Η μεγάλη επόμενη απειλή για την παγκόσμια οικονομία μπορεί να μη ξεκινήσει από τις τράπεζες.
Μπορεί να ξεκινήσει από τα κρατικά ομόλογα.
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων έχουν βρεθεί υπό ανοδική πίεση σε μεγάλες οικονομίες, επαναφέροντας ένα ερώτημα που για χρόνια είχε σχεδόν εξαφανιστεί από τις αγορές:
Πότε μια πτώση στις τιμές των ομολόγων αποτελεί φυσιολογική προσαρμογή — και πότε μετατρέπεται σε πραγματική κρίση δημόσιου χρέους;
Η Scope Ratings επιχειρεί να δώσει την απάντηση, ξεχωρίζοντας τα σημάδια που πρέπει να παρακολουθούν επενδυτές και κυβερνήσεις.
Και το βασικό μήνυμα είναι ότι δεν αρκεί να κοιτάζει κανείς μόνο το ύψος των επιτοκίων.
Το πρώτο καμπανάκι: Δεν ανεβαίνουν όλες οι αποδόσεις για τον ίδιο λόγο
Μια άνοδος της απόδοσης ενός κρατικού ομολόγου δεν αποτελεί αυτομάτως κακό νέο.
Οι αποδόσεις μπορεί να αυξάνονται επειδή η οικονομία αναπτύσσεται ισχυρότερα, επειδή ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος ή επειδή οι επενδυτές θεωρούν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν τα επιτόκια υψηλότερα για περισσότερο.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη απόδοση ειδικά για να αναλάβουν τον κίνδυνο ενός συγκεκριμένου κράτους.
Εκεί το ζήτημα παύει να είναι απλώς νομισματικό.
Γίνεται δημοσιονομικό.
Το δεύτερο σήμα: Το risk premium αρχίζει να ξεφεύγει
Αυτό είναι το σημείο που οι αγορές παρακολουθούν ιδιαίτερα.
Εάν αυξάνονται συνολικά τα επιτόκια σε ΗΠΑ και Ευρώπη, έχουμε μια ευρύτερη μεταβολή του χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος.
Εάν όμως το κόστος δανεισμού μιας χώρας αρχίσει να αποσυνδέεται από εκείνο των συγκρίσιμων οικονομιών, τότε η αγορά ενδέχεται να στέλνει διαφορετικό μήνυμα:
δεν ζητά απλώς μεγαλύτερη απόδοση λόγω των διεθνών επιτοκίων.
Ζητά μεγαλύτερη αποζημίωση για τον συγκεκριμένο κρατικό κίνδυνο.
Και από εκεί μπορεί να ξεκινήσει ένας επικίνδυνος μηχανισμός.
Υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν ακριβότερη αναχρηματοδότηση.
Ακριβότερη αναχρηματοδότηση επιβαρύνει τον προϋπολογισμό.
Μεγαλύτερο κόστος τόκων περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο.
Και εάν η αγορά θεωρήσει ότι η κυβέρνηση δυσκολεύεται να προσαρμοστεί, μπορεί να απαιτήσει ακόμη μεγαλύτερο premium.
Ένας φαύλος κύκλος αρχίζει να δημιουργείται.
Το τρίτο και πιο επικίνδυνο: Χάνεται η εμπιστοσύνη
Μία αγορά ομολόγων μπορεί να αντέξει υψηλές αποδόσεις.
Πολύ δυσκολότερα αντέχει την απώλεια εμπιστοσύνης.
Αυτό είναι το σημείο όπου ένα sell-off μπορεί να μετατραπεί σε κρίση.
Όταν οι επενδυτές σταματούν να συζητούν μόνο για πληθωρισμό και επιτόκια και αρχίζουν να αμφισβητούν εάν μια κυβέρνηση έχει αξιόπιστο σχέδιο για τα ελλείμματα και το χρέος της.
Τότε το πρόβλημα γίνεται πολιτικό.
Και οι κυβερνήσεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με το σκληρότερο είδος δημοσιονομικής πειθαρχίας:
εκείνο που επιβάλλουν οι ίδιες οι αγορές.
Η Αμερική δεν είναι πια έξω από τη συζήτηση
Για δεκαετίες, τα αμερικανικά Treasuries θεωρούνταν το κατεξοχήν παγκόσμιο ασφαλές καταφύγιο.
Αυτό δεν έχει εξαφανιστεί.
Όμως η συζήτηση γύρω από τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ έχει αλλάξει.
Τα μεγάλα ελλείμματα, οι αυξανόμενες ανάγκες έκδοσης χρέους και το μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν οι ΗΠΑ μπορούν να χρηματοδοτηθούν.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι σε ποια τιμή θα είναι διατεθειμένοι οι επενδυτές να συνεχίσουν να απορροφούν τεράστιες νέες εκδόσεις αμερικανικού χρέους.
Και μια σχετικά μικρή μεταβολή στο απαιτούμενο επιτόκιο αποκτά τεράστια δημοσιονομική σημασία όταν εφαρμόζεται σε ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα κρατικού χρέους στον κόσμο.
Η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερα χρήματα ακριβώς όταν το χρήμα ακριβαίνει
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα διαφορετικό αλλά εξίσου δύσκολο πρόβλημα.
Άμυνα.
Ενεργειακή μετάβαση.
Υποδομές.
Δημογραφικό.
Ψηφιακές επενδύσεις.
Ανταγωνιστικότητα.
Όλα απαιτούν τεράστια κεφάλαια.
Παράλληλα, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις λειτουργούν ήδη με υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Η εποχή κατά την οποία το κράτος μπορούσε να δανείζεται σχεδόν δωρεάν έχει τελειώσει.
Και αυτό αλλάζει ολόκληρη την πολιτική οικονομία της Ευρώπης.
Το 5% του ΝΑΤΟ κάνει την εξίσωση ακόμη δυσκολότερη
Η νέα δέσμευση των κρατών του ΝΑΤΟ για συνολικές δαπάνες άμυνας και ασφάλειας που θα φτάσουν το 5% του ΑΕΠ έως το 2035 προσθέτει ακόμη μία τεράστια ανάγκη χρηματοδότησης.
Δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το 5% θα είναι κλασικές στρατιωτικές δαπάνες.
Όμως σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί θα πρέπει να βρουν πολύ περισσότερους πόρους για άμυνα, υποδομές και ασφάλεια.
Άρα το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο:
ποιος πληρώνει;
Μεγαλύτεροι φόροι;
Περικοπές αλλού;
Περισσότερος δανεισμός;
Ή περισσότερο κοινό ευρωπαϊκό χρέος;
Όποια απάντηση και αν δοθεί, η αγορά ομολόγων θα βρίσκεται στο κέντρο της.
Και η Ελλάδα; Το παράδοξο της Αθήνας
Για την Ελλάδα η συζήτηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει πολύ υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Όμως η δομή του χρέους είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης κρίσης.
Μεγάλο μέρος του βρίσκεται σε επίσημους ευρωπαϊκούς πιστωτές, οι λήξεις είναι μακρές και η κυβέρνηση ακολουθεί στρατηγική πρόωρων αποπληρωμών.
Αυτό δημιουργεί σημαντική προστασία απέναντι σε μια ξαφνική μεταβολή των αγορών.
Ταυτόχρονα, η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα και η βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας έχουν περιορίσει το risk premium της χώρας σε σχέση με την εποχή της κρίσης.
Γι’ αυτό και το ελληνικό παράδειγμα είναι σχεδόν το αντίστροφο από εκείνο του 2010:
τότε η Ελλάδα βρισκόταν στο κέντρο του παγκόσμιου φόβου για το δημόσιο χρέος.
Σήμερα επιχειρεί να χτίσει την εικόνα του πειθαρχημένου ευρωπαϊκού δανειολήπτη.
Γιατί οι πρόωρες αποπληρωμές αποκτούν νέα σημασία
Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο κατανοητή και η επιμονή της Αθήνας στις πρόωρες αποπληρωμές χρέους.
Δεν πρόκειται μόνο για λογιστική μείωση ενός αριθμού.
Είναι μήνυμα προς τις αγορές.
Όσο οι μεγάλες οικονομίες αυξάνουν τις εκδόσεις τους, ένας εκδότης που μειώνει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές του ανάγκες μπορεί να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα.
Και εδώ συνδέεται το ζήτημα με τη συζήτηση της ΔΕΘ.
Κάθε ευρώ που χρησιμοποιείται για ταχύτερη αποπληρωμή χρέους δεν χρησιμοποιείται άμεσα για κοινωνική πολιτική.
Αλλά κάθε μείωση του μελλοντικού κόστους χρηματοδότησης μπορεί να δημιουργήσει περισσότερο δημοσιονομικό χώρο αργότερα.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό trade-off.
Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος θα αγοράσει όλο αυτό το χρέος;
Υπάρχει τελικά ένα ερώτημα πάνω από όλα τα υπόλοιπα.
ΗΠΑ και Ευρώπη θα χρειαστούν τεράστια κεφάλαια τα επόμενα χρόνια.
Τα κράτη θα εκδίδουν ομόλογα.
Οι επιχειρήσεις θα ζητούν χρηματοδότηση.
Η πράσινη μετάβαση απαιτεί επενδύσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers χρειάζονται επίσης τεράστιους πόρους.
Η άμυνα απορροφά ολοένα περισσότερα κεφάλαια.
Όλοι, δηλαδή, θα διεκδικούν χρήμα από την ίδια παγκόσμια δεξαμενή.
Και όταν αυξάνεται η προσφορά ομολόγων, ο αγοραστής αποκτά μεγαλύτερη δύναμη.
Μπορεί να ζητήσει υψηλότερη απόδοση.
Από το «free money» στην εποχή της δημοσιονομικής αξιοπιστίας
Αυτό είναι τελικά το βαθύτερο μήνυμα της σημερινής συζήτησης στις αγορές.
Η δεκαετία του σχεδόν δωρεάν χρήματος έχει τελειώσει.
Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένο ότι οποιαδήποτε αύξηση του χρέους θα χρηματοδοτείται με αμελητέο κόστος.
Οι αγορές επιστρέφουν στον ρόλο του κριτή.
Και η κόκκινη γραμμή δεν βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο απόδοσης — 4%, 5% ή 6%.
Βρίσκεται στη στιγμή που οι επενδυτές σταματούν να πιστεύουν ότι το κράτος έχει τον έλεγχο.
Τότε το sell-off παύει να είναι απλώς μια κακή ημέρα στις αγορές.
Γίνεται κρίση εμπιστοσύνης.
Και όταν η κρίση εμπιστοσύνης αφορά το κρατικό χρέος, μπορεί πολύ γρήγορα να μετατραπεί σε πολιτική κρίση.
Πηγή: pagenews.gr
