Το 2027 μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις πιο δύσκολες χρονιές για την Ευρώπη μετά την κρίση του ευρώ.
Όχι επειδή υπάρχει σήμερα μία ενιαία ευρωπαϊκή κρίση ανάλογη με εκείνη του 2010-2012. Αλλά επειδή τέσσερις διαφορετικές γραμμές αστάθειας αρχίζουν να συναντώνται ταυτόχρονα.
Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν πολιτικό σεισμό μετά το σχεδόν 44% της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Η Γαλλία μπαίνει στην τελική ευθεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2027 έχοντας ταυτόχρονα αυξημένο πολιτικό ρίσκο και μια αγορά ομολόγων που παύει να της προσφέρει το παλιό «προνόμιο» της μεγάλης χώρας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ δίνουν όλο και σαφέστερα το μήνυμα ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την ασφάλειά της.
Και την ίδια στιγμή, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η Ρωσία έχει μάθει να ασκεί πίεση κάτω από το κατώφλι του Άρθρου 5: drones, δολιοφθορές, κυβερνοεπιθέσεις και άλλες υβριδικές ενέργειες που προκαλούν ζημιά χωρίς να οδηγούν αυτομάτως σε στρατιωτική απάντηση.
Αν όλα αυτά εξελιχθούν ταυτόχρονα, το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν θα είναι απλώς οικονομικό, στρατιωτικό ή πολιτικό.
Θα είναι κρίση κυβερνησιμότητας της ίδιας της Ευρώπης.
1. Γερμανία: Το 44% της AfD δεν είναι πλέον «ανατολικό φαινόμενο»
Η πρώτη μεγάλη ρωγμή βρίσκεται στη χώρα που επί δεκαετίες αποτελούσε τη βασική πολιτική και οικονομική άγκυρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η AfD πλησίασε το 44% στη Σαξονία-Άνχαλτ, ενώ η CDU περιορίστηκε περίπου στο 17%. Η Άλις Βάιντελ χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «ονειρικό» και έθεσε πλέον ως πολιτικό στόχο την επίτευξη τουλάχιστον 40% στις επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές.
Το πραγματικό πρόβλημα για τον Φρίντριχ Μερτς δεν είναι μόνο το μέγεθος της ήττας.
Είναι ότι η γερμανική Κεντροδεξιά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα στρατηγικό αδιέξοδο.
Εάν μετακινηθεί περισσότερο προς τις θέσεις της AfD, κινδυνεύει να νομιμοποιήσει μέρος της πολιτικής ατζέντας της.
Εάν παραμείνει σταθερή στο παραδοσιακό Brandmauer, το τείχος αποκλεισμού κάθε συνεργασίας με την AfD, όσο η AfD μεγαλώνει θα απαιτούνται όλο και δυσκολότεροι συνασπισμοί μεταξύ των υπόλοιπων κομμάτων για να σχηματίζονται κυβερνήσεις.
Και εκεί βρίσκεται το επικίνδυνο παράδοξο: η πολιτική απομόνωση της AfD γίνεται αριθμητικά δυσκολότερη όσο η ίδια κερδίζει εκλογική νομιμοποίηση.
Το γερμανικό πρόβλημα γίνεται ευρωπαϊκό
Μια παρατεταμένη πολιτική αδυναμία στο Βερολίνο δεν μένει στη Γερμανία.
Αγγίζει:
- τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό,
- την Ουκρανία,
- την κοινή άμυνα,
- τη βιομηχανική πολιτική,
- το μεταναστευτικό,
- την πράσινη μετάβαση,
- και τη σχέση με τις ΗΠΑ.
Για δεκαετίες, πολλές ευρωπαϊκές κρίσεις έκλειναν όταν Βερολίνο και Παρίσι κατέληγαν σε συμβιβασμό.
Τι συμβαίνει όταν το Βερολίνο δυσκολεύεται πρώτα να βρει δικό του εσωτερικό συμβιβασμό;
2. Γαλλία: Η δεύτερη ατμομηχανή αρχίζει να πληρώνει premium κινδύνου
Και εδώ αρχίζει το δεύτερο πρόβλημα.
Η Γαλλία δεν βρίσκεται σε κρίση χρέους.
Οι αγορές όμως αρχίζουν να την αντιμετωπίζουν διαφορετικά.
Οι Financial Times σημειώνουν ότι το γαλλικό spread έναντι του γερμανικού Bund έχει κινηθεί σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για την εποχή μετά το περίφημο whatever it takes του Μάριο Ντράγκι, ενώ στις μακρές διάρκειες οι γαλλικές αποδόσεις έχουν κατά περιόδους ξεπεράσει ακόμη και τις ιταλικές.
Ο συμβολισμός είναι βαρύτερος από τη διαφορά μερικών μονάδων βάσης.
Η αγορά αρχίζει να λέει ότι η Γαλλία δεν μπορεί πλέον να θεωρεί ότι το πολιτικό της βάρος την προστατεύει αυτομάτως από τη δημοσιονομική αριθμητική.
Το 60% που κάνει τη Γαλλία ευάλωτη
Πάνω από 60% του γαλλικού κρατικού χρέους βρίσκεται, σύμφωνα με τους FT, σε ξένους επενδυτές. Αυτό αυξάνει την ευαισθησία σε αλλαγές της διεθνούς επενδυτικής διάθεσης.
Και η πολιτική αστάθεια πλέον τιμολογείται.
Άλλη ανάλυση των FT δείχνει ότι η αύξηση της πολιτικής ευθραυστότητας μπορεί να προσθέσει σημαντικό premium στο κόστος δανεισμού, με τη Γαλλία να είναι μεταξύ των χωρών όπου η επίπτωση είναι ιδιαίτερα αισθητή.
Οι αγορές, με άλλα λόγια, δεν παρακολουθούν απλώς το έλλειμμα.
Παρακολουθούν ποιος μπορεί να κυβερνήσει μετά το 2027 και με ποια δημοσιονομική πολιτική.
Γερμανία και Γαλλία σε πίεση ταυτόχρονα
Εδώ βρίσκεται το πρώτο πραγματικά μεγάλο ευρωπαϊκό ρίσκο.
Η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει γνωρίσει αδύναμη Γαλλία.
Έχει γνωρίσει αδύναμη Γερμανία.
Πολύ σπανιότερα έχει γνωρίσει και τις δύο αδύναμες ταυτόχρονα, την ώρα που η ΕΕ πρέπει να πάρει αποφάσεις για άμυνα, χρέος, ανταγωνιστικότητα και γεωπολιτική.
Και ακριβώς εκεί εμφανίζεται ο τρίτος παράγοντας.
3. Τραμπ: Η Ευρώπη πρέπει να μάθει να ζει με λιγότερη Αμερική
Για περισσότερα από 70 χρόνια, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε σε μια βασική υπόθεση:
όποια κι αν ήταν τα προβλήματα μεταξύ Ευρωπαίων, η αμερικανική στρατιωτική εγγύηση παρέμενε το τελευταίο δίχτυ ασφαλείας.
Αυτή η υπόθεση γίνεται λιγότερο αυτονόητη.
Σε άρθρο γνώμης στους FT, ο Thomas Wright προειδοποιεί ότι η προσέγγιση Τραμπ αποδυναμώνει την ευρωπαϊκή αποτροπή, την ώρα που η Ουάσιγκτον στρέφει μεγαλύτερο στρατηγικό βάρος προς την Ασία και το δυτικό ημισφαίριο.
Ο Αμερικανός υφυπουργός Άμυνας Elbridge Colby μετέφερε στους Ευρωπαίους συμμάχους ότι οι προτεραιότητες των ΗΠΑ βρίσκονται πλέον περισσότερο αλλού, ενώ η αναθεώρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη παραμένει μέρος της συζήτησης.
Δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν το ΝΑΤΟ.
Σημαίνει κάτι πιο λεπτό αλλά εξαιρετικά σημαντικό:
η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να σχεδιάζει την άμυνά της θεωρώντας δεδομένο ότι η Αμερική θα κάνει πάντα το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς.
Η Ευρώπη έχει τον λογαριασμό πριν αποκτήσει τον στρατό
Το πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική αυτονόμηση κοστίζει.
Πολύ.
Περισσότερη αεράμυνα.
Περισσότερα πυρομαχικά.
Περισσότερα drones.
Μεγαλύτερη στρατιωτική παραγωγή.
Ασφάλεια ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών υποδομών.
Κυβερνοάμυνα.
Δορυφορικές δυνατότητες.
Το ΝΑΤΟ ήδη πιέζει για δραστικά μεγαλύτερες επενδύσεις και παραγωγική δυνατότητα στην άμυνα.
Όμως όλα αυτά πρέπει να χρηματοδοτηθούν τη στιγμή ακριβώς που η Γαλλία έχει δημοσιονομικό πρόβλημα και η Γερμανία μπαίνει σε πολιτική αβεβαιότητα.
Αυτό είναι η αρχή της «τέλειας καταιγίδας».
4. Ρωσία: Ο πόλεμος που δεν περνά την κόκκινη γραμμή
Και ενώ οι Ευρωπαίοι αναζητούν χρήματα, ηγεσία και μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία, η τέταρτη κρίση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άμυνας και πληροφοριών προειδοποιούν ότι η Ευρώπη δεν έχει δημιουργήσει αποτελεσματική αποτροπή απέναντι στις ρωσικές υβριδικές επιχειρήσεις.
Το μοντέλο είναι στρατηγικά αποτελεσματικό ακριβώς επειδή αποφεύγει τον κλασικό πόλεμο.
Κυβερνοεπιθέσεις.
Σαμποτάζ.
Εμπρησμοί.
Επιχειρήσεις επιρροής.
Παρεμβολές.
Drones.
Προσβολές κρίσιμων υποδομών.
Το ΝΑΤΟ χαρακτηρίζει πλέον τη Ρωσία τη σημαντικότερη άμεση απειλή για την ασφάλεια των συμμάχων και μιλά ευθέως για εκστρατεία «επιθετικών υβριδικών ενεργειών» που περιλαμβάνει σαμποτάζ υποδομών, κυβερνοεπιθέσεις, ηλεκτρονικές παρεμβολές, παραπληροφόρηση και κακόβουλη πολιτική επιρροή.
Η Λειψία ως προειδοποίηση
Η απόπειρα επίθεσης στο αεροδρόμιο Leipzig/Halle άλλαξε το επίπεδο συναγερμού.
Η γερμανική κυβέρνηση απέδωσε την επίθεση στη Ρωσία και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησε για επίθεση με στρατιωτικό υλικό από Ρώσους πράκτορες σε έδαφος της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ δήλωσαν πλήρη αλληλεγγύη στη Γερμανία και προανήγγειλαν μεγαλύτερη πίεση στη Μόσχα.
Ο Μαρκ Ρούτε ήταν ακόμη σαφέστερος:
«Η Ρωσία γίνεται ολοένα πιο απερίσκεπτη», περιγράφοντας αύξηση των κακόβουλων ενεργειών που στοχεύουν άμεσα συμμαχικό έδαφος.
Το μεγάλο κενό: Τι κάνεις όταν δεν ενεργοποιείται το Άρθρο 5;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο επικίνδυνο στρατηγικό πρόβλημα της Ευρώπης.
Το ΝΑΤΟ έχει πολύ καθαρή απάντηση απέναντι σε μια συμβατική εισβολή.
Πολύ λιγότερο καθαρή απάντηση υπάρχει όταν η επίθεση:
- είναι περιορισμένη,
- πραγματοποιείται μέσω proxies,
- δεν έχει αμέσως αποδείξιμο δράστη,
- προκαλεί οικονομική ή υλική ζημιά αλλά όχι πόλεμο,
- και παραμένει ακριβώς κάτω από το όριο της συλλογικής στρατιωτικής αντίδρασης.
Αξιωματούχοι που μίλησαν στους FT θεωρούν ακριβώς αυτό το κενό ως βασική αδυναμία της σημερινής αποτροπής.
Η Μόσχα αρνείται τις δυτικές κατηγορίες περί εμπλοκής της σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Η ευρωπαϊκή στρατηγική όμως πλέον σχεδιάζεται στη βάση ότι το φαινόμενο είναι συστηματικό και θα συνεχιστεί.
Και τότε εμφανίζεται η πέμπτη κρίση: Οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί
Μέσα σε όλα αυτά, Παρίσι και Βερολίνο πιέζουν ήδη για αναδιοργάνωση της ίδιας της ευρωπαϊκής διπλωματίας.
Η Κομισιόν εξετάζει τη μεταφορά σημαντικών λειτουργιών της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης σε υπηρεσίες της Επιτροπής, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ταχύτερος και πιο συγκεντρωμένος μηχανισμός εξωτερικής πολιτικής.
Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Δείχνει ότι οι ίδιες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναγνωρίζουν πως το σύστημα που σχεδιάστηκε για μια πολύ πιο ήρεμη εποχή δυσκολεύεται να λειτουργήσει στον κόσμο του Τραμπ, του Πούτιν, των εμπορικών πολέμων και της στρατιωτικοποίησης της οικονομίας.
Το ερώτημα «ποιος μιλά για την Ευρώπη» μετατρέπεται πλέον σε ερώτημα ασφάλειας.
Η Ευρώπη έχει μπροστά της τέσσερις ταυτόχρονες εξετάσεις
Μέχρι το 2027 θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί:
- να διατηρήσει πολιτικά λειτουργικές τη Γερμανία και τη Γαλλία,
- να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά χωρίς να τροφοδοτήσει ακόμη μεγαλύτερη αντισυστημική ψήφο,
- να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της δικής της άμυνας,
- και να αποτρέψει τις υβριδικές επιχειρήσεις χωρίς να προκαλέσει ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.
Καθεμία από αυτές τις αποστολές είναι δύσκολη από μόνη της.
Το πραγματικό ρίσκο βρίσκεται στο ότι μπορεί να χρειαστεί να γίνουν όλες μαζί.
Το 2027 δεν θα κριθεί μόνο στις κάλπες
Γι’ αυτό η επόμενη χρονιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα μεγάλο ευρωπαϊκό εκλογικό ημερολόγιο.
Οι κάλπες θα είναι ο καταλύτης.
Πίσω τους όμως βρίσκεται κάτι βαθύτερο: η μάχη για το ποιο πολιτικό μοντέλο θα μπορεί να κυβερνήσει την Ευρώπη όταν η εποχή του φθηνού χρήματος, της δεδομένης αμερικανικής προστασίας και της σχετικά προβλέψιμης Ρωσίας έχει τελειώσει.
Η παλιά ευρωπαϊκή συνταγή βασιζόταν σε τρεις παραδοχές:
σταθερή Γερμανία, ισχυρή Γαλλία, αμερικανική ομπρέλα.
Και οι τρεις βρίσκονται πλέον υπό πίεση.
Η «τέλεια καταιγίδα» δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη θα καταρρεύσει
Υπάρχει όμως μια σημαντική διάκριση.
Καμία από αυτές τις εξελίξεις δεν οδηγεί νομοτελειακά σε ευρωπαϊκή κρίση.
Η Γερμανία διαθέτει ισχυρούς θεσμούς.
Η Γαλλία εξακολουθεί να είναι μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.
Το ΝΑΤΟ παραμένει στρατιωτικά πολύ ισχυρότερο από τη Ρωσία.
Και η ΕΕ έχει αποδείξει στις προηγούμενες κρίσεις ότι μπορεί να δημιουργεί νέα εργαλεία όταν πιέζεται.
Αλλά αυτή τη φορά η πρόκληση είναι διαφορετική:
η Ευρώπη δεν έχει απέναντί της ένα μόνο πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπίσει διαδοχικά. Έχει πολλά προβλήματα που μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά το ένα πάνω στο άλλο.
Πολιτική αστάθεια αυξάνει το κόστος δανεισμού.
Υψηλότερο κόστος δανεισμού περιορίζει τον χώρο για άμυνα και κοινωνική πολιτική.
Μικρότερος κοινωνικός χώρος ενισχύει την αντισυστημική ψήφο.
Η ενισχυμένη αντισυστημική ψήφος δυσκολεύει τη λήψη κοινών ευρωπαϊκών αποφάσεων.
Και η δυσκολότερη λήψη αποφάσεων δημιουργεί περισσότερο χώρο στους εξωτερικούς αντιπάλους.
Αυτό είναι το σπιράλ που πρέπει να αποφευχθεί.
Το πραγματικό στοίχημα: Να μη σταματήσει ο ευρωπαϊκός κινητήρας τη λάθος στιγμή
Η μεγάλη εικόνα επομένως δεν είναι μόνο το 44% της AfD.
Ούτε μόνο τα γαλλικά spreads.
Ούτε μόνο ο Τραμπ.
Ούτε μόνο ο υβριδικός πόλεμος της Ρωσίας.
Είναι η ταυτόχρονη εμφάνισή τους.
Το 2027 μπορεί να βρει την Ευρωπαϊκή Ένωση να πρέπει να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα κοινωνική συνοχή, ενεργειακή ασφάλεια, βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και τεράστια επανεξοπλιστικά προγράμματα, με λιγότερη βεβαιότητα για την αμερικανική προστασία και με τις δύο παραδοσιακές ηγετικές χώρες της υπό πίεση.
Εκεί θα κριθεί εάν η σημερινή ευρωπαϊκή αστάθεια είναι μια ακόμη δύσκολη φάση που η Ένωση θα ξεπεράσει — ή η στιγμή κατά την οποία θα αρχίσει μια βαθύτερη αναδιάταξη της πολιτικής, οικονομικής και στρατηγικής ισχύος στην ήπειρο.
Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η Ευρώπη μπορεί να χρειαστεί να γίνει γεωπολιτική δύναμη ακριβώς τη στιγμή που δυσκολεύεται περισσότερο να συμφωνήσει ποιος θα την οδηγήσει.
Πηγή: pagenews.gr
