Nέα της αγοράς

DBRS: Τα υψηλά κόστη δανεισμού έγιναν η νέα κανονικότητα

DBRS: Τα υψηλά κόστη δανεισμού έγιναν η νέα κανονικότητα
Η DBRS εκτιμά ότι οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων θα μείνουν αυξημένες για μεγαλύτερο διάστημα, καθώς η πίεση από την προσφορά και τα αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου δεν αναμένεται να υποχωρήσει σύντομα. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που εμφανίζουν τη μικρότερη επιβάρυνση από αυτό το περιβάλλον.

Η νέα εικόνα στις αγορές ομολόγων

Τα υψηλότερα κόστη δανεισμού φαίνεται πως παγιώνονται ως νέα πραγματικότητα για τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, εκτιμά η Morningstar DBRS. Ο οίκος αξιολόγησης σημειώνει ότι οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν ανέβει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εξέλιξη που συνδέεται με τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης, την ποσοτική σύσφιξη και τα υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου.

Στο πλαίσιο αυτό, η DBRS εξέτασε πώς επηρεάζονται οι τόκοι εξυπηρέτησης και το δημόσιο χρέος σε εννέα χώρες της ζώνης του ευρώ, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Η βασική διαπίστωση είναι ότι η άνοδος των επιτοκίων επιβαρύνει τις περισσότερες κυβερνήσεις, όμως η ένταση του φαινομένου δεν είναι ίδια για όλους.

Οι χώρες με μεγαλύτερο απόθεμα χρέους εμφανίζουν, όπως παρατηρεί ο οίκος, πιο αισθητή αύξηση στις δαπάνες για τόκους. Αντίθετα, economies με χαμηλότερα επίπεδα χρέους επηρεάζονται λιγότερο, καθώς η άνοδος των επιτοκίων αφορά μικρότερο όγκο υποχρεώσεων.

Γιατί οι αποδόσεις έμειναν ψηλά

Η DBRS υπενθυμίζει ότι η απότομη αύξηση των αποδόσεων το 2022 προκλήθηκε κυρίως από το σοκ του πληθωρισμού και τη συνακόλουθη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Παρ’ όλα αυτά, οι ονομαστικές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων στην Ευρωζώνη συνέχισαν να κινούνται ανοδικά και στη συνέχεια, παρότι οι πληθωριστικές πιέσεις υποχώρησαν.

Σήμερα, οι αποδόσεις βρίσκονται γενικά σε επίπεδα που θυμίζουν τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Αυτό, κατά την DBRS, δείχνει ότι η πρόσφατη επιμονή των υψηλών επιτοκίων δεν εξηγείται μόνο από τον πληθωρισμό, αλλά και από πιο διαρθρωτικές μεταβολές στις αγορές.

Μεταξύ αυτών των παραγόντων ξεχωρίζουν η αλλαγή στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης στις διεθνείς αγορές ομολόγων και η ενίσχυση των ανησυχιών για τις δημοσιονομικές προοπτικές ορισμένων χωρών. Η αύξηση της προσφοράς κρατικών τίτλων, λόγω μεγάλων ελλειμμάτων και αναχρηματοδότησης υψηλών αποθεμάτων χρέους, συνδυάστηκε με μεγαλύτερη έκδοση εταιρικών ομολόγων, γεγονός που επηρεάζει τη ζήτηση για κρατικό χρέος.

Η ασθενέστερη ζήτηση και ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών

Σύμφωνα με τη DBRS, η ζήτηση για μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα έχει επίσης αποδυναμωθεί. Η εικόνα αυτή σχετίζεται με τη σταδιακή απόσυρση των αγορών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες, στο πλαίσιο της ποσοτικής αυστηροποίησης, αλλά και με τη μείωση της ζήτησης από επενδυτές όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία.

Η μετατόπιση αυτή σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς πρέπει να απορροφηθεί από επενδυτές πιο ευαίσθητους στις τιμές, κάτι που οδηγεί σε υψηλότερες αποδόσεις. Με δεδομένο ότι αυτή η δυναμική δεν αναμένεται να αντιστραφεί μεσοπρόθεσμα, ο οίκος θεωρεί πιθανό το κόστος χρηματοδότησης των κυβερνήσεων να παραμείνει αυξημένο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Τι δείχνει η ανάλυση για την Ευρωζώνη

Η DBRS εξέτασε την επίδραση του υψηλότερου κόστους δανεισμού σε εννέα μεγάλες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης: Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία. Η υπόθεση εργασίας της είναι ότι τα επιτόκια θα μείνουν στα σημερινά επίπεδα μέχρι το τέλος της δεκαετίας και ότι το κόστος χρηματοδότησης θα ισούται με τη μέση απόδοση των 10ετών ομολόγων των πρώτων επτά μηνών του 2026.

Η προσαρμογή στα ακριβότερα επιτόκια δεν είναι άμεση για όλες τις χώρες, καθώς τα κράτη αναχρηματοδοτούν κάθε χρόνο μόνο μέρος του χρέους τους. Το υπόλοιπο επιβαρύνεται με το προηγούμενο έμμεσο επιτόκιο, γεγονός που κάνει τη μετάδοση της ανόδου στα δημόσια οικονομικά σταδιακή.

Με βάση τις προβλέψεις, οι επιβαρύνσεις από τόκους για τις περισσότερες κυβερνήσεις αναμένεται να αυξηθούν την περίοδο 2025-2030. Η εικόνα όμως παραμένει ανομοιογενής. Στη Γαλλία, οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να αυξηθούν κατά 0,9% του ΑΕΠ και στο Βέλγιο κατά 0,6%. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία η άνοδος περιορίζεται στο +0,1%, ενώ για την Ελλάδα η μεταβολή εκτιμάται στο -0,2%.

Γιατί Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία επηρεάζονται λιγότερο

Η DBRS αποδίδει τις διαφορές αυτές στη δυναμική του δημόσιου χρέους, στην οικονομική ανάπτυξη και στη δημοσιονομική πορεία κάθε χώρας. Το ύψος του χρέους επηρεάζει όχι μόνο το σημερινό κόστος τόκων, αλλά και το πόσο θα μεταβληθεί στο μέλλον.

Έτσι, οι χώρες με υψηλό χρέος είναι πιο ευάλωτες όταν τα επιτόκια αυξάνονται, επειδή η άνοδος «πιάνει» μεγαλύτερο απόθεμα οφειλών. Αυτή η λογική εξηγεί γιατί το Βέλγιο και η Γαλλία αναμένεται να δουν εντονότερη αύξηση στους τόκους από χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Ολλανδία.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, η επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η άνοδος του κόστους δανεισμού ήταν ιδιαίτερα έντονη τα τελευταία δύο χρόνια. Αντίθετα, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία εμφανίζουν μικρότερη επίπτωση, επειδή το αρνητικό σκέλος των υψηλότερων επιτοκίων αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις θετικές οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις.

Ο ρόλος της ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων

Η DBRS επισημαίνει ότι οι τρεις χώρες επωφελούνται από πιο ευνοϊκές διαφορές επιτοκίου-ανάπτυξης. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η ετήσια ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ τους θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 4,4% μεταξύ 2026 και 2030, έναντι 3,1% για τις άλλες έξι χώρες που εξετάζει ο οίκος.

Παράλληλα, Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία αναμένεται να καταγράψουν πρωτογενή πλεονάσματα την περίοδο 2026-2030, κάτι που περιορίζει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες τους. Την ίδια στιγμή, όλες οι υπόλοιπες χώρες του δείγματος, με εξαίρεση την Ιταλία, προβλέπεται να συνεχίσουν να εμφανίζουν πρωτογενή ελλείμματα.

Το συμπέρασμα της DBRS

Στο τελικό της συμπέρασμα, η DBRS υπογραμμίζει ότι οι υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων αυξάνουν τους κινδύνους, κυρίως για τις χώρες που ήδη αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές και οικονομικές πιέσεις. Η ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού και ο περιορισμός των δημοσιονομικών πιέσεων αναδεικνύονται, έτσι, σε κρίσιμους παράγοντες άμυνας απέναντι σε ένα πιθανό παγκόσμιο σοκ επιτοκίων.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο