Γεωπολιτικά

Ο πόλεμος με το Ιράν διχάζει την Ουάσιγκτον: «Νίκη» ή έξοδος πριν γίνει νέο Ιράκ;

Ο πόλεμος με το Ιράν διχάζει την Ουάσιγκτον: «Νίκη» ή έξοδος πριν γίνει νέο Ιράκ;
Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η μεγαλύτερη διαφωνία στην Ουάσιγκτον δεν αφορά πλέον το αν οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν το Ιράν, αλλά το πότε θα σταματήσουν. Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει μια συμφωνία που να μπορεί να παρουσιαστεί ως στρατηγική νίκη· ο Τζέι Ντι Βανς και το «America First» φοβούνται έναν ανοιχτό πόλεμο χωρίς καθαρό τέλος, με το Στενό του Ορμούζ, τις τιμές καυσίμων και τις αμερικανικές απώλειες να αυξάνουν το πολιτικό κόστος.

Ο πόλεμος Ηνωμένων Πολιτειών–Ιράν έχει περάσει σε μια νέα και ίσως δυσκολότερη φάση.

Η Ουάσιγκτον δεν αναζητεί πλέον μόνο τρόπο να πιέσει στρατιωτικά την Τεχεράνη.

Αναζητεί τρόπο να τελειώσει τον πόλεμο χωρίς να μοιάζει ότι υποχωρεί.

Και αυτό αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο.

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τη σύγκρουση στα τέλη Φεβρουαρίου, είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να διαρκέσει τέσσερις έως πέντε εβδομάδες. Έξι μήνες αργότερα, η πολεμική σύγκρουση συνεχίζεται, η συμφωνία του Ιουνίου έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και το Στενό του Ορμούζ έχει μετατραπεί σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές πιέσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τραμπ και Βανς δεν ορίζουν με τον ίδιο τρόπο την «επιτυχία»

Η διαφωνία στο εσωτερικό της κυβέρνησης έγινε ιδιαίτερα ορατή τον Αύγουστο.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, μιλώντας στο Fox News, τοποθέτησε την προστασία των Αμερικανών από τις υψηλές τιμές των καυσίμων στην κορυφή των άμεσων προτεραιοτήτων.

«Στόχος νούμερο ένα είναι να κρατήσουμε το πετρέλαιο και τη βενζίνη φθηνά για τους Αμερικανούς σε όλη τη χώρα και, προφανώς, στόχος νούμερο δύο είναι να διασφαλίσουμε ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο», είπε.

Ο Τραμπ απάντησε δημόσια με διαφορετική ιεράρχηση.

«Ο νούμερο ένα στόχος είναι, και πάντα θα είναι, ότι το Ιράν δεν μπορεί να έχει, με κανέναν τρόπο, πυρηνικό όπλο», έγραψε.

Η διαφορά μπορεί να φαίνεται λεκτική.

Δεν είναι.

Αποκαλύπτει δύο διαφορετικούς τρόπους να απαντήσει η Ουάσιγκτον στην ερώτηση:

τι θεωρεί «νίκη»;

Ο Τραμπ χρειάζεται κάτι που να μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη

Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η παύση των εχθροπραξιών από μόνη της δεν αρκεί.

Η στρατιωτική πίεση πρέπει να καταλήξει σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Η Τεχεράνη πρέπει να δεχθεί όρους που η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει στο αμερικανικό κοινό ως απόδειξη ότι ο πόλεμος παρήγαγε κάτι περισσότερο από καταστροφές και κόστος.

Η αποτροπή του πυρηνικού όπλου βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του στόχου.

Όμως όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο μεγαλώνει ο πειρασμός να διευρυνθούν και οι απαιτήσεις:

περιορισμός του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος,

περιορισμός της περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης,

περιορισμός της στήριξης προς οργανώσεις που υποστηρίζει το Ιράν,

και ίσως μια ευρύτερη αλλαγή της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο.

Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος της «μετακίνησης των δοκαριών».

Κάθε επιτυχία δημιουργεί έναν νέο στόχο.

Και κάθε νέος στόχος κάνει την έξοδο δυσκολότερη.

Το «America First» βλέπει τον εφιάλτη των ατέρμονων πολέμων

Ο Βανς αντιπροσωπεύει μια διαφορετική παράδοση μέσα στο σημερινό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας στην κριτική απέναντι στις μακροχρόνιες αμερικανικές εμπλοκές στο εξωτερικό.

Η εμπειρία του Ιράκ και του Αφγανιστάν αποτελεί το προφανές ιστορικό φάντασμα.

Το βασικό ερώτημα αυτής της σχολής σκέψης είναι απλό:

αν ο αρχικός στόχος ήταν να εμποδιστεί το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, γιατί οι ΗΠΑ πρέπει να παραμείνουν σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο για να αναδιαμορφώσουν ολόκληρη τη Μέση Ανατολή;

Ο ίδιος ο Βανς έχει αναγνωρίσει ότι στο εσωτερικό της κυβέρνησης υπάρχουν συζητήσεις και διαφωνίες, επιμένοντας όμως ότι όταν ο πρόεδρος αποφασίσει, η κυβέρνηση εφαρμόζει ενιαία την απόφασή του.

«Ο πρόεδρος παίρνει τις αποφάσεις. Έχουμε φυσικά συζητήσεις και διαφωνίες για το τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε. Όταν όμως αποφασίσει, είμαστε ενωμένοι στην υλοποίηση της αποστολής», δήλωσε.

Ο Λευκός Οίκος αρνείται επισήμως ότι υπάρχει ρήγμα.

«Δεν υπάρχει καμία διαίρεση», δήλωσε εκπρόσωπος της κυβέρνησης, επιμένοντας ότι ολόκληρη η διοίκηση στηρίζει τον στόχο να μην αποκτήσει ποτέ το Ιράν πυρηνικό όπλο.

Το Στενό του Ορμούζ άλλαξε ολόκληρη την εξίσωση

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι ο πόλεμος δεν περιορίζεται πλέον στο στρατιωτικό πεδίο.

Το Στενό του Ορμούζ έχει γίνει κεντρικό μέτωπο.

Η συνεχιζόμενη διαταραχή στη ναυσιπλοΐα επηρεάζει:

τιμές πετρελαίου,

τιμές βενζίνης,

κόστος μεταφορών,

εφοδιαστικές αλυσίδες,

και τελικά τον αμερικανικό πληθωρισμό.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει πλέον μετατοπίσει σημαντικό μέρος της προσοχής της στην επαναλειτουργία του Στενού, καθώς η οικονομική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ αυξάνεται.

Και εδώ το δίλημμα γίνεται εξαιρετικά σκληρό.

Αν η Ουάσιγκτον χαλαρώσει την πίεση για να ανοίξει το Ορμούζ, μπορεί να χάσει διαπραγματευτική ισχύ.

Αν συνεχίσει την πίεση, οι τιμές ενέργειας μπορούν να παραμείνουν υψηλές και να μετατρέψουν τον πόλεμο σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.

Βενζίνη πάνω από 4 δολάρια: Ο πόλεμος μπαίνει στην αμερικανική κάλπη

Η οικονομική πίεση εξηγεί γιατί ο Βανς δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στις τιμές καυσίμων.

Στα μέσα Αυγούστου, η μέση τιμή της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ξεπεράσει ξανά τα 4 δολάρια το γαλόνι, ενώ το πετρέλαιο κίνησης κινήθηκε σημαντικά υψηλότερα.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Για τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο, ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να μοιάζει μακρινός.

Η τιμή στην αντλία όμως δεν είναι.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται ο πολιτικός κίνδυνος για την κυβέρνηση.

Μια στρατιωτική υπεροχή μπορεί να μετατραπεί σε εκλογικό μειονέκτημα εάν συνδυαστεί με ακριβότερη ενέργεια και πληθωρισμό.

Περισσότεροι από 750 Αμερικανοί στρατιώτες έχουν τραυματιστεί

Υπάρχει και το ανθρώπινο κόστος.

Το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι περισσότεροι από 750 Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν τραυματιστεί από την έναρξη του πολέμου.

Το στοιχείο αλλάζει σταδιακά την πολιτική εικόνα.

Όσο οι απώλειες αυξάνονται και ο πόλεμος συνεχίζεται χωρίς ορατό τέλος, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την κυβέρνηση να τον παρουσιάζει ως σύντομη και ελεγχόμενη επιχείρηση.

Και τα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων πιέζονται

Η σύγκρουση έχει επίσης αποκαλύψει περιορισμούς στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Τραμπ είχε έντονη αντιπαράθεση με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ σχετικά με τις ελλείψεις σε κρίσιμα πυρομαχικά, καθώς η παρατεταμένη σύγκρουση έχει αυξήσει την κατανάλωση ακριβών συστημάτων.

Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική εξόδου.

Κάθε επιπλέον μήνας πολέμου δεν κοστίζει μόνο χρήματα.

Καταναλώνει αποθέματα που οι ΗΠΑ χρειάζονται ταυτόχρονα για:

Ευρώπη,

Μέση Ανατολή,

Ινδο-Ειρηνικό,

και την ίδια την αμερικανική άμυνα.

Η συμφωνία του Ιουνίου απέτυχε να δημιουργήσει έξοδο

Τον Ιούνιο, ο Τραμπ είχε παρουσιάσει το μνημόνιο συνεννόησης με το Ιράν ως αρχή του τέλους του πολέμου.

Το σχέδιο προέβλεπε μια δίμηνη περίοδο για ευρύτερες διαπραγματεύσεις.

Όμως οι συνομιλίες βάλτωσαν και η διαφωνία γύρω από τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ συνέβαλε στην κατάρρευση της προσπάθειας.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Βανς.

Ο αντιπρόεδρος είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, επιδιώκοντας έναν δρόμο που θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να διατηρήσουν πίεση χωρίς να παραμείνουν εγκλωβισμένες σε έναν αόριστο πόλεμο.

Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι «τι γίνεται την επόμενη ημέρα;»

Εδώ βρίσκεται η στρατηγική καρδιά της σύγκρουσης μέσα στην Ουάσιγκτον.

Αν ο στόχος είναι ένας:

το Ιράν να μην αποκτήσει πυρηνικό όπλο,

τότε μπορεί θεωρητικά να υπάρξει καθαρό τέλος.

Μια συμφωνία.

Επιθεωρήσεις.

Περιορισμοί.

Σταδιακή αποκλιμάκωση.

Αν όμως ο στόχος γίνει πολύ ευρύτερος, τότε το τέλος γίνεται ασαφές.

Τι σημαίνει «νίκη» αν απαιτείται ταυτόχρονα:

πυρηνικός αφοπλισμός,

περιορισμός βαλλιστικών πυραύλων,

αποδυνάμωση περιφερειακών συμμάχων του Ιράν,

αλλαγή συμπεριφοράς της Τεχεράνης,

και νέα ισορροπία στον Περσικό Κόλπο;

Ένας τέτοιος πόλεμος μπορεί πρακτικά να μην έχει τελικό σημείο.

Και οι σύμμαχοι στον Κόλπο αρχίζουν να ανησυχούν

Η κόπωση δεν περιορίζεται στην Ουάσιγκτον.

Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ και Μπαχρέιν εμφανίζονται ολοένα και πιο ανήσυχα για την απουσία σταθερής διπλωματικής εξόδου, σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα.

Οι χώρες του Κόλπου θέλουν την ιρανική απειλή περιορισμένη.

Δεν θέλουν όμως έναν μόνιμο πόλεμο δίπλα στις πετρελαϊκές τους εγκαταστάσεις και στις βασικές θαλάσσιες οδούς τους.

Η συνέχιση των επιθέσεων με πυραύλους και drones δημιουργεί ακριβώς αυτόν τον φόβο.

Η σιωπηρή σύγκρουση αφορά και το 2028

Υπάρχει επίσης μια εσωτερική πολιτική διάσταση.

Ο Τραμπ βρίσκεται στη δεύτερη και τελευταία θητεία του.

Ο Βανς όχι.

Ο αντιπρόεδρος θεωρείται ήδη ένας από τους βασικούς πιθανούς διαδόχους του κινήματος Τραμπ για το 2028.

Αυτό σημαίνει ότι έχει διπλό πολιτικό πρόβλημα.

Πρέπει να παραμένει πιστός στον Τραμπ.

Αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει να ταυτιστεί πλήρως με έναν πόλεμο που ενδέχεται να εξελιχθεί σε οικονομικό και πολιτικό βάρος για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η Ουάσιγκτον ξέρει πώς να πολεμήσει – δεν ξέρει ακόμη πώς να κηρύξει τη νίκη

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η στρατιωτική ισχύς δεν είναι το κεντρικό ερώτημα.

Το ερώτημα είναι πολιτικό:

πότε θεωρείται ότι ο πόλεμος πέτυχε;

Ο Τραμπ δεν μπορεί εύκολα να επιστρέψει στο προπολεμικό καθεστώς και να ισχυριστεί ότι αυτό αποτελεί μεγάλη νίκη.

Χρειάζεται μια συμφωνία που να δείχνει ότι η στρατιωτική πίεση ανάγκασε το Ιράν να αλλάξει συμπεριφορά.

Ο Βανς, αντίθετα, φοβάται ακριβώς τη λογική σύμφωνα με την οποία κάθε κόστος που έχει ήδη καταβληθεί δημιουργεί την ανάγκη για ένα ακόμη μεγαλύτερο αποτέλεσμα.

Γιατί έτσι γεννιούνται οι πόλεμοι χωρίς τέλος.

Έξι μήνες μετά, η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται πλέον μπροστά στο πιο δύσκολο ερώτημα:

όχι αν μπορεί να συνεχίσει.

Αλλά αν ξέρει πότε να σταματήσει.

Το Ορμούζ, οι τιμές της βενζίνης, τα αποθέματα πυραύλων, οι τραυματισμένοι στρατιώτες και οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν μετατρέψει αυτή την απόφαση από ζήτημα εξωτερικής πολιτικής σε ζήτημα εσωτερικής πολιτικής επιβίωσης.

Και εκεί βρίσκεται το παράδοξο του πολέμου:

όσο περισσότερο η Ουάσιγκτον προσπαθεί να εξασφαλίσει μια «μεγαλύτερη νίκη», τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος να χάσει την έξοδο.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο