας της Wall Street;
Από hedge fund manager σε «caretaker» των Treasuries
Η ειρωνεία είναι έντονη.
Ο Μπέσεντ έχτισε μεγάλο μέρος της φήμης του ως macro trader. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εργαζόταν στο fund του Τζορτζ Σόρος και συμμετείχε στην ομάδα που στοιχημάτισε εναντίον της βρετανικής λίρας.
Τρεις δεκαετίες αργότερα βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού: δεν στοιχηματίζει εναντίον κυβερνήσεων, αλλά πρέπει να πείσει τις αγορές να χρηματοδοτούν τη δική του.
Ο ίδιος έχει περιγράψει ως μία από τις βασικότερες ευθύνες του τον ρόλο του θεματοφύλακα της αγοράς αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Ακριβώς γι’ αυτό η σημερινή αμφισβήτηση είναι τόσο επικίνδυνη.
Η κίνηση που εξόργισε μέρος της Wall Street
Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσπάθεια του Treasury να παρέμβει περισσότερο στη λειτουργία της αγοράς.
Στις 19 Αυγούστου ανακοινώθηκε διπλασιασμός του μεγέθους των επαναγορών μακροπρόθεσμων ομολόγων, από 2 δισ. σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη, με έμφαση στις διάρκειες 10 έως 30 ετών. Η ανακοίνωση ήρθε μετά την άνοδο της απόδοσης του 30ετούς σε υψηλά πολλών ετών.
Αρχικά η κίνηση φάνηκε να λειτουργεί: οι αποδόσεις υποχώρησαν.
Η ανακούφιση όμως δεν κράτησε.
Μέσα σε περίπου μία ημέρα η αγορά είχε ουσιαστικά αντιστρέψει την αρχική κίνηση, επαναφέροντας τις αποδόσεις σε υψηλά επίπεδα.
Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα για τον Μπέσεντ: η αγορά δεν ακολουθεί πλέον εύκολα το μήνυμα του Treasury.
Το χτύπημα από τον άνθρωπο που τον δίδαξε τις αγορές
Η μεγαλύτερη πολιτική και προσωπική πίεση ήρθε από τον Στάνλεϊ Ντράκενμιλερ.
Ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής και πρώην μέντορας του Μπέσεντ στην εποχή του Soros Fund Management επέκρινε δημόσια την προσπάθεια του υπουργού να επηρεάσει τις αποδόσεις των ομολόγων.
Η θέση του είναι ουσιαστικά ότι το Treasury δεν πρέπει να επιχειρεί να καταστείλει τεχνητά το κόστος δανεισμού.
Η κυβέρνηση, υποστηρίζει, θα έπρεπε αντίθετα να αντιμετωπίσει την πραγματική πηγή της ανησυχίας των επενδυτών: το δημοσιονομικό έλλειμμα και την πορεία του αμερικανικού χρέους.
Για τον Μπέσεντ, η επίθεση έχει ιδιαίτερο συμβολισμό. Ένας άνθρωπος που έμαθε να διαβάζει πότε οι κυβερνήσεις επιχειρούν να κινηθούν κόντρα στις αγορές κατηγορείται τώρα από τον παλιό του μέντορα ότι κάνει ακριβώς αυτό.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι τα 40 τρισ. δολάρια
Πίσω από τη σύγκρουση βρίσκεται ένας αριθμός που η Wall Street δεν μπορεί να αγνοήσει: το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει πλέον περάσει στην περιοχή των 40 τρισ. δολαρίων.
Ο Μπέσεντ έχει επιχειρήσει να υποβαθμίσει τη σημασία του απόλυτου αριθμού, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει κάτι «μαγικό» στο συγκεκριμένο όριο.
Οι επενδυτές όμως εξετάζουν κάτι διαφορετικό.
Πόσα νέα ομόλογα θα πρέπει να εκδώσει η Ουάσιγκτον; Πόσο υψηλό επιτόκιο θα απαιτήσει η αγορά για να τα αγοράσει; Και πόσο μεγάλο μέρος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού θα καταναλώνεται τελικά για τόκους;
Όσο οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να κρατήσουν αμερικανικό χρέος, τόσο αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου.
Η αγορά αρχίζει να βλέπει έναν υπερδραστήριο υπουργό
Υπάρχει και μια δεύτερη πηγή ανησυχίας.
Ο Μπέσεντ δεν περιορίζεται πλέον στην παραδοσιακή διαχείριση του Treasury. Τις τελευταίες εβδομάδες έχει βρεθεί στο επίκεντρο ασυνήθιστα παρεμβατικών κινήσεων στις αγορές συναλλάγματος και ομολόγων.
Στις αρχές Αυγούστου η αμερικανική κυβέρνηση παρενέβη για τη στήριξη του ιαπωνικού γεν, σε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη κίνηση για την Ουάσιγκτον.
Αυτό έχει οδηγήσει ορισμένους αναλυτές να αναρωτηθούν εάν ο πρώην hedge fund manager αντιμετωπίζει το υπουργείο Οικονομικών με υπερβολικά «trading» νοοτροπία.
Η κριτική συνοψίζεται σε μια απλή διαφορά:
Ένα hedge fund μπορεί να στοιχηματίζει στις αγορές. Το αμερικανικό Treasury πρέπει πρωτίστως να διασφαλίζει ότι οι αγορές εμπιστεύονται τους θεσμούς και το δολάριο.
Το επικίνδυνο παιχνίδι με τα hedge funds
Υπάρχει, παράλληλα, ένα βαθύτερο ζήτημα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Τα hedge funds έχουν αποκτήσει τεράστια παρουσία στην αγορά Treasuries, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων ιδιαίτερα μοχλευμένες στρατηγικές «basis trade».
Σύμφωνα με στοιχεία της New York Fed που επικαλείται το Fortune, τα hedge funds είχαν περίπου 2,4 τρισ. δολάρια long έκθεση στα Treasuries τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ το συνολικό basis trade υπολογιζόταν περίπου στα 830 δισ. δολάρια.
Αυτό δημιουργεί έναν πρόσθετο κίνδυνο: μια απότομη μεταβολή των αποδόσεων μπορεί να προκαλέσει ταχύτατη απομόχλευση.
Το προηγούμενο του Μαρτίου του 2020, όταν η αγορά Treasuries αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και χρειάστηκε μαζική παρέμβαση της Federal Reserve, παραμένει ζωντανό στη μνήμη των αγορών.
Η μάχη που ο Μπέσεντ δεν μπορεί να κερδίσει μόνο με δηλώσεις
Η ουσία της αντιπαράθεσης ξεπερνά πλέον ένα πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων.
Η Wall Street αρχίζει να δοκιμάζει κατά πόσο η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ μπορεί να συμβιβάσει χαμηλότερα επιτόκια, ισχυρή ανάπτυξη και ταυτόχρονα ένα τεράστιο δημοσιονομικό βάρος.
Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό ρίσκο για τον Μπέσεντ.
Ένας υπουργός Οικονομικών μπορεί να διαφωνήσει με τους επενδυτές. Μπορεί να επιχειρήσει να τους καθησυχάσει. Μπορεί ακόμη και να παρέμβει περιστασιακά στις αγορές.
Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που κανένας υπουργός Οικονομικών δεν μπορεί να επιβάλει:
την εμπιστοσύνη.
Η υπόθεση Μπέσεντ έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η αγορά Treasuries αποτελεί τον πυρήνα ολόκληρου του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για στεγαστικά δάνεια, εταιρικό χρέος, αποτιμήσεις μετοχών και κόστος χρηματοδότησης διεθνώς.
Εάν λοιπόν η Wall Street αρχίσει να απαιτεί μόνιμα μεγαλύτερο «ασφάλιστρο» για να χρηματοδοτεί την Ουάσιγκτον, το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο τον Μπέσεντ.
Θα αφορά το κόστος του χρήματος σε ολόκληρο τον κόσμο.
Πηγή: Pagenews.gr
