Μια νέα στρατηγική εξίσωση διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή και αγγίζει πλέον άμεσα τόσο το ΝΑΤΟ όσο και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η «Συμφωνία Αμοιβαίας Άμυνας της Μέκκας» μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δεν παραμένει μια πολιτική διακήρυξη.
Αρχίζει να αποκτά θεσμούς, μηχανισμούς στρατιωτικού συντονισμού και αμυντικοβιομηχανική διάσταση, ενώ περιλαμβάνει μία εξαιρετικά σημαντική αρχή: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Και τώρα η Άγκυρα στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τη Δύση.
Σύμφωνα με τουρκικές διπλωματικές πηγές που μίλησαν στο Euractiv, όλοι οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ είχαν ενημερωθεί για τη συμφωνία.
«Η Συμφωνία της Μέκκας πρέπει να θεωρείται συμπληρωματική στις προσπάθειες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ», ανέφεραν οι ίδιες πηγές, υποστηρίζοντας ότι στόχος της είναι η ενίσχυση της σταθερότητας, της προβλεψιμότητας και της ειρήνης στη Μέση Ανατολή.
Υπάρχει όμως μία ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Η Κομισιόν δεν γνώριζε – Η Άγκυρα λέει ότι γνώριζε το ΝΑΤΟ
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανέφεραν στο Euractiv ότι η Τουρκία δεν ενημέρωσε τις Βρυξέλλες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας.
Η Άγκυρα απαντά ότι οι σύμμαχοί της στο ΝΑΤΟ είχαν ενημερωθεί — 23 από τους οποίους είναι ταυτόχρονα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ίδιο το NATO δεν ήταν διαθέσιμο να σχολιάσει στο Euractiv τον συγκεκριμένο τουρκικό ισχυρισμό.
Η διάκριση είναι σημαντική.
Άλλο η θεσμική ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλο οι διαβουλεύσεις εντός ή μεταξύ κρατών του ΝΑΤΟ.
Συνεπώς, με τα μέχρι στιγμής δημόσια δεδομένα, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι κάποια από τις δύο πλευρές λέει αναγκαστικά κάτι αντιφατικό.
Το βέβαιο είναι ότι η Άγκυρα θέλει να καθησυχάσει τους δυτικούς συμμάχους της πως δεν δημιουργεί έναν ανταγωνιστικό προς το NATO στρατιωτικό μηχανισμό.
Μία νέα συμμαχία με «DNA» συλλογικής άμυνας
Η συμφωνία υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου και συνδέει τρεις ιδιαίτερα σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Την Τουρκία, η οποία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ.
Τη Σαουδική Αραβία, μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικά και οικονομικά χώρες του Κόλπου.
Και το Πακιστάν, τη μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο.
Η κεντρική ρήτρα της συμφωνίας προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έχει χαρακτηρίσει τη λογική της «τεχνικά» συγκρίσιμη με εκείνη του Άρθρου 5 του NATO, αν και ο τρόπος ενεργοποίησης και η μορφή στρατιωτικής συνδρομής διαφέρουν και παραμένουν υπό διαμόρφωση.
Η συμφωνία επομένως δεν αποτελεί «δεύτερο NATO».
Διαθέτει όμως σαφές στοιχείο συλλογικής αποτροπής.
Και τώρα αποκτά πραγματική δομή
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο νέο.
Στις 31 Αυγούστου, ανώτατοι αξιωματούχοι των τριών χωρών συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για την πρώτη συνεδρίαση της Στρατηγικής Πολιτικής και Αμυντικής Επιτροπής.
Παράλληλα δημιουργείται μόνιμη γραμματεία στο Ριάντ.
Η συνεργασία προβλέπεται να επεκταθεί σε κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή πληροφοριών, logistics, αξιολόγηση απειλών, στρατιωτική διαλειτουργικότητα και αμυντική βιομηχανία.
Άρα το πραγματικό γεωπολιτικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η συμφωνία υπάρχει.
Είναι πόσο βαθιά θα εξελιχθεί.
Οι Βρυξέλλες βλέπουν θετικά τη συμφωνία
Η πρώτη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι προσεκτικά θετική.
Εκπρόσωπος της Κομισιόν δήλωσε στο Euractiv ότι περιφερειακές πρωτοβουλίες οι οποίες ενισχύουν ένα συνεργατικό περιβάλλον ασφάλειας, με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, μπορούν να συμβάλουν στην περιφερειακή σταθερότητα και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης.
Οι Βρυξέλλες επομένως δεν αντιμετωπίζουν σήμερα τη Συμφωνία της Μέκκας ως ανταγωνιστική δομή προς την ευρωπαϊκή ή νατοϊκή ασφάλεια.
Υπάρχει όμως ένα πολύ πιο δύσκολο ζήτημα.
Και αυτό λέγεται Κίνα.
Το Πακιστάν και ο «κινεζικός διάδρομος»
Το Πακιστάν διαθέτει στενότατη αμυντική σχέση με την Κίνα και μεγάλο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού του προέρχεται από κινεζικά συστήματα.
Αντίθετα, η Τουρκία ως μέλος του NATO χρησιμοποιεί και αναπτύσσει συστήματα συμβατά με νατοϊκά πρότυπα.
Η σύνδεση των δύο αμυντικών οικοσυστημάτων προκαλεί συνεπώς ερωτήματα για την προστασία τεχνολογίας και ευαίσθητων βιομηχανικών δεδομένων.
Ο πρώην αρχηγός ΓΕΣ Γεώργιος Καμπάς προειδοποίησε μέσω Euractiv ότι το Πακιστάν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «δούρειος ίππος» εξαιτίας ακριβώς της στενής αμυντικής σχέσης του με το Πεκίνο.
«Η Τουρκία βασίζεται σε συστήματα προτύπων του ΝΑΤΟ και η τόσο στενή συνεργασία με το Πακιστάν, το οποίο βασίζεται κυρίως στην κινεζική στρατιωτική τεχνολογία, αυξάνει τον κίνδυνο βιομηχανικής κατασκοπείας», ανέφερε.
Η ανησυχία δεν αφορά επομένως απλώς το ποιος συμμαχεί με ποιον.
Αφορά το ενδεχόμενο να έρθουν πιο κοντά δύο διαφορετικά στρατιωτικά και τεχνολογικά οικοσυστήματα: το νατοϊκό και το κινεζικό.
Γιατί οι Βρυξέλλες δεν χτυπούν συναγερμό
Η Κομισιόν εμφανίζεται περισσότερο συγκρατημένη.
Εκπρόσωπός της επισήμανε στο Euractiv ότι δεν πρέπει να γίνονται εικασίες περί κινεζικής κατασκοπείας, δεδομένου ότι κανένα από τα τρία κράτη δεν συμμετέχει στο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE με τον τρόπο που συμμετέχουν τα κράτη-μέλη.
Ωστόσο η εικόνα είναι πιο σύνθετη.
Τουρκικές εταιρείες μπορούν να συμμετέχουν ως προμηθευτές εξαρτημάτων εντός των προβλεπόμενων ορίων των έργων SAFE, ενώ η τουρκική αμυντική βιομηχανία έχει δημιουργήσει βαθύτερους δεσμούς με ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Η Άγκυρα έχει επίσης ενισχύσει την παρουσία της στην ευρωπαϊκή αμυντική αγορά μέσω συμφωνιών με χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο.
Το ελληνικό ερώτημα
Για την Αθήνα η νέα συμμαχία απαιτεί προσεκτική ανάγνωση.
Η Ελλάδα διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με τη Σαουδική Αραβία, ενώ ελληνική συστοιχία Patriot βρίσκεται στη χώρα στο πλαίσιο της αποστολής προστασίας κρίσιμων υποδομών.
Ταυτόχρονα όμως, η θεσμική σύγκλιση Ριάντ–Άγκυρας–Ισλαμαμπάντ δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στην ευρύτερη περιοχή.
Ιδιαίτερα επειδή η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετηθεί στο κέντρο ενός νέου μηχανισμού ασφαλείας που συνδέει τη Μέση Ανατολή με μία πυρηνική δύναμη της Νότιας Ασίας.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» στην άλλη πλευρά της εξίσωσης
Το Euractiv επισημαίνει μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χρονική σύμπτωση.
Την ίδια ημέρα που υπεγράφη η Συμφωνία της Μέκκας, Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν τη συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», εμβαθύνοντας σημαντικά την αμυντική τους συνεργασία.
Οι δύο εξελίξεις δεν πρέπει αυτομάτως να παρουσιαστούν ως δύο αντίπαλες στρατιωτικές συμμαχίες.
Δείχνουν όμως κάτι μεγαλύτερο:
η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή περνούν σε περίοδο επιταχυνόμενης δημιουργίας νέων δικτύων αποτροπής.
Το Ισραήλ παρακολουθεί – Και η Αίγυπτος γίνεται το επόμενο μεγάλο κομμάτι
Σύμφωνα με το Euractiv, ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος έχει εκφράσει ανησυχία για τη συμφωνία.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία μπορεί να αποκτήσει το ερώτημα της Αιγύπτου.
Η νέα δομή παραμένει ανοικτή στην ένταξη άλλων κρατών και ο Χακάν Φιντάν έχει ήδη χαρακτηρίσει την Αίγυπτο «φυσικό εταίρο».
Μέχρι στιγμής το Κάιρο δεν έχει ενταχθεί.
Εάν όμως το κάνει, η γεωπολιτική βαρύτητα της Συμφωνίας της Μέκκας θα αλλάξει επίπεδο.
Η Μέκκα δεν είναι ακόμη «νέο NATO» – Αλλά κάτι νέο γεννιέται
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν διαθέτει σήμερα ολοκληρωμένη στρατιωτική διοίκηση, μόνιμες κοινές δυνάμεις ή τους θεσμούς που έχει οικοδομήσει το NATO επί δεκαετίες.
Η σύγκριση με το Άρθρο 5 πρέπει επομένως να γίνεται με μεγάλη προσοχή.
Αλλά η κατεύθυνση είναι σαφής.
Τρεις σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις δημιουργούν μηχανισμό συλλογικής αποτροπής, μόνιμη γραμματεία, πολιτικοστρατιωτικές επιτροπές και βαθύτερη αμυντικοβιομηχανική συνεργασία.
Και πίσω από αυτή την κίνηση διακρίνεται μια μεγαλύτερη αλλαγή:
οι περιφερειακές δυνάμεις δεν θέλουν πλέον να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις παραδοσιακές αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή τη μετάβαση χωρίς να εγκαταλείψει το NATO.
Η Σαουδική Αραβία αναζητά πρόσθετα επίπεδα αποτροπής.
Το Πακιστάν εισέρχεται βαθύτερα στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.
Και Ελλάδα, Ισραήλ, ΕΕ και NATO καλούνται πλέον να υπολογίζουν έναν νέο παράγοντα.
Η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί σήμερα να παρουσιάζεται ως «συμπληρωματική» προς το NATO. Το πραγματικό τεστ όμως θα είναι ποια συμφέροντα θα υπηρετήσει όταν —και εάν— κάποτε χρειαστεί να ενεργοποιηθεί η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας.
Πηγή: pagenews.gr
