Γεωπολιτικά

Ερντογάν προς Ελλάδα: «Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί» – Τι κρύβει η νέα κλιμάκωση στο Αιγαίο

Ερντογάν προς Ελλάδα: «Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί» – Τι κρύβει η νέα κλιμάκωση στο Αιγαίο
Από την αποστρατιωτικοποίηση και το «μην εκλαμβάνετε την ψυχραιμία μας ως αδυναμία» μέχρι θαλάσσια πάρκα, NAVTEX και Καστελόριζο – Η Άγκυρα ανεβάζει την πίεση ενώ η Αθήνα χτίζει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και μεταφέρει το μέτωπο στην ΕΕ

Δεν είναι μία ακόμη σκληρή δήλωση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η τελευταία παρέμβαση του Τούρκου προέδρου για την Ελλάδα έρχεται να κλείσει —προς το παρόν— μια αλυσίδα κινήσεων της Άγκυρας που μέσα σε λίγες εβδομάδες επανέφερε σχεδόν ολόκληρο το παλιό οπλοστάσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Αποστρατιωτικοποίηση νησιών.

Αμφισβήτηση ελληνικής κυριαρχίας σε γεωγραφικούς σχηματισμούς.

Θαλάσσιες ζώνες.

Τουρκικά θαλάσσια πάρκα.

Ελληνικά χωροταξικά σχέδια.

Έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και στο βάθος η «Γαλάζια Πατρίδα», το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η νέα ελληνική αντιαεροπορική και αντιπυραυλική αρχιτεκτονική.

Η περίοδος των «ήρεμων νερών» δεν έχει τυπικά καταρρεύσει.

Αλλά το περιεχόμενό της αλλάζει.

Η Τουρκία φαίνεται να επιστρέφει σε μια στρατηγική ελεγχόμενης πίεσης: διατηρεί τους διαύλους επικοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα επαναφέρει στο τραπέζι διεκδικήσεις που η Αθήνα θεωρεί εκτός οποιουδήποτε πλαισίου συζήτησης.

Και αυτή τη φορά στο παιχνίδι μπήκε προσωπικά ο Ερντογάν.

Ερντογάν: «Η Ελλάδα πρέπει να το καταλάβει μια για πάντα»

Επιστρέφοντας από το Μπισκέκ του Κιργιστάν, ο Τούρκος πρόεδρος επέλεξε να επαναφέρει ευθέως το ζήτημα της στρατιωτικής παρουσίας στα ελληνικά νησιά.

Η πρώτη του φράση επιχείρησε να συνδυάσει τη διαβεβαίωση περί μη εδαφικών βλέψεων με μια σαφή προειδοποίηση:

«Η Τουρκία δεν έχει βλέψεις στα εδάφη κανενός, αλλά δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να καταπατήσει τα δικαιώματά της.»

Αμέσως μετά όμως πέρασε στην Ελλάδα:

«Η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τον λάθος δρόμο που έχει πάρει και να σταματήσει τη στρατιωτικοποίηση των νησιών που έχουν αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς.»

Και πρόσθεσε μια αναφορά με ιδιαίτερο ιστορικό φορτίο:

«Η Ιστορία είναι πολύ καλός οδηγός για όσους ξέρουν να διδάσκονται από αυτήν.»

«Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί»

Η κρισιμότερη στιγμή ήρθε όταν ο Ερντογάν ρωτήθηκε τι θα κάνει η Τουρκία εάν συνεχιστεί αυτό που η ίδια χαρακτηρίζει «στρατιωτικοποίηση».

Η απάντησή του ήταν:

«Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί.»

Από μόνη της η φράση δεν συνιστά ανακοίνωση συγκεκριμένης στρατιωτικής ενέργειας.

Ούτε πρέπει να παρουσιαστεί ως απόφαση της Άγκυρας για σύγκρουση.

Αποτελεί όμως σκόπιμα ανοιχτή διατύπωση αποτροπής, καθώς ο Τούρκος πρόεδρος αποφεύγει να προσδιορίσει ποια ακριβώς μέτρα εννοεί.

Και ακολούθησε δεύτερη προειδοποίηση:

«Όποιος εκλαμβάνει την ήρεμη και συνετή στάση μας ως αδυναμία κάνει σοβαρό λάθος.»

Αυτό είναι το σημείο όπου η δήλωση αποκτά πραγματική γεωπολιτική σημασία.

Γιατί ο Ερντογάν δεν απορρίπτει τον διάλογο.

Απορρίπτει όμως την ελληνική ανάγνωση ότι η αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών σημαίνει πως η Τουρκία εγκατέλειψε τις πάγιες διεκδικήσεις της.

Η χρονική σύμπτωση με την «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Οι δηλώσεις δεν έγιναν σε κενό χρόνο.

Στις 31 Αυγούστου Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν τη συμφωνία περίπου €3 δισ. για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», τη νέα πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας της Ελλάδας.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει προηγμένα ισραηλινά συστήματα, μεταξύ των οποίων David’s Sling και SPYDER, νέο σύστημα διοίκησης και ελέγχου και ξεχωριστή συμφωνία για συστήματα αντιμετώπισης drones.

Δεν υπάρχει δημόσια δήλωση του Ερντογάν που να λέει ρητά ότι η συγκεκριμένη παρέμβασή του αποτελεί απάντηση στην «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Η χρονική αλληλουχία, όμως, είναι δύσκολο να αγνοηθεί.

Και κυρίως επειδή η νέα ελληνική αρχιτεκτονική δεν είναι απλώς μία ακόμη αγορά όπλων.

Αλλάζει το κόστος οποιασδήποτε μελλοντικής στρατιωτικής πίεσης εναντίον της Ελλάδας.

Τι πραγματικά φοβάται η Άγκυρα στα νησιά

Η τουρκική πίεση για την αποστρατιωτικοποίηση δεν είναι νέα.

Η Άγκυρα επικαλείται τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 για να στηρίξει τη θέση της ότι συγκεκριμένα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα υπόκεινται σε περιορισμούς στρατιωτικοποίησης.

Η Αθήνα απορρίπτει την τουρκική ερμηνεία και επικαλείται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα νόμιμης άμυνας και το σημερινό περιβάλλον ασφαλείας.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», τα drones, τα νέα συστήματα επιτήρησης, η αναβάθμιση της Πολεμικής Αεροπορίας και συνολικά το ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα δημιουργούν ένα διαφορετικό στρατιωτικό περιβάλλον στο Αιγαίο.

Άρα η συζήτηση περί αποστρατιωτικοποίησης δεν αφορά απλώς μια νομική διαφωνία εκατό ετών.

Αφορά το ποιος θα διαθέτει πραγματική αποτρεπτική ισχύ στο Αιγαίο της επόμενης δεκαετίας.

Πριν από τον Ερντογάν είχε ήδη αρχίσει η κλιμάκωση

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν ξεκίνησε αυτή τη νέα φάση.

Την κορύφωσε.

Στις 15 Αυγούστου η Τουρκία προχώρησε με προεδρικά διατάγματα στην ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων», στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα απάντησε επισήμως ότι τα πάρκα επεκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και, στον βαθμό που καλύπτουν διεθνή ύδατα ή περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας, είναι παράνομα και δεν παράγουν κανένα νομικό αποτέλεσμα.

Το ελληνικό ΥΠΕΞ ήταν απολύτως σαφές:

οι μονομερείς ενέργειες δεν μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα ούτε να επηρεάσουν δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.

Τρεις τουρκικές παρεμβάσεις μέσα στον Αύγουστο

Παράλληλα, η Άγκυρα άρχισε να απαντά συστηματικά στα ελληνικά Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια.

Στις 7 Αυγούστου αντέδρασε στο πλαίσιο για τον Τουρισμό.

Στις 19 Αυγούστου ακολούθησε αντίδραση για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Και στις 28 Αυγούστου για τη Βιομηχανία και τις αλυσίδες εφοδιασμού.

Η διατύπωση που επαναλαμβάνεται στις τουρκικές ανακοινώσεις έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η Άγκυρα αναφέρεται σε γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων, όπως υποστηρίζει, η κυριαρχία «δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες».

Αυτό είναι ουσιαστικά η επαναφορά της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών» με θεσμικό λεξιλόγιο.

Και είναι ίσως σημαντικότερο από την ένταση μιας τηλεοπτικής δήλωσης.

Γιατί η Τουρκία επιχειρεί να καταγράψει συστηματικά τις αξιώσεις της απέναντι σε κάθε ελληνική διοικητική πράξη που αφορά το Αιγαίο.

Αθήνα: «Αβάσιμοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί»

Η ελληνική απάντηση της 29ης Αυγούστου ήταν επίσης εξαιρετικά καθαρή.

Το υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε τον τουρκικό ισχυρισμό «αβάσιμο και απαράδεκτο» και υπογράμμισε ότι η συνεχής επανάληψή του δεν του προσδίδει νομική βάση ή υπόσταση.

Και πρόσθεσε:

«Η θέση της Ελλάδας ως προς το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο είναι απολύτως σαφής, εδράζεται στις ισχύουσες διεθνείς συνθήκες και δεν επιδέχεται περαιτέρω σχολιασμού.»

Η διατύπωση έχει σημασία.

Η Αθήνα δεν επιθυμεί να επιτρέψει να μετατραπεί η κυριαρχία των νησιών σε αντικείμενο διμερούς διαπραγμάτευσης.

Και τώρα το Καστελόριζο

Η παράλληλη τουρκική δραστηριότητα νοτίως του Καστελόριζου προσθέτει ακόμη μία διάσταση.

Η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει τις θέσεις της για τις θαλάσσιες ζώνες από τον διπλωματικό χάρτη στο επιχειρησιακό πεδίο, μέσω ερευνητικών δραστηριοτήτων και NAVTEX.

Αυτό είναι το μοτίβο που χρειάζεται ιδιαίτερη παρακολούθηση.

Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ:

μιας ανακοίνωσης,

ενός χάρτη,

και μιας πραγματικής δραστηριότητας πλοίου σε αμφισβητούμενη από την Τουρκία θαλάσσια περιοχή.

Όσο περισσότερο η Άγκυρα περνά από το πρώτο στο τρίτο επίπεδο, τόσο περισσότερο αυξάνεται η πιθανότητα επιχειρησιακής τριβής.

Η Αθήνα μεταφέρει το θέμα στην Ευρώπη

Η ελληνική απάντηση δεν περιορίζεται σε διμερή διαβήματα.

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης ενημέρωσε στις 2 Σεπτεμβρίου τους υπουργούς Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Gymnich για την κατάσταση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και ειδικότερα για ζητήματα παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου.

Μετά τη συνεδρίαση έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα:

«Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να δεχθούμε οποιαδήποτε υποχώρηση σε σχέση με την κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.»

Και πρόσθεσε:

«Η επιθετικότητα, από όπου και αν προέρχεται, δεν έχει χρώμα. Οφείλει να αντιμετωπίζεται ενιαία και σταθερά.»

Η Αθήνα επιχειρεί έτσι να «ευρωπαϊκοποιήσει» εκ νέου την πίεση, συνδέοντας την τουρκική συμπεριφορά με το συνολικό ζήτημα του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.

Γεραπετρίτης: «Απαντάμε με πράξεις στις κενές απειλές»

Η γραμμή αυτή δεν εμφανίστηκε χθες.

Ήδη από τις 23 Αυγούστου ο υπουργός Εξωτερικών είχε δηλώσει ότι οι τουρκικές κινήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν αντίδραση στις ελληνικές πρωτοβουλίες για την κατοχύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Και είχε διατυπώσει μια νέα, σαφώς πιο assertive γραμμή:

«Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν ετεροκαθορίζεται.»

«Ακολουθούμε με συνέπεια τον στρατηγικό σχεδιασμό μας, απαντάμε με πράξεις στις κενές απειλές και ανεβάζουμε σε νέα επίπεδα την ισχύ της εθνικής μας άμυνας και της γεωπολιτικής μας θέσης.»

Η φράση που συνοψίζει καλύτερα αυτή τη μετατόπιση είναι:

«Η Ελλάδα της παθητικής διπλωματικής ακινησίας αποτελεί αμετάκλητα παρελθόν.»

Το βαθύτερο ρήγμα: Ελλάδα και Τουρκία δεν συμφωνούν ούτε για το τι συζητούν

Πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια παλιά αλλά θεμελιώδης διαφορά.

Η Αθήνα αναγνωρίζει ως βασική διαφορά που μπορεί να οδηγηθεί σε διεθνή δικαιοδοσία την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

Η Τουρκία αντιμετωπίζει ως αλληλένδετα πολύ περισσότερα ζητήματα.

Αποστρατιωτικοποίηση.

Χωρικά ύδατα.

Εναέριος χώρος.

Κυριαρχία νησίδων και βραχονησίδων.

Θαλάσσιες ζώνες.

Αυτό εξηγεί γιατί ο Γεραπετρίτης επανέλαβε μόλις την 1η Σεπτεμβρίου ότι για την Ελλάδα η νομολογία είναι σαφής:

«Όλα τα νησιά έχουν πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή έχουν πλήρη επήρεια σε υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.»

Το πρώτο μεγάλο ορόσημο: «Γαλάζια Πατρίδα»

Το επόμενο κρίσιμο τεστ θα είναι η μορφή που θα πάρει η περαιτέρω θεσμοποίηση της τουρκικής θαλάσσιας στρατηγικής.

Εάν η Άγκυρα επιχειρήσει να μετατρέψει σε ακόμη πιο δεσμευτικό κρατικό πλαίσιο χάρτες και αξιώσεις της «Γαλάζιας Πατρίδας», το ζήτημα θα περάσει σε διαφορετικό επίπεδο.

Γιατί άλλο είναι ένα στρατηγικό δόγμα.

Άλλο ένας χάρτης.

Και άλλο μια νομική ή διοικητική πράξη του τουρκικού κράτους που επιχειρεί να ενσωματώσει αυτές τις διεκδικήσεις.

Εκεί θα φανεί πόσο μακριά θέλει πραγματικά να προχωρήσει η Άγκυρα.

Το δεύτερο τεστ: Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Ακόμη πιο επικίνδυνο επιχειρησιακά μπορεί να αποδειχθεί το Great Sea Interconnector.

Η επανέναρξη των ερευνών για την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου θα δοκιμάσει στην πράξη τις δύο πλευρές.

Το προηγούμενο του 2024 έχει δείξει ότι ένα ερευνητικό πλοίο μπορεί πολύ γρήγορα να μετατρέψει μια νομική διαφορά για θαλάσσιες ζώνες σε πραγματική αντιπαράθεση επί του πεδίου.

Αυτό θα είναι ίσως το σημαντικότερο τεστ των «ήρεμων νερών».

Όχι τι θα δηλώσουν Αθήνα και Άγκυρα.

Αλλά τι θα κάνουν όταν ένα πλοίο βρεθεί στο σημείο όπου οι χάρτες τους επικαλύπτονται.

Γιατί ο Ερντογάν ανεβάζει τώρα την πίεση

Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις παράγοντες που συμπίπτουν.

Πρώτον, η Ελλάδα έχει περάσει από την πολιτική της αμυντικής αναμονής σε ένα πολυετές πρόγραμμα στρατιωτικής ενίσχυσης.

Δεύτερον, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» βαθαίνει δραματικά τη στρατηγική και τεχνολογική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ. Η συμφωνία των €3 δισ. είναι η μεγαλύτερη αμυντική συμφωνία που έχουν υπογράψει οι δύο χώρες.

Τρίτον, η Αθήνα χρησιμοποιεί πλέον χωροταξικό σχεδιασμό, θαλάσσια πάρκα και ενεργειακές έρευνες για να ασκεί στην πράξη δικαιώματα που θεωρεί ότι απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.

Και τέταρτον, η Τουρκία επιχειρεί να κατοχυρώσει τη δική της θέση ως περιφερειακή δύναμη σε μια Ανατολική Μεσόγειο όπου η ισορροπία ισχύος αλλάζει.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να υπάρχει ένας μόνο λόγος για τη νέα ρητορική Ερντογάν.

Πιθανότερο είναι ότι βλέπουμε αντίδραση σε μια συνολική αλλαγή του στρατηγικού περιβάλλοντος.

Υπάρχει κίνδυνος επιστροφής στο 2020;

Όχι αναγκαστικά.

Και αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά.

Δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή επαρκή στοιχεία που να δείχνουν ότι η Τουρκία έχει αποφασίσει επιστροφή σε μια κρίση τύπου Oruc Reis.

Οι διπλωματικοί δίαυλοι εξακολουθούν να υπάρχουν.

Η Διακήρυξη των Αθηνών του 2023 παραμένει το επίσημο πλαίσιο και μάλιστα τον Φεβρουάριο του 2026 Μητσοτάκης και Ερντογάν επανεπιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους στις σχέσεις καλής γειτονίας, στην ειρηνική συνύπαρξη και στη συνέχιση του Πολιτικού Διαλόγου, της Θετικής Ατζέντας και των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η σημερινή μετατόπιση έχει σημασία.

Δεν πρόκειται για πλήρη ρήξη.

Πρόκειται για επιστροφή της πίεσης μέσα σε ένα πλαίσιο όπου οι δύο πλευρές εξακολουθούν να μιλούν.

Και αυτό μπορεί να είναι πιο σύνθετο από την ανοιχτή κρίση.

Η μεγάλη εικόνα: Από τα «ήρεμα νερά» στην ένοπλη αποτροπή

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Ερντογάν έγινε ξαφνικά πιο σκληρός απέναντι στην Ελλάδα.

Οι βασικές τουρκικές θέσεις είναι παλιές.

Αυτό που αλλάζει είναι η συγκέντρωση πολλών διαφορετικών μετώπων ταυτόχρονα.

Η Άγκυρα καταγράφει αξιώσεις.

Εκδίδει ανακοινώσεις.

Αμφισβητεί ελληνικές διοικητικές πράξεις.

Δημιουργεί δικούς της θαλάσσιους χάρτες.

Κινείται με NAVTEX και ερευνητικές δραστηριότητες.

Και τώρα ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος επαναφέρει την αποστρατιωτικοποίηση και προειδοποιεί:

«Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί.»

Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα δεν απαντά μόνο διπλωματικά.

Χτίζει στρατιωτική ισχύ.

Υπογράφει την «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Ενισχύει τις διεθνείς συμμαχίες της.

Μεταφέρει τις τουρκικές κινήσεις στο ευρωπαϊκό τραπέζι.

Και διαμηνύει:

«Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να δεχθούμε οποιαδήποτε υποχώρηση σε σχέση με την κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.»

Αυτό σημαίνει ότι τα ελληνοτουρκικά μπαίνουν σε μια νέα και δυνητικά πιο απαιτητική φάση.

Όχι ακόμη κρίση.

Όχι επιστροφή αναγκαστικά στο 2020.

Αλλά ούτε και τα «ήρεμα νερά» όπως τα γνωρίσαμε.

Το πραγματικό τεστ θα έρθει όταν οι λέξεις συναντήσουν το πεδίο: στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, στις θαλάσσιες έρευνες, στους νέους τουρκικούς χάρτες και στην ανάπτυξη της νέας ελληνικής αμυντικής αρχιτεκτονικής.

Γιατί το ερώτημα του φθινοπώρου δεν είναι πλέον εάν Αθήνα και Άγκυρα διαφωνούν.

Είναι αν μπορούν να διαχειριστούν τη διαφωνία την ώρα που και οι δύο πλευρές επιχειρούν να αλλάξουν τους συσχετισμούς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο