Τα ελληνοτουρκικά έχουν περάσει πλέον σε μια πολύ πιο σύνθετη και επικίνδυνη φάση από μια απλή επιστροφή στις παλιές εντάσεις.
Το πραγματικό νέο δεν είναι μόνο ότι η Τουρκία επαναφέρει παραβιάσεις στο Αιγαίο, στέλνει το TÜBİTAK MARMARA νοτιοδυτικά του Καστελλόριζου ή ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξαναβάζει στο τραπέζι το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι η ένταση αρχίζει να αποκτά πολιτική χρησιμότητα και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Όσο η Ελλάδα πλησιάζει σταδιακά προς τον εκλογικό της κύκλο και όσο ο Ερντογάν αναζητεί πολιτικό χώρο για να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο της τουρκικής ατζέντας, τόσο αυξάνεται ο πειρασμός να χρησιμοποιηθεί το Αιγαίο ως πεδίο επίδειξης αποφασιστικότητας.
Και αυτό αυξάνει το ρίσκο λάθους.
Η Άγκυρα δεν επιστρέφει απλώς στις προκλήσεις – αλλάζει τακτική
Η τουρκική πίεση των τελευταίων ημερών είναι προσεκτικά βαθμονομημένη.
Στις 2 Σεπτεμβρίου καταγράφηκαν έντεκα παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από ένα CN-235 και τέσσερα UAV, μαζί με έξι παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας στο FIR Αθηνών. Δεν σημειώθηκαν εμπλοκές και τα τουρκικά μέσα δεν ήταν οπλισμένα.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Άγκυρα ανεβάζει το επιχειρησιακό αποτύπωμά της χωρίς ακόμη να επιλέγει το επίπεδο ρίσκου που δημιουργούσαν παλαιότερα σχηματισμοί οπλισμένων F-16.
Τα UAV και τα αεροσκάφη επιτήρησης μπορούν να συντηρούν καθημερινά την αμφισβήτηση, να αναγκάζουν την ελληνική πλευρά σε αναχαιτίσεις και να δημιουργούν εικόνα μόνιμης τουρκικής παρουσίας, χωρίς να οδηγούν αυτομάτως σε συνθήκες αερομαχίας.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία μπορεί να παράγει ένταση φθηνότερα, συχνότερα και με μικρότερο πολιτικό κόστος.
Το πραγματικό μήνυμα του TÜBİTAK MARMARA
Στη θάλασσα εφαρμόζεται παρόμοια τακτική.
Η τουρκική NAVTEX 0862/26 αφορά δραστηριότητα του TÜBİTAK MARMARA από την 1η έως τις 15 Σεπτεμβρίου νοτιοδυτικά του Καστελλόριζου.
Η Αθήνα απάντησε με ελληνική αγγελία, αμφισβητώντας τόσο την αρμοδιότητα του σταθμού της Αττάλειας όσο και συγκεκριμένο σημείο της τουρκικής ανακοίνωσης, το οποίο θεωρεί ότι βρίσκεται πάνω από ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη διάκριση.
Το TÜBİTAK MARMARA πραγματοποιεί, με βάση τις μέχρι τώρα πληροφορίες, έρευνες στη στήλη του ύδατος και όχι σεισμικές ή άλλες εργασίες στον βυθό.
Άρα δεν πρόκειται για επανάληψη του μοντέλου του Oruc Reis του 2020.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κίνηση είναι γεωπολιτικά αθώα.
Η ουσία βρίσκεται στην παρουσία.
Η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέπει τις διεκδικήσεις της σε επαναλαμβανόμενη επιχειρησιακή πρακτική: NAVTEX, ερευνητικό πλοίο, θαλάσσιο πάρκο, αμφισβητούμενη αρμοδιότητα και συνεχής παρουσία σε περιοχές υψηλού ελληνικού ενδιαφέροντος.
Η μέθοδος αυτή δεν αλλάζει αυτομάτως το νομικό status μιας περιοχής.
Αλλά δημιουργεί πολιτικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα.
Ο Ερντογάν ξαναβάζει τα νησιά στο τραπέζι
Η παράλληλη επαναφορά του ζητήματος της αποστρατιωτικοποίησης δεν είναι άσχετη.
Ο Τούρκος πρόεδρος προειδοποίησε την Αθήνα ότι η Τουρκία θα κάνει «ό,τι είναι απαραίτητο» για την προάσπιση όσων θεωρεί δικαιώματά της και υποστήριξε ότι όποιος ερμηνεύει την ψυχραιμία της Άγκυρας ως αδυναμία κάνει λάθος.
Η δήλωση δεν αποτελεί νέα τουρκική νομική θέση.
Αποτελεί όμως πολιτική αναβάθμιση ενός παλιού επιχειρήματος.
Η Άγκυρα επιμένει εδώ και χρόνια ότι συγκεκριμένα νησιά του ανατολικού Αιγαίου υπόκεινται σε περιορισμούς στρατιωτικοποίησης.
Η ελληνική πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε σύνδεση αυτών των διατάξεων με την ελληνική κυριαρχία και επικαλείται το δικαίωμα αυτοάμυνας του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, σε συνδυασμό με την τουρκική Στρατιά Αιγαίου και το casus belli.
Το νέο στοιχείο επομένως δεν είναι η ίδια η διαφορά.
Είναι η απόφαση του Ερντογάν να την επαναφέρει προσωπικά στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας.
Γιατί τώρα;
Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία.
Η Τουρκία επιχειρεί να ανακτήσει μεγαλύτερο περιφερειακό αποτύπωμα από τη Συρία και τη Λιβύη μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βελτιώσει τη θέση της απέναντι στις ΗΠΑ και να ανοίξει ξανά την πόρτα των F-35.
Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, ενισχύει την αμυντική της συνεργασία με το Ισραήλ, προχωρά το πρόγραμμα F-35 και επιχειρεί να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο ενεργειακών και γεωπολιτικών συμπράξεων στις οποίες η Άγκυρα δεν έχει τον απόλυτο έλεγχο.
Οι δύο χώρες λοιπόν δεν συγκρούονται μόνο για το Αιγαίο.
Συγκρούονται για τη θέση που θα έχουν στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της επόμενης δεκαετίας.
Και όσο αυτή η διαπραγμάτευση γίνεται πιο σκληρή, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά για κάθε πλευρά η επίδειξη ότι δεν υποχωρεί.
Το εκλογικό ρίσκο
Εδώ αρχίζει η πιο επικίνδυνη παράμετρος.
Όταν μια διμερής διαφορά μετατρέπεται ταυτόχρονα σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης, ο χώρος για συμβιβασμούς περιορίζεται.
Ο Ερντογάν έχει ισχυρό κίνητρο να εμφανίζεται ως ηγέτης που δεν εγκαταλείπει ούτε μία από τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιστοίχως, δεν έχει πολιτικό περιθώριο να εμφανιστεί ότι υποχωρεί απέναντι σε μια Τουρκία που επαναφέρει δημόσια ζητήματα κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης και «γκρίζων ζωνών».
Έτσι δημιουργείται ένα επικίνδυνο πολιτικό παιχνίδι.
Κάθε ηγέτης γνωρίζει ότι ο αντίπαλος έχει περιορισμένο χώρο υποχώρησης.
Και κάθε νέα κίνηση γίνεται ακριβότερη πολιτικά να μείνει αναπάντητη.
Το παράδοξο Καλίν–Δεμίρη
Και όμως, πίσω από τη δημόσια ένταση λειτουργεί ένας εντελώς διαφορετικός μηχανισμός.
Ο επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν πραγματοποίησε πρόσφατα μη δημοσιοποιημένη επίσκεψη στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη, σύμφωνα με ελληνικές δημοσιογραφικές πληροφορίες. Η συνάντηση ακολούθησε προηγούμενη επαφή του Έλληνα επικεφαλής των υπηρεσιών στην Άγκυρα.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο ολόκληρης της σημερινής συγκυρίας.
Ενώ στο δημόσιο πεδίο ο Ερντογάν σκληραίνει τη ρητορική του και οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις αυξάνουν την παρουσία τους, στο παρασκήνιο οι δύο χώρες διατηρούν έναν απευθείας και υψηλού επιπέδου μηχανισμό επικοινωνίας.
Δεν πρόκειται για αντίφαση.
Πρόκειται για κλασικό μηχανισμό διαχείρισης ελεγχόμενης κρίσης.
Οι δύο πλευρές θέλουν να έχουν τη δυνατότητα να πιέζουν χωρίς να χάσουν τον έλεγχο.
Η νέα επικίνδυνη ισορροπία
Αυτό οδηγεί σε μια διαφορετική ανάγνωση των ελληνοτουρκικών.
Τα «ήρεμα νερά» δεν έχουν αντικατασταθεί ακόμη από ανοιχτή κρίση.
Έχουν αντικατασταθεί από μια κατάσταση ελεγχόμενης τριβής.
Η Τουρκία πιέζει με UAV, NAVTEX, ερευνητικά πλοία και πολιτικές δηλώσεις.
Η Ελλάδα απαντά με αναχαιτίσεις, αντι-NAVTEX, επιτήρηση και επιτάχυνση της αμυντικής της ενίσχυσης.
Και οι δύο όμως αποφεύγουν μέχρι στιγμής κινήσεις που θα μπορούσαν να μετατρέψουν την τριβή σε στρατιωτική εμπλοκή.
Αυτή η ισορροπία μπορεί να διαρκέσει για μήνες.
Το πρόβλημα είναι ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός των επεισοδίων, αυξάνεται στατιστικά και η πιθανότητα λάθους.
Ένα UAV που θα πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο πρέπει.
Ένα ερευνητικό πλοίο που θα αλλάξει χαρακτήρα δραστηριότητας.
Ένα πολεμικό πλοίο που θα αντιδράσει διαφορετικά.
Ή μία πολιτική δήλωση που θα δημιουργήσει πίεση για άμεση απάντηση.
Το Αιγαίο γίνεται ξανά εργαλείο διαπραγμάτευσης
Η πιο ρεαλιστική εκτίμηση σήμερα είναι ότι ο Ερντογάν δεν επιδιώκει αναγκαστικά μια μεγάλη ελληνοτουρκική κρίση.
Επιδιώκει όμως να επαναφέρει το κόστος της μη συνεννόησης με την Τουρκία.
Θέλει η Αθήνα, οι Βρυξέλλες και η Ουάσιγκτον να γνωρίζουν ότι η Άγκυρα διαθέτει τη δυνατότητα να δημιουργεί προβλήματα σε πολλαπλά μέτωπα: Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος, Λιβύη, Συρία.
Για τον Μητσοτάκη, η απάντηση είναι αντίστοιχα σύνθετη.
Η Ελλάδα επιχειρεί να δείξει ότι ο διάλογος παραμένει ανοιχτός, αλλά όχι με αντάλλαγμα περιορισμό κυριαρχικών δικαιωμάτων ή αναστολή στρατηγικών επιλογών.
Αυτό είναι και το πραγματικό τεστ των επόμενων μηνών.
Όχι αν θα υπάρξουν νέες τουρκικές προκλήσεις.
Αυτό ήδη συμβαίνει.
Αλλά αν Μητσοτάκης και Ερντογάν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ένταση πολιτικά χωρίς κάποια στιγμή να εγκλωβιστούν μέσα στην ίδια την κλιμάκωση που δημιούργησαν.
Γιατί στο Αιγαίο, το δυσκολότερο δεν είναι να ξεκινήσεις μια ελεγχόμενη κρίση.
Είναι να είσαι βέβαιος ότι θα παραμείνει ελεγχόμενη.
Πηγή: pagenews.gr
